Connect with us

Πολιτισμός

«Οι  Ληστές» του Φρήντριχ Σίλλερ στο «Βασιλικό Θέατρο» από το Κ.Θ.Β.Ε.

«Οι -Ληστές»-του-Φρήντριχ-Σίλλερ-στο-«Βασιλικό-Θέατρο»-από-το-ΚΘΒΕ.

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Ο Σίλλερ ολοκληρώνει τους «Ληστές», το φθινόπωρο του 1780 σε ηλικία 20 ετών. Στην Ελλάδα έχει καθιερωθεί πια η κατά λέξη απόδοση του γερμανικού dieRauber=ληστές, τίτλος που αμφισβητείται, επειδή δεν αποδίδει το νόημα και την ουσία του έργου.

Οι ήρωες  του Σίλλερ είναι τόσο “ληστές”,  όσο ήτανε “κλέφτες” οι Έλληνες ΚΛΕΦΤΕΣ του 1821. Πιο κοντά στο πνεύμα και στο νόημα του έργου θα ήταν η απόδοση στην ελληνική με τον χαρακτηρισμό “οι εξεγερμένοι”, “οι αναρχικοί”, “οι αντάρτες” και όχι “οι ληστές”. Πρόκειται για κείνους που στις λατινογενείς γλώσσες ονομάζονται λιμπερτίνοι, ενώ στα ελληνικά το νόημα αποδόθηκε με τη λέξη  «ελευθερόφρονες».

Όπως μας πληροφορεί ο φίλος του  συγγραφέα, ο Βίλχελμ Πέτερσεν, ο Σίλλερ δεν έγραψε μία κι έξω το έργο. Πριν το ολοκληρώσει σ’ ένα ενιαίο σύνολο, ύστερα  από δεκάδες αλλαγές του κειμένου, δούλευε διάφορες σκηνές και μονολόγους, τους οποίους απήγγελε στους φίλους του είτε στη Σχολή είτε κατά τους περιπάτους τους στα γύρω δάση. Στα τέλη του 1780 έχει ολοκληρώσει το έργο κι είναι πλέον έτοιμο για έκδοση.

Όμως, κανένας εκδότης  δεν έχει προθυμία να το εκδώσει. Τότε,  δανείζεται 150 χρυσά νομίσματα και το εκδίδει ο ίδιος ανώνυμα, τον Ιούνιο του 1781, σε 800 αντίτυπα. Στέλνει εφτά από αυτά στον εκδότη Σβαν, στο Μανχάιμ, ο οποίος αρνείται να το επανεκδώσει, γιατί, όπως εξηγεί:  «το έργο περιέχει σκηνές, τις οποίες εγώ θεωρώ ανάρμοστο να τις πουλάω σ’ ένα έντιμο και ευπρεπές κοινό».

Συνέστησε, όμως,  στον Διευθυντή του Θεάτρου του Μανχάιμ, στον Ντάλμπεργκ, να το ανεβάσει στο θέατρο και ενημέρωσε τον Σίλλερ γι’ αυτό το ενδεχόμενο, τονίζοντάς του  ότι: «πρέπει, πριν από το ανέβασμα, να το καθαρίσεις από τις βρομιές του». Ο Σίλλερ δέχεται να αμβλύνει τις οξύτητες του κειμένου και από τον Αύγουστο ως τον Οκτώβρη του 1781 διαγράφει, διορθώνει, λειαίνει το έργο και, πλέον, δίνεται η πρεμιέρα στο θέατρο του Μανχάιμ, στις 13 Ιανουαρίου του 1782.

 Υπόθεση

Στο έργο του Φρήντριχ Σίλλερ «Οι Ληστές», ο λόγος και η κίνηση έχουν στοιχεία έπους. Πρόσωπα και βιώματά τους θυμίζουν δομή και πλούτο μυθιστορήματος. Το θεατρικό  έργο φέρνει στον νου μας το  «Γκετς φον Μπέρλιχινγκεν»

του Γκαίτε, τον μακρινότερο “Ριχάρδο τον Γ΄” του Σαίξπηρ και από τους νεότερους τον “Νταντόν” και τον “Βόυτσεκ” του Μπύχνερ.

Η δράση διαδραματίζεται στη Γερμανία τον 18ο αιώνα, μεγάλο μέρος της στο κάστρο του κόμη Μαξιμίλιαν φον Μουρ, στη Φραγκονία, και διαρκεί περίπου δύο χρόνια.

Ο πανάσχημος και ανήθικος Φραντς, εξανίσταται κατά του φεουδαρχικού συστήματος, το οποίο δίνει τίτλους και περιουσία στον πρωτότοκο γιο  Καρλ,  και χρησιμοποιεί τα πάντα.Ψέμα, δωροδοκία, κολακεία, υποκρισία, τρομοκρατία, βία, κυριολεκτικά κάθε μέσο, για να εξοβελίσει τον Καρλ από τα πατρικά αισθήματα και να υποκατασταθεί ο ίδιος στα ωφελήματα του πρωτότοκου.

 Ο ρομαντικός και ελευθερόφρων Καρλ πιστεύει ότι θα εξαλείψει την υποκρισία, τη διαφθορά και την αδικία της κοινωνίας της εποχής του, οργανώνοντας μιαομάδα επαναστατημένων συνομηλίκων του.  Η συμμορία εκτελεί επώνυμους και πλούσιους αξιωματούχους,  ιερωμένους, και εξευτελίζει θεσμούς και εξουσίες.

«Οι ληστές», παίχτηκαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα από το Εθνικό Θέατρο, κατά την περίοδο του 1867 – 1870, και το 1983 στην παρούσα μετάφραση, της οποίας όμως τις μπαλάντες και μεγάλα τμήματα είχαν αφαιρέσει ο δραματουργός Βέρνερ Χάινιτς και ο σκηνοθέτης Ούβε Χάους, λόγω μεγάλης διάρκειας, όπως είπαν.

 Το ανέβασμα του έργου και πάλι  στο Εθνικό Θέατρο το 1983, επί προεδρίας Κώστα Νίτσου, προκάλεσε συζητήσεις και κριτικές, που παρουσιάστηκαν σε 65 δημοσιεύσεις στις εφημερίδες και στα περιοδικά της χώρας.

Η υπόθεση, όπως είδαμε,  περιστρέφεται γύρω από τη σύγκρουση δύο αριστοκρατών αδελφών, του χαρισματικού και επαναστάτη Καρλ και του μικρότερου αδερφού του, που συνωμοτεί για να αφαιρέσει τον τίτλο και την κληρονομιά του Καρλ. Το κεντρικό μοτίβο είναι η σύγκρουση μεταξύ λογικής και συναισθήματος και το ουσιαστικό  θέμα  είναι η σχέση μεταξύ νόμου και ελευθερίας.

 Ανάγνωση

Το περιεχόμενο αυτής της τραγωδίας είναι η επαναστατική χειρονομία ενός νεαρού συγγραφέα – ήταν το πρώτο έργο του Φρίντριχ Σίλλερ – ενάντια στην κοινωνία και τις αδικίες της εποχής του, επηρεασμένος από το ρομαντικό κίνημα που είχε ήδη εξαπλωθεί στη Γερμανία. Έτσι, στο έργο συνυπάρχουν όλα τα χαρακτηριστικά της σχολής, που ενθουσίασε τόσο πολύ  τους συγχρόνους του: υπερβολικό πάθος, βαθύς ιδεαλισμός, υπερβολικά συναισθήματα, απίθανες καταστάσεις, επιθυμία του ρομαντικού ήρωα για ελευθερία, μελαγχολία, έρωτας, μοναξιά και θάνατος. Η καλλιτεχνική του αρτιότητα, ως θεατρικό έργο, του έχει δώσει μια αναμφισβήτητη λογοτεχνική αξία.

Ο Σίλλερ εγείρει πολλά ανησυχητικά για την εποχή ζητήματα. Αμφισβητεί τις διαχωριστικές γραμμές μεταξύ της προσωπικής ελευθερίας και του νόμου και διερευνά την ψυχολογία της εξουσίας, τη φύση του ηρωισμού και τις ουσιαστικές διαφορές μεταξύ καλού και κακού. Επικρίνει έντονα τόσο την υποκρισία της κυρίαρχης τάξης και της θρησκείας, όσο και τις οικονομικές ανισότητες της γερμανικής κοινωνίας. Διεξάγει, επίσης, μια περίπλοκη έρευνα για τη φύση του κακού.

Ο συγγραφέας εμπνεύστηκε την υπόθεση μεταξύ άλλων από το έργο Σχετικά με την «Ιστορία της Ανθρώπινης Καρδιάς» (1775) του Κρίστιαν Σούμπαρτ. Χρησιμοποίησε ως πρότυπο τη ζωή ενός διαβόητου Γερμανού ληστή, του Νικόλ Λιστ. Μέχρι το πρώτο τέταρτο του 19ου αιώνα, οι συμμορίες ληστών δεν ήταν ασυνήθιστες στη Γερμανία.

Αφήγηση φλογερή, αντιπροσωπευτική του αισθητικού κινήματος «Θύελλα και Ορμή», οι «Ληστές» μετουσιώνουν σε τέχνη τις ιδέες ενάντια στην καταπιεστική εξουσία και τον αυταρχισμό. Ένα «επαναστατικό παραμύθι», που αντανακλά το ξέσπασμα της οργής για την κοινωνική αδικία και ανισότητα, θίγοντας ζητήματα διαχρονικά, όπως η σύγκρουση της λογικής με το συναίσθημα, η ασυμμετρία ισχύος μέσα στην κοινωνία, η σχέση του νόμου με την ελευθερία. Χαρακτηρίστηκε σκάνδαλο την εποχή που γράφτηκε, στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα.

 Η παράσταση

Ο Ακύλας Καραζήσης χρησιμοποιεί τη δοκιμασμένη μετάφραση (2014) του πολυβραβευμένου, καταξιωμένου  Γιώργου Δεπάστα   και τοποθετεί τη δράση σε μια άχρονη συνθήκη, θα έλεγα έναν διαχρονικό χώρο, όπου λυμαίνονται τον τόπο ληστές- τρομοκράτες, με επικεφαλής τον Σπήγκελμπεργκ που μοιράζεται σε δυο καλούς ηθοποιούς, τον Χρίστο Νταρακτσή και τη Φωτεινή Τιμοθέου.  Εύρημα, ας πούμε,  και η προσθήκη μιας γυναίκας στην παρέα των ληστών (Χαρά Γιώτα).

Η παράσταση του Κ.Θ.Β.Ε. μοιάζει με  προϊόν της οργής, αυτή που ένας νέος νιώθει στα σωθικά του για την κοινωνική αδικία, νιώθει μια  φλόγα  που τον καίει και τον ωθεί να καταγγείλει το κακό, να «διορθώσει» τον κόσμο και να αποκαταστήσει τη δικαιοσύνη. Εκείνο, όμως, στο οποίο καταλήγει είναι το τραγικό αδιέξοδο της επαναστατικής δράσης. Ο ήρωας που γίνεται ο «Ληστής», ο Καρλ (ο Γιώργος Κολοβός αποδίδει σωστά το αδιέξοδο αυτό),  που βγαίνει στην παρανομία για να διεκδικήσει το δίκαιο του απλού καταπιεζόμενου ανθρώπου, που «έχει περάσει τον Ρουβίκωνα» κι έχει διαπράξει ύβρη, ώστε  γι’ αυτόν, δεν υπάρχει επιστροφή στην ομαλότητα.

Ο άλλος που μένει πίσω, ο Φραντς (ο Γιάννης Τσεμπερλίδης, υπερβολικός  μέσα στην ιδιοτέλεια και την τιμωρία του), ο παραγκωνισμένος αδελφός που εκμεταλλεύεται την απουσία του  Καρλ, για να οικειοποιηθεί τα του οίκου,  μετατρέπεται σε ένα είδος Κάιν για τον αδελφό του,  βγάζει εκτός μάχης τον πατέρα ( ερμηνεύει η σημαντική ηθοποιός Έφη Σταμούλη τον ρόλο,  ως σκηνοθετική άποψη) για να αποκαταστήσει την αδικία που έχει υποστεί, θα πληρώσει επίσης το τίμημα.

Ο πατέρας  είναι ο εμβληματικότερος χαρακτήρας του έργου, ο οποίος ακροβατεί στο όριο, όπου το γελοίο αγγίζει την τραγωδία. Και η Έφη Σταμούλη τον αποδίδει εξαιρετικά. Ιδίως,  στη σκηνή του ονείρου συγκινεί με την υποκριτική της δεινότητα.

Το μήλο της έριδος που χωρίζει τον Φραντς από τον αδελφό του δεν είναι μόνο η περιουσία, αλλά και η Αμάλια (Ρεβέκκα Τσιλιγκαρίδου), ευκίνητη, αεικίνητη, ευέλικτη, τραγικά πιστή και, ίσως, σκοπίμως φάλτσα, παράφωνη στο τραγούδι της, υπαινικτικά ένας  μελωδικός θυμός. Ο «Ληστής», τον οποίο ακολουθεί μια παρέα αμοραλιστική, στυγνή και αυθάδης, έτοιμη και για πράγματα, τα οποία ο ίδιος δεν θα ήθελε, μπορεί να είναι ο άσωτος του Ευαγγελίου, μπορεί να είναι κι ένας «ζηλωτής» ή ακόμα και ένας «Χριστός», τηρουμένων των αναλογιών.

Η παράσταση κινείται σε δύο χρονικά επίπεδα του τότε και του τώρα. Τον χρόνο του έργου, τον χρόνο του τότε και τον χρόνο του σήμερα, τον χρόνο δηλαδή των ηθοποιών και των θεατών. Το Θέατρο είναι, έτσι κι αλλιώς, ένας σύνθετος και (ακόμη) γοητευτικός αναχρονισμός.

Το σχέδιο του σκηνοθέτη Ακύλλα Καραζήση είναι να αντιμετωπίσει την ποιητική γλώσσα μέσα από μπρεχτικά γκέστους,  δηλαδή  ο  ρεαλισμός του  να  είναι περιγραφικός. Παράδειγμα, η διαμάχη Φράντς και Αμάλιας,  είναι ένα αβυσσαλέο κοντράρισμα, μια αδιάλλακτη πεισματική αναμέτρηση πέρα από  κάθε συμβατικότητα, στημένη σα σελίδα κόμικς και παραγεμισμένη με εξωτερικευμένο ψευδοπάθος. Οι σκηνικές συμπεριφορές των δύο αυτών προσώπων, όπως τις δίδαξε ο σκηνοθέτης, δεν πιστοποιούν ούτε εσωτερικές αντιφάσεις  ούτε μια παραλληλία με τη νοοτροπία των ευγενών. Είναι άκρως βερμπαλιστικές και εξουθενωτικές και για  τους καλούς ηθοποιούς και για το κουρασμένο κοινό.

 Επίσης, η μοιρασιά του αρχιληστή σε δυο στόματα αρσενικού και θηλυκού, δε διεκδικεί οργανική και πολύπλευρη θέση στο δράμα, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των δυο καλών ηθοποιών.

 Ο μόχθος που  καταβάλλεται από  όλους  τους ερμηνευτές  για τους  «Ληστές» , έτσι όπως τους θέλησε η σκηνοθεσία, αξίζει να υπογραμμιστεί και σε γενικές γραμμές να επαινεθεί.

 Η υποκριτική δουλειά του  Γιώργου Κολοβού και του  Γιάννη Τσεμπερλίδη στους ρόλους των Κάρλ και Φραντς φον Μουρ αντίστοιχα, βοηθά τα μέγιστα την παράσταση. Είναι ο ένας πόλος, η μία άκρη του νήματος που ξετυλίγει  μέσα στη σιλλερική δίνη, κατακλυσμό οργής και υπεραφθονία αισθημάτων.

Δεύτερος πόλος είναι η συμμορία των ληστών (Χαρά Γιώτα, Κωστής Καπελλίδης, Φαμπρίτσιο Μούτσο, Γιάννης Σύριος) που, σαν ομαδική κίνηση και σκιτσαρισμένες φυσιογνωμίες,  καταφέρνει να προκαλέσει θερμά ρεύματα και εντάσεις.

  Ο Γιώργος Κολοβός παίζει έναν Καρλ εξαγριωμένο,  που  η κακότητα, η προδοσία, η αδικία του αδερφού και ο αδυσώπητος μηχανισμός της εξουσίας,τον ωθούν   στην  απελπισία και την αλαζονεία ν’ ανοίξει μόνος με το σπαθί του τον δρόμο της δικαιοσύνης. Ακραίος, εγωπαθής, μανιασμένος, έχοντας την πεποίθηση του ελεύθερου νου, που πιστεύει σε αξίες, αλλά και φτάνει στην αγριότητα, όταν αντιλαμβάνεται ότι ο ακέραιος, αμόλυντος προορισμός,  λάθεψε.

 Μια αρνητική όψη του ιδίου νομίσματος, είναι ο δολοπλόκος, υποκριτής, στυγνός φονιάς, ο Φράντς του ταλαντούχου  Γιάννη Τσεμπερλίδη. Μια αράχνη μπερδεμένη στον ιστό των μηχανορραφιών της.

 Η μετάφραση του καθηγητού Γιώργου Δεπάστα δικαιώνει το πρωτότυπο.

 Στα αδιάφορα της παράστασης τα σκηνικά της Μαρίας Πανουργιά, μια αλέα από χριστουγεννιάτικα δένδρα κι ένας γκρίζος φουτουριστικός, άχαρος όγκος, ως κάστρο, τα παρδαλά, περίεργα, ακαθόριστα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη, οι  σκοτεινοί φωτισμοί  της  Μαριέττας  Παυλάκη.  Ενδιαφέρουσα η μουσική σύνθεση της Λόλας Τότσιου.

 Αν  ζούσε στις μέρες μας ο Σίλλερ, το πιθανότερο θα ήταν να βάλει τον Καρλ και τη συμμορία του να ρίχνει  βόμβες Μολότοφ , να ληστεύει Τράπεζες και να προβαίνει σε απαγωγές. Επειδή αυτή η «επαναστατημένη» νεολαία κάνει ανταρσία και όχι επανάσταση.

Ο σκηνοθέτης Ακύλλας Καραζήσης δήλωσε πρόσφατα  πώς είδε αυτό  το έργο :  «Είναι μια οικογενειακή τραγωδία από τη μια, που είναι πολύ κλασσικό θέμα, όπως είναι οι Ατρείδες, ο Θηβαϊκός κύκλος ή ο Οιδίποδας και από την άλλη υπάρχουν οι ληστές, η εξέγερση. Ο άσωτος υιός, ο οποίος από ελευθεριακός φοιτητής, που στη δική μας τη γενιά θυμίζουν πολλά πράγματα, γίνεται ληστής, κοινωνικός ληστής, κάτι σαν τον Ρομπέν των Δασών ή όπως ήταν κάποιοι κλέφτες το 1821. Έτσι δημιουργείται και ένα κοινωνικό αίτημα, ένα ζήτημα εξέγερσης, επανάστασης, αμφισβήτησης.

Ακόμη και για την κακία υπάρχει κάτι μακιαβελικό, με την έννοια την αναγεννησιακή. Είναι η ανατομία της καλής πράξης που, όταν την ανατέμνεις, βλέπεις ότι συμπεριλαμβάνει μια κατανόηση και έναν ορθολογισμό. Αναρωτιέσαι για τη συγγένεια: Γιατί είναι ιερή η συγγένεια; Γιατί είναι ιερή η σχέση πατέρα γιού;

 Υπάρχει, δηλαδή, μια αμφισβήτηση της ηθικής και συγχρόνως το αίτημα της καταπολέμησης της αδικίας από τη μεριά των ληστών. Όλα αυτά μπερδεμένα με πολλά προσωπικά ζητήματα, με πολλές σάλτσες και πράγματα που υπήρχαν εκείνη την εποχή. Είναι ένα έργο τεράστιο, το οποίο το έχω κόψει πάρα πολύ για να παίζεται στη σημερινή εποχή σε δύο ώρες».

 Επίλογος

Ο Ρώσος συγγραφέας Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι παρακολούθησε την παράσταση αυτού του έργου στη Μόσχα, όταν ήταν μόλις δέκα ετών. Το έργο είχε ισχυρό αντίκτυπο πάνω του: «Όταν ήμουν γύρω στα  δέκα, είδα μια παράσταση των «Ληστών» του Σίλλερ στη Μόσχα, με τον Μοτσάλοφ, και μπορώ να σας πω ότι η τεράστια εντύπωση που μου έκανε τότε άσκησε  γόνιμη επιρροή στο πνευματικό μου σύμπαν».

 Το αναφέρει στους «Αδελφούς Καραμάζοφ», όπου Ο Φιοντόρ Καραμάζοφ συγκρίνει τον εαυτό του με τον κόμη φον Μουρ, ενώ τον μεγαλύτερο γιο του, Ντμίτρι, με τον Φραντς Μουρ και τον Ιβάν Καραμάζοφ με τον Καρλ Μουρ.

Το έργο αναφέρεται,επίσης, στο πρώτο κεφάλαιο της «Πρώτης αγάπης του Ιβάν Τουργκένιεφ» και εν συντομία στο κεφάλαιο 28 της «Τζέιν Έιρ» της Σαρλότ Μπροντέ.

Συντελεστές:

Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας

Σκηνοθεσία: Ακύλλας Καραζήσης

Σκηνικά: Μαρία Πανουργιά

Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη

Μουσική σύνθεση: Λόλα Τότσιου

Επιμέλεια Ομαδικής Κίνησης: Ηλέκτρα Καρτάνου

Φωτισμοί: Μαριέττα Παυλάκη

Βοηθός Σκηνοθέτη: Μάρα Τσικάρα

Βοηθός Σκηνογράφου & Ενδυματολόγου: Σόνια Καϊτατζή

Βοηθός Σκηνογράφου: Σοφία Θεοδωράκη,

Παίζουν οι ηθοποιοί:

Ληστές (Σβάιτσερ, Ρόλλερ, Σούφτερλε, Γκριμ): Χαρά Γιώτα, Κωστής Καπελλίδης, Φαμπρίτσιο Μούτσο, Γιάννης Σύριος

Σπήγκελμπεργκ: Χρίστος Νταρακτσής, Φωτεινή Τιμοθέου

Μαξιμίλιαν φον Μορ: Έφη Σταμούλη

Φραντς φον Μορ: Γιάννης Τσεμπερλίδης

Καρλ φον Μορ: Γιώργος Κολοβός

Αμάλια: Ρεβέκκα Τσιλιγκαρίδου

Χέρμαν: Μάρα Τσικάρα

Μπαλαντέρ (Περιπλανώμενη): Ηλέκτρα Καρτάνου

Το παιδί (Μαργαρίτα): Λωξάνδρα Λούκας

Μουσικοί επί σκηνής: Αλίκη Μάρδα (βιολοντσέλο), Κατερίνα Ταντανόζη (τρομπέτα)

Το τραγούδι της Αμάλια είναι αποτέλεσμα αυτοσχεδιασμού πάνω σε ένα κέλτικο σκοπό.

ΠΑΥΛΟΣ  ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Πολιτισμός

«Μέθοδος Gronholm» του Jordi Galceran στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

«Μέθοδος-gronholm»-του-jordi-galceran-στο «Αντιγόνη-Βαλάκου»

 ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

«Καλησπέρα και καλώς ήρθατε. Όπως σας έχουμε ήδη ενημερώσει, αυτή είναι η τελική φάση της διαδικασίας επιλογής για τη θέση του εμπορικού διευθυντή της ΔΕΚΙΑ. Είστε οι τελευταίοι υποψήφιοι. Η διαδικασία δεν είναι η συνήθης. Η πόρτα είναι ανοιχτή. Σας είπαμε ότι είστε οι τελευταίοι υποψήφιοι. Αλλά δεν είστε τέσσερις οι τελευταίοι υποψήφιοι.» *

 Οι τελευταίοι τέσσερις υποψήφιοι για τη θέση υψηλόβαθμου στελέχους σε μια πολυεθνική εταιρεία συμμετέχουν στην καθοριστική κοινή φάση της διαδικασίας επιλογής. Οι παράξενες δοκιμασίες, που επιβάλλουν οι ψυχολόγοι της εταιρείας στους υποψήφιους, σύντομα εξελίσσονται σε πραγματική μάχη, της οποίας η σκληρότητα και η έλλειψη ενδοιασμών φαίνονται να μην έχουν όριο. Ως ποιο σημείο είναι ικανοί να φτάσουν προκειμένου να εξασφαλίσουν τη θέση εργασίας που πάντα ονειρεύονταν;

Αυτό που δεν ξέρουν είναι ότι η συνέντευξη άρχισε πριν ακόμα μπουν στην αίθουσα. Οι τέσσερίς τους πρέπει να ανταγωνιστούν μέσα από μία σειρά ψυχολογικών τεστ, γνωστών ως «μέθοδος Gronholm». Στα διαλείμματα νέες οδηγίες και κανόνες εντείνουν, σκληραίνουν, δυναμιτίζουν τα παιχνίδια του μυαλού (Mind Games).

Αν το βραβευμένο έργο θυμίζει κάτι από reality τηλεπαιχνίδι, δεν είναι σύμπτωση. Κάθε νέο «mind game» ανεβάζει τον πήχη της έντασης και κάθε καινούργιο αθώο αστείο αποκαλύπτει τη σκληρή πραγματικότητα των οικονομικών εταιρειών. Είναι στην ουσία ένα θέατρο μέσα στο θέατρο, που με αστραπιαίο ρυθμό μετατρέπεται από κωμωδία σε ψυχολογικό θρίλερ και από μιούζικαλ σε δραματικό έργο δωματίου. 

Ο Καταλανός συγγραφέας εμπνεύστηκε το έργο από πραγματικά αρχεία εταιρειών που είχε βρει πεταμένα. Σ’ έναν κάδο απορριμμάτων στην Βαρκελώνη, πράγματι, βρέθηκαν έγγραφα μιας αλυσίδας σούπερ μάρκετ, στα οποία ο υπεύθυνος προσωπικού είχε αποτυπώσει σκληρά, σεξιστικά, ξενοφοβικά, συμπλεγματικά σχόλια, για τους υποψήφιους μίας θέσης στο ταμείο.

Πρόκειται για μια μαύρη κωμωδία που είναι, θα έλεγα, μια τομή ανάμεσα στο Survivor και στο «Βωβό Σερβιτόρο» του Πίντερ. Είδε για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας στη Βαρκελώνη το 2003 κι από τότε έχει ανεβεί σε 60 χώρες κι έχει μεταφραστεί σε 20 γλώσσες σε όλο τον κόσμο.

«Η μέθοδος Γκρόνχολμ» έχει αποσπάσει περισσότερα από είκοσι βραβεία. Έχει επίσης γυριστεί σε ταινία, το 2003, τη διασκευή της οποίας υπογράφει ο ίδιος ο συγγραφέας, με τίτλο «El Metodo». Η ταινία απέσπασε δύο βραβεία Goya, το ένα εκ των οποίων ήταν του καλύτερου διασκευασμένου σεναρίου.

Ο νέος σκηνοθέτης Θεοδόσης Σκαρβέλης (απόφοιτος της διακεκριμένης ρωσικής σχολής GITIS) καθοδηγεί μια δυναμική ομάδα ηθοποιών και όλοι μαζί μάς αφηγούνται την ιστορία του Φερνάντο, του Ενρίκε, της Μερσέδες και του Κάρλος – ή αλλιώς τεσσάρων από εμάς – στον αγώνα τους να βρουν μια θέση σε μια αδυσώπητη εργασιακή πραγματικότητα. Με δοκιμασίες που μας πηγαίνουν συνεχώς από την κωμωδία στο δράμα, και με διαλόγους που θυμίζουν τις δικές μας καθημερινές συζητήσεις, αναδεικνύουν μια πλευρά της πραγματικότητας που τείνει να γίνει κανόνας.

Η μέθοδος Γκρόνχολμ είναι στην ουσία η μέθοδος του μέγιστου κέρδους, η μέθοδος του καπιταλισμού, που δε θέλει αδύναμα ανθρωπάκια να υποκρίνονται τα καθάρματα, αλλά πραγματικά καθάρματα που να υποδύονται τους ανθρώπους, με κανονικά συναισθήματα και ευαισθησίες για τους υπαλλήλους και τις ιδιαιτερότητές τους: την οικογενειακή τους κατάσταση, τις σεξουαλικές τους προτιμήσεις ή τον θάνατο κάποιου δικού τους προσώπου.

 Το μινιμαλιστικό σκληρό σκηνικό της Μιχαήλας Πλιαπλιά, διαρθρώνεται κλιμακωτά σε επάλληλα επίπεδα, με έναν εντυπωσιακό τρόπο στη σκηνή του θεάτρου, ενώ τα ηχοτοπία του Νίκου Σωτηρέλη και οι φωτισμοί της Εβίνας Βασιλακοπούλου, δημιουργούν μια υποβλητική ατμόσφαιρα που ξεφεύγει από τα στενά όρια του ρεαλιστικού θεάτρου.

Ο σκηνοθέτης Θεοδόσης Σκαρβέλης, με οδηγό την ενδιαφέρουσα μετάφραση των Μαρίας Τσατσαρώνη και Γιώργου Καραμίχου, μας παραδίδει μια παράσταση σε σωστό ρυθμό και με ακριβείς σκηνικούς χρόνους, καθώς εικονοποιεί ευθύβολα τις βάναυσες διαδικασίες επιλογής ανθρώπινου δυναμικού, έτσι ώστε να φωτιστεί ο παραλογισμός αυτής της στρατηγικής. Ο λόγος πυκνός και εύστροφος υπηρετεί τις κατευθύνσεις του προβληματισμού του συγγραφέα.

Οι τέσσερις υποψήφιοί μας είναι επιφανειακά στερεοτυπικοί, αλλά εξαιρετικά παραστατικοί, ως δυνάμει στελέχη της αδηφάγας καπιταλιστικής αγοράς, από το κουαρτέτο των ερμηνευτών.

Είναι όλοι αναγνωρίσιμοι άνθρωποι της καθημερινότητάς μας: ο κυνικός, άγριος ανταγωνιστής Φερνάντο (Τρύφωνας Ζάχαρης), ο λαλίστατος μεσήλικας οικογενειάρχης Ενρίκε (Θανάσης Χαλκιάς), ένας νεαρός, ο Κάρλος, που υποβάλλεται στην ταπεινωτική διαδικασία της φυλομετάβασης (Αντώνης Αντωνιάδης) και μια γυναίκα, η Μερσέδες ( Πάολα Καλλιγά), που ξέρει να παλεύει δύο φορές πιο σκληρά στον κόσμο των ανδρών.

Τέσσερις ηθοποιοί, τέσσερις υποκρίσεις με ικανοποιητικό επίπεδο θεατρικής εντιμότητας, αλλά επιτρέψτε μου να ξεχωρίσω τον Θανάση Χαλκιά. Εξαιρετικός. Έχει μεστή θεατρικότητα, έχει υπέροχες μεταπτώσεις, διαθέτει εξαίσια ηχοχρώματα στη φωνή του, ελίσσεται θαυμάσια σωματικά και φωνητικά και, σαφώς, η εμπειρία του, έναντι των συνάδελφων του, ευθύνεται για όλα αυτά τα προσόντα.

Οι θεατές παρατηρούμε συντονισμό στον στόχο, ευελιξία και ευεργετική διαχείριση του χειμαρρώδους ρυθμού της ιστορίας. Ο καθένας, δυνατός στον ρόλο του, ανταποκρίνεται στο καταιγιστικό γαϊτανάκι των συνεχών εκπλήξεων και του αναπάντεχου. Αυτά, με τη σειρά τους, συνηγορούν στο χαοτικό ψυχισμό των προσώπων, που αδυνατούν να αντισταθούν στην επικίνδυνα ενορχηστρωμένη , από πριν, δοκιμασία.

Συναντάμε τον κάθε υποψήφιο να αξιολογεί τον ανταγωνισμό, σε κάποιο διασκεδαστικό παράπλευρο παιχνίδι. Όμως, συμβαίνουν πολλά περισσότερα από όσα φαίνονται στην επιφάνεια, γιατί η ενδιαφερόμενη επιχείρηση αποδεικνύεται μία από αυτές τις «φωτισμένες» εταιρείες, που ωθούν τους «μνηστήρες» στα άκρα, σε μια σειρά από ακροβατικά και ψυχολογικά τεστ για να ελέγξουνε τις δυνάμεις τους.

Ένα ηλεκτρονικό συρτάρι συνεχίζει να ανοίγει, το περιεχόμενό του λάμπει όπως ο χαρτοφύλακας στο “Pulp Fiction”, με φακέλους που περιέχουν δοκιμασίες – προκλήσεις, τις οποίες οι υποψήφιοι πρέπει να εκτελέσουν με επιτυχία ή να τις εκκινήσουν από την αίθουσα συνεδριάσεων. Παράδειγμα, η τετράδα υποψηφίων πρέπει να φορέσει ένα σετ από εκκεντρικά καπέλα, για ένα αστείο μεν, αγχωτικό δε, παιχνίδι ρόλων.

Θα ήταν ανεπίτρεπτο spoiler να πω περισσότερα για όσα συμβαίνουν στην εξέλιξη του έργου επί σκηνής, αλλά σας διαβεβαιώ ότι σ’ αυτό το συναρπαστικό ταξίδι, με ανατροπές που εκπλήσσουν το μυαλό, συναντάμε ένα από τα πιο δυνατά φινάλε που έχουμε δει στο σύγχρονο θέατρο.

Ωστόσο, όσο συναρπαστικό κι αν είναι το ανθρώπινο δράμα, δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τον πραγματικό στόχο, ένα εδραιωμένο σύστημα εξουσίας που λειτουργεί κρυφά για να παίζει τους μισθωτούς σαν μαριονέτες. Όπως το «God of Carnage», το «Gronholm» είναι – στη μεγάλη πορεία τού ευρωπαϊκού θεατρικού συγγραφέα – μια πολιτική αλληγορία πολύ ευκρινής, κάτω από την κωμική επιφάνεια της ιστορίας.

Συντελεστές

Συγγραφέας: Jordi Galcerán
Μετάφραση: Μαρία Τσατσαρώνη – Γιώργος Καραμίχος
Σκηνοθεσία: Θεοδόσης Σκαρβέλης
Σκηνογραφία / Κοστούμια: Μιχαήλα Πλιαπλιά
Σχεδιασμός φωτισμών: Εβίνα Βασιλακοπούλου
Σχεδιασμός ηχοτοπίου – Σύνθεση πρωτότυπης μουσικής: Νίκος Σωτηρέλης
Κατασκευαστές σκηνικού: Γιώργος Μαστοράκης, Γιάννης Σταυρίδης, Κώστας Γαρουφαλίδης
Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Κόκκας

Παίζουν οι Ηθοποιοί
Φερνάντο: Τρύφωνας Ζάχαρης
Ενρίκε: Θανάσης Χαλκιάς
Μερσέδες: Πάολα Καλλιγά
Κάρλος: Αντώνης Αντωνιάδης

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Ο καλός άνθρωπος του Σε Τσουάν» του Μπέρτολτ Μπρεχτ από το Κ.Θ.Β.Ε.

«Ο-καλός-άνθρωπος-του-Σε-Τσουάν»-του-Μπέρτολτ-Μπρεχτ-από-το-ΚΘΒΕ.

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Θα μπορούσε να είναι Αριστοφάνης δηκτικός, καταγγελτικός κι αθυρόστομος, αλλά είναι ο Μπρεχτ, ο ανοιχτός- εκ πεποιθήσεως – σε πολλές και διαφορετικές αναγνώσεις. Θα μπορούσε ν΄ αλώνιζε τη σκηνή ένας Μνησίλοχος μασκαρεμένος με πρόθεση, αλλά είναι η Σεν Τε, μια, ας πούμε δυναμική φιγούρα, ταιριασμένη στο σκαρί της Ιωάννας Δεμερτζίδου που, αν ήθελε ο σκηνοθέτης, θα είχε την ικανότητα να οργώσει αυτή η ηθοποιός τη σκηνή, να φέρνει τα πάνω –κάτω, να επιβάλλει αναγκαστικές ανατροπές, αλλά είναι αρκετά φρόνιμη και ήπια -σκηνοθετική αδεία – κι ωστόσο, επιζεί σ’ έναν κόσμο άδικο, σκληρό, ανάλγητο, διπρόσωπο.

Αυτό συμβαίνει αργά- αργά, στην παράσταση που ανέβασε στο «Βασιλικό Θέατρο» το Κ.Θ.Β.Ε.

«Πώς μπορεί να είναι κανείς καλός, όταν τα πάντα είναι τόσο ακριβά;» Ο τελευταίος καλός άνθρωπος στη Γη, σύμφωνα με την ιστορία μας, ήταν μια πόρνη στην Κίνα, στο μακρινό Σε τσουάν. Ακόμα κι αυτή, η καλόπιστη κι αφελής Σεν Τε, χρειάστηκε να επινοήσει το κακό alter ego της για να επιβιώσει.

Στη σκιά του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, μεταξύ 1938-1940, ο Μπρεχτ, ήδη εξόριστος στη Σουηδία, γράφει ένα από τα σημαντικότερα έργα του. Ο διδακτισμός υποχωρεί, η ανθρώπινη φύση με τις αντινομίες της και τα ηθικά διλήμματα προσεγγίζονται με ποιητική διάθεση, οι λύσεις δεν είναι προφανείς, ενώ –σκωπτικά μπορούμε να πούμε – ο Σωκράτης με τον Κομφούκιο «ενώνουν» το ελληνικό πνεύμα με το κινέζικο, δανείζουν το μείγμα στον Γερμανό Μαρξιστή πρωτοπόρο του «επικού θεάτρου» Μπρεχτ κι εκείνος «σερβίρει» στην ανθρωπότητα την πνευματική τροφή της αλληγορίας, μέσα από τη φιλοσοφία και τη διανόηση.

«Ο καλός άνθρωπος του Σε τσουάν» πασχίζει εδώ και χρόνια να δώσει απάντηση στο αγωνιώδες ερώτημα που τον κατατρύχει: πώς να συνταιριάσει τη φυσική του καλοσύνη με τη σκληρή πραγματικότητα, την προσωπική του ευτυχία με κείνη των άλλων, το ήθος με την ιδιοτελή ηθική τού κέρδους;

Ανέβηκε για πρώτη φορά στη Ζυρίχη της Ελβετίας το 1943. Η δραματική του φόρμα ακολουθεί τους κανόνες του «μη αριστοτελικού δράματος» και του μπρεχτικού «επικού θεάτρου». Με το εξαιρετικό εύρημα του «διχασμού», ο Μπρεχτ δραματοποιεί τη διπλή υπόσταση του κόσμου, το αιώνιο χάσμα ανάμεσα στον άνθρωπο και τις κοινωνικές δομές που δημιουργεί, ανάμεσα στην υπαρξιακή ανάγκη και την οικονομική αναγκαιότητα, ανάμεσα στις ηθικές αξίες και την αδυσώπητη πραγματικότητα.

Η παραβολική δράση τοποθετείται στην Ανατολή. Τρεις θεοί έρχονται στη γη προς αναζήτηση, έστω, ενός καλού ανθρώπου, ώστε να δικαιολογείται η συνέχεια του κόσμου. Εντοπίζουν την καλόκαρδη Σεν Τε και ξεπληρώνουν με χρήματα τη φιλοξενία της. Εκείνη, ανήμπορη να συγκρατήσει – την καταστροφική για την ίδια – πλημμυρίδα της μεγαλοψυχίας της προς τους αναξιοπαθούντες συμπολίτες της, επινοεί έναν δεύτερο εαυτό, τον «ξάδελφο» Σουί Τα. Αυτός την απαλλάσσει απ’ όσους παρασιτούν σε βάρος της κι υπερασπίζεται, όποτε χρειαστεί, τα συμφέροντά της. Τούτη η απελπιστική λύση που υιοθετεί η Σεν Τε, τη διασώζει μεν κοινωνικά, τη συντρίβει δε, ψυχικά.

Τίποτα δεν απλουστεύεται. Αντίθετα, μια ιδιοφυής ύπαρξη με αντιφατικά χαρακτηριστικά αναδύεται, για ν’ αποδείξει πως στις οργανωμένες ταξικές κοινωνίες το Καλό δεν μπορεί να έχει φύση αμιγή και πως οι λύσεις δεν έρχονται, επ’ ουδενί, εξ’ ουρανού. Όπως σε όλη τη δραματουργία του Μπρεχτ, το τέλος παραμένει ανοιχτό και η φαινομενική αφηγηματική καθαρότητα εγείρει σύνθετα ερωτήματα, που στόχο έχουν ν’ αφυπνίσουν την κριτική συνείδηση του κοινού.

Στα χρόνια που πέρασαν από την περίοδο που γράφτηκε (1930 – 1941) το έργο, τα ιστορικά γεγονότα που μεσολάβησαν πριμοδότησαν την θεατρική τέχνη με πολλές ιδέες και απόψεις, ενώ σκηνοθέτες σ΄ όλον τον κόσμο τις διαπραγματεύθηκαν ή επεξεργάστηκαν, στο πλαίσιο του μεταπολεμικού προβληματισμού, για το τι είναι και σε τι μπορεί να στοχεύει, το πολιτικό, αριστερής ιδεολογίας, θέατρο. Τα ίδια τα έργα του Μπρεχτ, ωστόσο, παραμένουν πιο ενδιαφέροντα από ποτέ, σύγχρονα μετά τον μεταμοντερνισμό, θησαυροί για σκηνικούς πειραματισμούς, για πολυεπίπεδο στοχασμό και ψυχαγωγία υψηλών αξιώσεων.

Στην παράσταση του Κ.Θ.Β.Ε. η σκηνοθεσία του κ. Δημήτρη Καραντζά φέρνει μια πρόταση στα μέτρα του «θεάτρου μαριονέτας». Θεωρεί ότι έτσι σταθμίζει αποτελεσματικά την ελκυστική μυθοπλασία με την μπρεχτική προβληματική, θέτοντας αμφότερες στην υπηρεσία ενός φιλικού θεάματος προς τον θεατή, ακόμη κι από την προσχολική ηλικία, εφόσον και το σκηνικό είναι ένας μεγάλος γκρίζος τοίχος ψυχρού δωματίου, που πέφτει και δημιουργείται ένα άνοιγμα όμοιο με αυτό του κουκλοθέατρου και υπαινίσσεται μ’ αυτόν τον , μάλλον ανέμπνευστο τρόπο, τη χειραγώγηση ανθρώπων από χειριστικούς τύπους της αρπαγής, της μπαγαμποντιάς, της μαφιόζικης στρατηγικής.

Οι ηθοποιοί κινούνται σαν μαριονέτες, τρόπον τινά, σηκώνονται από τις καρέκλες τους, λένε τα λόγια τους και ξανακάθονται. Ακόμα κι ο μπερντές που σκαρώθηκε σε μια γωνιά για τις ανάγκες της αφήγησης, θυμίζει το σπίτι του Καραγκιόζη.

Όλοι τους, ασφαλώς, εξαιρετικοί ερμηνευτές, εδώ είναι πειθαρχημένοι εργάτες της σκηνής, ακολουθούν πειθήνια τις σκηνοθετικές οδηγίες και υπηρετούν το όραμα του κ. Καραντζά.

 Επίσης, η σκηνοθεσία τονίζει το στοιχείο της αποστασιοποίησης, ακυρώνοντας επιδεικτικά τη σύμβαση κοινού – σκηνής, ως τρόπου αφήγησης που δεν ταράσσει στο παραμικρό την ησυχία της πλατείας.

 Ίσως, δεν άρεσε σε αρκετούς θεατές αυτή η διαλεκτική σχέση ηθοποιών –θεατών, αλλά οι εκτιμήσεις όλων μας είναι υποκειμενικές. Θα πω, βέβαια,ότι το συγκεκριμένο ύφος της παρούσας παράστασης είναι πειραματικό, για να παρακολουθήσει το κοινό το πώς αντιλαμβάνεται ο σύγχρονος σκηνοθέτης τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η θεατρική γλώσσα και στη χώρα μας.

Οι μουσικές επί σκηνής από όργανα που οι μουσικοί: Δάνης Κουμαρτζής (κιθάρα), Αμαλία Σάνη (τσέλο), Κατερίνα Ταβλαδωράκη (κλαρινέτο),

παίζουν με δεινότητα, είναι μεν εύρημα σκηνοθετικό, αλλά δεν αποτελεί το κέντρο του κόσμου της. Ουσιωδώς η μουσική συνεργάζεται αρμονικά με τα υπόλοιπα στοιχεία της αφήγησης και λειτουργεί υποκινητικά, για ν΄ αναδείξει, ας πούμε, τους θεατρικούς χαρακτήρες και να αιτιολογήσει τα κίνητρα των πράξεών τους στην εξέλιξη της ιστορίας. Άλλωστε, η μουσική που έγραψε ο Δημήτρης Καμαρωτός μεγεθύνει την ησυχία της πλατείας.

Πρόκειται, λοιπόν, για ένα τολμηρό φορμαλιστικό εγχείρημα που προκαλεί τον θεατή σ’ έναν παθητικό τρόπο θέασης. Συμπράττουν σ’ αυτό όλοι οι συντελεστές: Ηθοποιοί, σκηνικά, κοστούμια, πρωτότυπη μουσική και, κυρίως, σκηνοθετική άποψη που πιστεύει ότι «εξαργυρώνει» τις επιταγές του Μπρεχτικού ρεαλισμού.

Ο κ. Δημήτρης Καραντζάς, υποθέτω, ότι μελέτησε στη λεπτομέρεια το κείμενο και τη μπρεχτική ρητορική, ανακατεύτηκε με τη λογική του κουκλοθέατρου, επέβαλε αργούς ρυθμούς, συνεργάστηκε με ευφυείς ανθρώπους, ικανότατους επαγγελματίες που τον ακολούθησαν πιστά και, τελικά, παρέδωσε στο κοινό μια συμβατική θεατρική εμπειρία.

Η ταλαντούχα ηθοποιός Ιωάννα Δεμερτζίδου αγωνίζεται να αποδώσει την εύθραυστη και αδυσώπητη δυαδικότητά της, κάθε φορά που απεκδύεται την καλοσύνη και ντύνεται την κακία, όπως της δίδαξε ο σκηνοθέτης.

Ο μυώδης και λεβεντόκορμος Νίκος Μήλιας, πείθει ως αεροπόρος, ως στιβαρό αρσενικό, για το ανάλγητο και τα πολλαπλά πρόσωπα ενός αιθεροβάμονα έρωτα, που ξέρει να ξεγελά ακόμη και αυτόν που πάει να σε γελάσει. 

O πολύ καλός ηθοποιός Χρίστος Στυλιανού, αναλαμβάνει τον μαραγκό «Λιν Το» κάνοντας το λίγο, πολύ!

Ο έμπειρος Ορέστης Παλιαδέλης εντυπωσιάζει στον ρόλο του νερουλά. Η Ελένη Θυμιοπούλου είναι πράγματι απολαυστική συμφεροντολόγα, ιδίως όταν ξεσπά σ’ ένα μακρόσυρτο γέλιο που, ευτυχώς, ταρακουνά κάπως την ηρεμία της αίθουσας, μα κι όλος ο θίασος κινείται σύμφωνα με τις σκηνοθετικές οδηγίες και συνεργάζεται με τους υπόλοιπους συντελεστές, ώστε να έρθει ένα ποθητό φινάλε στην μακροσκελή παράσταση.

Ακούμε στην αρχή: «Α, πολύ ωραίος μα την αλήθεια αυτός ο κόσμος!
Παντού δυστυχία, προστυχιά και απελπισία! Ακόμα και τα τοπία κατάντησαν αποκρουστικά: Τα όμορφα δέντρα είναι κουτσουρεμένα κι έχουν γίνει τηλεγραφόξυλα, και πέρα από τα βουνά, βαριά σύννεφα καπνού και βροντές από κανόνια! Πουθενά, πουθενά ούτε ένας καλός άνθρωπος!». Στον δε επίλογο, λέει ο ηθοποιός: «Το πώς θα πάψει αυτό το κακό, ψάχτε να το βρείτε μονάχοι σας. Πήγαινε, ψάξε, αγαπημένο μου κοινό. Μια κατάλληλη λύση πρέπει να υπάρχει. Όχι στο θέατρο, ψάξε τη στη ζωή!».

Ενδιαφέρουσα η μετάφραση της Άννυς Κολτσιδοπούλου, ενώ ο μεγάλος πρωταγωνιστής είναι ο φωτισμός του Δημήτρη Κασιμάτη. Είναι «ακριβό» δώρο σ’ αυτή την «επίπεδη» παράσταση του κρατικού Βορειοελλαδίτικου φορέα.

Να σημειώσω ότι το έργο σκηνοθέτησε για το Κ.Θ.Β.Ε. ο Μίνως Βολανάκης το 1965 και ο Πέτρος Ζηβανός, το 2002. Επίσης, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος συμμετείχε στα 49α Δημήτρια με αυτό το έργο, σε σκηνοθεσία Γιάννη Μαργαρίτη. Επρόκειτο για παραγωγή που αποτέλεσε Διπλωματική Εργασία Αποφοίτων Δραματικής Σχολής  του 2014.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ:
Μετάφραση: Άννυ Κολτσιδοπούλου

 Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καραντζάς

Σκηνικά: Κωνσταντίνος Σκουρλέτης, Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη

 Μουσική: Δημήτρης Καμαρωτός

 Επιμέλεια κίνησης: Αλέξης Τσιάμογλου

Φωτισμοί: Δημήτρης Κασιμάτης

 Βοηθός σκηνοθέτις -Δραματολόγος: Κορίνα Βασιλειάδου

 Βοηθός σκηνογράφου: Μανώλης Ψωματάκης

 Βοηθός ενδυματολόγου: Σόνια Καϊτατζή

Οργάνωση παραγωγής: Μαρίνα Χατζηιωάννου

 Οδηγός σκηνής: Marleen Verschuuren,

Φωτογραφίες: Mike Rafail (ThatLong Black Cloud)
 
* βοηθός σκηνοθέτηστο πλαίσιο πρακτικής άσκησης: Ελίνα Τσιορμπατζή

Παίζουν οι ηθοποιοί (με αλφαβητική σειρά: Μελίνα ΑποστολίδουΤζωρτζίνα ΔαλιάνηΙωάννα ΔεμερτζίδουΕλένη ΘυμιοπούλουΣτέλιος Καλαϊτζής, Γιάννης ΚαραμφίληςΆγγελος ΚαρανικόλαςΝίκος ΚουσούληςΝίκος Μήλιας, Χρυσή ΜπαχτσεβάνηΒασίλης ΜπεσίρηςΔημήτρης ΝαζίρηςΜπέττυ ΝικολέσηΙωάννα ΠαγιατάκηΟρέστης ΠαλιαδέληςΓιώργος Παπαδάκος, Βασίλης Παπαδόπουλος, Ιωάννα ΠιατάΧρίστος ΣτυλιανούΣτέργιος Τζαφέρης, Μαρία Χατζηιωαννίδου
 
*Έκτακτη αντικατάσταση: Λουκία ΒασιλείουΧρήστος Τσάβος, Γιάννης Τσεμπερλίδης

Μουσικοί επί σκηνής: Δάνης Κουμαρτζής (κιθάρα), Αμαλία Σάνη (τσέλο), Κατερίνα Ταβλαδωράκη (κλαρινέτο)

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«ΠΡΟΣ ΜΕΝΟΙΚΕΑ» – μία παυσίλυπος κωμωδία  στον αγωγό τέχνης TRANSENDANCE

«ΠΡΟΣ-ΜΕΝΟΙΚΕΑ»-–-μία-παυσίλυπος-κωμωδία- στον-αγωγό-τέχνης-transendance

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Πρόκειται για τη νέα παραγωγή της Angelus Novus που τον Οκτώβριο του 2023 απέσπασε το Βραβείο Επιτελεστικού Έργου από την Ένωση Κριτικών Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών για την παραγωγή της  «Λούνα- θέατρο στο λεωφορείο».

Υπάρχει άραγε ευτυχία; Παλιό όσο και ο άνθρωπος το ερώτημα. Το θέτει εκ νέου η παράσταση «Προς Μενοικέα» που σκηνοθέτησε  ο Δαμιανός Κωνσταντινίδης. Αφορά  το διάσημο εγχειρίδιο ευδαιμονίας του Επίκουρου, το οποίο  θεωρεί την ψυχική υγεία και ηρεμία, βασική προϋπόθεση για μια ευτυχισμένη ζωή.

Στην επιστολή αυτή αντιπαραβάλλονται μαρτυρίες και συνεντεύξεις ανθρώπων που πέρασαν ψυχικές νόσους, καθώς και η προσωπική ματιά των ηθοποιών της παράστασης. Είναι η πρώτη φορά που το κείμενο ανεβαίνει στη σκηνή. 

«Η ιδέα να ανεβάσω τη συγκεκριμένη επιστολή στο θέατρο είναι παλιά και, μάλλον, περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να υλοποιηθεί. Διανύουμε μια περίοδο πολλαπλών κρίσεων, αστάθειας, σύγχυσης και ανασφάλειας, οι ψυχικές αντοχές μας δοκιμάζονται συνεχώς και ποικιλοτρόπως. Ανάλογη ήταν και η περίοδος που γράφτηκε αυτή η επιστολή και στα άγχη της εποχής της ερχόταν, κατά κάποιο τρόπο, να απαντήσει και να τα απαλύνει. Ο Επίκουρος προσπαθεί με απλά λόγια να δείξει τον δρόμο για έναν ευδαίμονα βίο, δηλαδή μια ζωή που να διέπεται από έναν καλό δαίμονα, μια καλή γνώση, ικανή να εξασφαλίζει χαρά και ψυχική υγεία», λέει στο makthes.gr ο Δαμιανός Κωνσταντινίδης.

Η δράση τοποθετείται σε ένα θεραπευτήριο για ψυχικά νοσούντες. Τα πρόσωπα του έργου έρχονται σε επαφή με την οντολογική αγωνία, καταφέρνουν όμως να απαλλαγούν από το ψυχικό άλγος και να βρουν μια διέξοδο. Για το κείμενο της παράστασης, πέρα από τη γνωστή επιστολή, αξιοποιήθηκαν κείμενα ηθοποιών της παράστασης, αλλά και αποσπάσματα από μαρτυρίες και συνεντεύξεις ανθρώπων που ταλαιπωρήθηκαν  από ψυχικές νόσους.

Συγκεκριμένα: Έλενας Ακρίτα, Φώτη Θαλασσινού, Μαργαρίτας Καραπάνου και Φωτεινής Τσαλίκογλου, Νίκου Καρούζου, Λένας Κιτσοπούλου, Αύγουστου Κορτώ,  Βένης Παπαδημητρίου, Ντάντε Αλιγκέρι, Σάμουελ Μπέκετ, Στιγκ Ντάγκερμαν, Ντόροθι Πάρκερ, Σύλβια Πλαθ, Ουίλλιαμ Στάιρον, φύλλα οδηγιών χρήσης αντικαταθλιπτικών, αντιψυχωτικών, αγχολυτικών και συναφών φαρμάκων.

Πιστεύω πως ο δημιουργός αυτής της παράστασης, Δαμιανός Κωνσταντινίδης, εμπνεύστηκε μεν από τον Επίκουρο την κεντρική  ιδέα, αλλά σίγουρα μελέτησε και σύγχρονους εκφραστές τεκμηριωμένων  τρόπων ευδαιμονίας, όπως, για παράδειγμα, ο κουβανός ψυχίατρος και συγγραφέας Χοσέ Κάρλος Σομόθα, ο οποίος  στο βιβλίο του «Η γυναίκα με το νούμερο 13» κάνει λόγο για την μεταμορφωτική δύναμη στίχων, κειμένων  και φράσεων,  διατρέχοντας έργα από την παγκόσμια λογοτεχνία, μεταξύ αυτών και του Σαίξπηρ και των Ελλήνων τραγικών, αλλά κι  ο Γάλλος ψυχίατρος Μπόρις Σιρούλνικ, στον «Ευαίσθητο εαυτό» εξηγεί το γιατί κάποιοι επέζησαν από τις «υποθηκευμένες» και τραυματικές ζωές τους και κάποιοι, όχι. Οπότε, συγκέντρωσε αποσπάσματα από έργα όσων αναφέρονται παραπάνω και μπόλιασε σε αυτά  μαρτυρίες ηθοποιών και ανωνύμων, πρώην ψυχασθενών. 

Όλα αυτά τα κείμενα, εγώ  τα θεωρώ τεκμήρια ζωής. Ιδίως,  αυτά που έχουν αυτοβιογραφικό χαρακτήρα κι αυτά που  είναι λεκτικές συμπυκνώσεις ιστορικών εμπειριών. Η ανάλυσή τους µας επιτρέπει να προσεγγίσουμε τις πρακτικές, στις οποίες δεν έχουμε πρόσβαση µε άλλον  τρόπο. Βέβαια, η ανασυγκρότηση του παρελθόντος, του ατομικού και του συλλογικού, επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, περισσότερο σταθερούς αλλά και συγκυριακούς. Ιδιαίτερα ο αυτοβιογραφικός λόγος βρίσκεται πάντοτε στο μεταίχμιο του παρελθόντος και του μέλλοντος και επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τις αναγκαιότητες του παρόντος.

Από αυτά τα τεκμήρια ζωής ανακύπτουν καίρια μεθοδολογικά ζητήματα, σχετικά µε την κοινωνική ταυτότητα και τη διαχείριση του πάσχοντος εαυτού, την περίοδο που το ασυλικό σύστημα στην Ελλάδα βρίσκεται σε διαδικασία αναδιάρθρωσης και κρίση νομιμοποίησης, ακόμα και τώρα που διάγουμε τον 21ο αιώνα.

Στην πολύ ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη παράσταση του Δαμιανού Κωνσταντινίδη, η διαδικασία ενηλικίωσης, αλλά και γήρανσης,  ερμηνεύεται αναδρομικά, ως η πλέον ελπιδοφόρα περίοδος του βίου, η οποία δίνει τη θέση της στην ταραχώδη ζωή µε την αρρώστια. Οι ψυχιατρικές διαγνώσεις και οι επαναλαμβανόμενές νοσηλείες, οδηγούν σε μια βιογραφική ρήξη, η οποία εμπεριέχει υποκειμενικά στοιχεία, την αίσθηση ασυνέχειας της πορείας του βίου, αλλά και διαστάσεις που υπερβαίνουν το άτομο και σχετίζονται µε την απόδοση μιας νέας κοινωνικής ταυτότητας.

Πέντε εξαιρετικοί ηθοποιοί, με προεξάρχουσα τη σπουδαία Ελένη Μακίσογλου,  ένα δεμένο σύνολο, μία συμπαγής ομάδα, μία σκυτάλη, αλλά πέντε ποτάμια συναισθημάτων ρέουν στη σκηνή και παρασύρουν θεατές σ’ ένα ταξίδι με βάρκα την ελπίδα. Μήπως στα συρτάρια μας δεν ταξινομούμε καθημερινά τις ελπίδες που μας προσφέρουν, κάθε που ξημερώνει,  τα λογής- λογής κουτάκια, τα φέροντα οδηγίες κατανάλωσης περιεχομένου τους, ώστε να έρθει ήσυχα  το βράδυ και να παραδοθούμε στην αγκαλιά του Μορφέα, πληρώνοντας εισιτήριο στο φαρμακείο της γειτονιάς;

Αυτή είναι η ζωή μας, έτσι λειτουργεί η καθημερινότητά μας, αλλά οι μέρες προχωράνε. Με δεκανίκια, όμως, συντελείται μια «συνεδρία» μέσα μας, όπως ακριβώς συμβαίνει στη σκηνή: της καρδιάς και του μυαλού, με ψυχικές καταθέσεις, με  λογικές αντιρρήσεις, με αντιφάσεις και  παραλογισμούς, αλλά με το ίδιο συμπέρασμα κάθε φορά.

Δισυπόστατη φύση ο άνθρωπος. Το φθαρτό με το άφθαρτο συγκατοικούν στο σκαρί του. Μέσα κι έξω του. Η φρονιμάδα- λέγεται και ανάγκη επιβίωσης-  ωθεί ην κίνηση να περιφρουρήσουμε και τα δυο. Ζήτημα προσωπικής επιλογής η προτεραιότητα.

Η  αφηγηματική, λοιπόν,  αποτύπωση του εαυτού συνδέεται ποικιλοτρόπως, αφενός µε το μετασχηματισμό του ψυχιατρικού θεσμού και, αφετέρου, µε τις κοινωνικές εξελίξεις που μορφοποιούν το σύγχρονο άτομο, ως μια εξατομικευμένη κοινωνική ύπαρξη.

 Με πυξίδα την επικούρειο ηθική, ο σκηνοθέτης ασπάζεται ως ύψιστο αγαθό την «ηδονή», με την έννοια της ευδαιμονίας που πηγάζει από την αταραξία της ψυχής,  και συνθέτει μαρτυρίες και συνεντεύξεις ανθρώπων που έδειξαν ότι «διάβηκαν τον Ρουβίκωνα» αλλά επέστρεψαν σε μια στοιχειώδη κανονικότητα, ώστε να κατανοήσουμε οι θεατές, με τον καλύτερο παραστατικό τρόπο, ότι  είναι ανάγκη να στοχαζόμαστε τα πράγματα που φέρνουν την ευτυχία, αφού όταν υπάρχει ευτυχία έχουμε «αγκαλιά» τον κόσμο όλον, ενώ όταν αυτή λείπει κάνουμε το οτιδήποτε  για να την γευτούμε, όντες νέοι αλλά και ώριμοι. Άρα, η υγεία της ψυχής είναι πρωταρχικός στόχος ανθρώπινου όντος.

Στην εξέλιξη του θέματος, συνάντησα εξαιρετικές σκηνές, ευρηματικά, έως συγκινητικά κομμάτια, ως διδακτικές σεκάνς στα κινηματογραφικής ροής μέρη. Για παράδειγμα, έξοχο το εύρημα της μοιρασιάς σε μια ομάδα κοινών στόχων, με το τσιγάρο από χέρι σε χέρι, από στόμα σε στόμα, ως μια υπογράμμιση της ανθρώπινης ανάγκης για μοίρασμα. Πόσο όμορφα ήρθε στο προσκήνιο το ρήμα «μοιράζομαι». Στις μέρες μας το θέσαμε στο περιθώριο, εξαιτίας συμφερόντων. Μοιράζομαι θα πει μετέχω στον πόνο, στην αγωνία, στη χαρά, στη λύπη του άλλου, αλλά και εξομολογούμαι τα εσώψυχά  μου σε κάποιον. Όπως συμβαίνει στις συνεδρίες των ηρώων στην αίθουσα ψυχοθεραπείας τους.

Παράλληλα, η παράσταση δίνει αφορμές για συλλογισμούς. Για παράδειγμα,  η επικούρειος  θεωρία είναι μια πολιτική θεωρία, έχει να κάνει με την αντίσταση στον κομφορμισμό, με το να βρίσκεις τρόπους να επιβιώσεις ενάντια στο κατεστημένο. Δεν είναι μόνο ένας επαγγελματικός ή  ένας  σεξουαλικός προσανατολισμός, αλλά και ένας μηχανισμός επιβίωσης, που πρέπει να βρεις μέσα στο σύστημα που δεν είναι φιλικό απέναντί σου.

Ο σκηνοθέτης, έχοντας ως συνοδοιπόρους  στην πορεία του την ομάδα ηθοποιών  που επέλεξε ή τον επέλεξαν, φέρνει στη σκηνή και αφήνει να ακουστούν ιστορίες ανθρώπων που  δεν έχουν ισορροπία μέσα τους, αλλά πάσης φύσεως στεγανά που τους  οδηγούν στη μερίδα των  ψυχασθενών.  Πρόκειται για μαρτυρίες ατόμων που υπέφεραν από την απαξιωτική συμπεριφορά  ενός κοινωνικού περιβάλλοντος , από περιστατικά  κάθε είδους βίας. Είτε λεκτικής είτε σωματικής.

Ο ένας κορμός της παράστασης αντλεί έμπνευση από την επιστολή «Προς Μενοικέα»  του Επίκουρου και ο έτερος από τα κείμενα των σημερινών ανθρώπων.  Είναι μια απόπειρα,  η πρώτη στο θέατρο για την ακρίβεια, να δημιουργηθεί μια αίσθηση (ψευδαίσθηση, έστω)  κοινότητας που δεν υπήρξε ποτέ. Εξαιρώ τη μυθοπλασία του Βασίλη Κατσικονούρη στο θεατρικό του έργο «Εντελώς αναξιοπρεπές», το οποίο είναι μεν εμπνευσμένο από  μια πραγματικότητα που υφίσταται σε όλον τον κόσμο, την ύπαρξη ψυχιατρείων, αλλά όχι από  βιωματικές ιστορίες. 

Πρόκειται για μια ηθικοπλαστική μεν παράσταση, με αιχμηρή  σάτιρα και χιούμορ, εξ ου και η αρχαιοελληνική λέξη «παυσίλυπος» στον τίτλο, αλλά και με  στημένο έναν «καθρέφτη» στη σκηνή, που τον σχηματοποιούν οι ηθοποιοί, τα λόγια, οι φωτισμοί του Σωτήρη Ρουμελιώτη, η μουσική του Γιώργου Χρυσικού, η κίνηση της Ιωάννας Μήτσικα, τα σκηνικά και τα κοστούμια του Απόστολου Αποστολίδη και, φυσικά, ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός του Δαμιανού Κωνσταντινίδη, ώστε ο θεατής  να «βλέπει» το  «είδωλό»  του ως δυνάμει  ψυχασθενή, δεδομένου ότι στην εποχή μας  οι άνθρωποι νοσούν ψυχικά – κατά κάποιο τρόπο – είτε το γνωρίζουν είτε όχι.

Ταυτότητας παράστασης

Σύνθεση κειμένου παράστασης – Σκηνοθεσία Δαμιανός Κωνσταντινίδης

Σκηνικά – Κοστούμια Απόστολος Αποστολίδης

Μουσική Γιώργος Χρυσικός

Κίνηση Ιωάννα Μήτσικα

Φωτισμοί Σωτήρης Ρουμελιώτης

Ηθοποιοί

Θάνος Διμηνάς, Ελένη Μακίσογλου, Γιάννης Μονοκρούσος, Αντιγόνη Μπάρμπα, Δανάη Τσιοπλή

Φωτογραφίες Buba Soso Gabedava

Γραφιστικά Nastyl

Stagemanager Αντωνία Γεωργιάδου

Διεύθυνση παραγωγής & Επικοινωνίας Στέλλα Τενεκετζή

Παραγωγή Angelus Novus

Οργάνωση παραγωγής Electra Social Company

Με την οικονομική υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού

ΠΑΥΛΟΣ  ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα