Connect with us

Πολιτισμός

«Οιδίπους επί Κολωνώ» στο 66ο Φεστιβάλ Φιλίππων

«Οιδίπους-επί-Κολωνώ»-στο-66ο-Φεστιβάλ-Φιλίππων

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Τρία από τα σωζόμενα έργα του Σοφοκλή έχουν ως θέμα τον Οίκο των Λαβδακιδών. Τα έργα αυτά συχνά εκλαμβάνονται σαν τριλογία, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι χρονολογικά, το πρώτο απέχει από το τρίτο πάνω από τρεις δεκαετίες:

Η Αντιγόνη (441 π.Χ.)

Ο Οιδίπους Τύραννος (διδασκαλία περί το 425 π.Χ.)

Και ο Οιδίπους επί Κολωνώ (διδάχθηκε από τον εγγονό του το 401 π.Χ.)

Η μοίρα αυτής της βασιλικής γενιάς σημαδεύεται από συντριπτικά πάθη, φοβερούς χρησμούς (τους οποίους οι γόνοι της πιστεύουν ότι μπορούν να αψηφήσουν ή να αποφύγουν) και φρικτά εγκλήματα (πατροκτονία, αδελφοκτονία, αιμομιξία). Η μοίρα των Λαβδακιδών συμβολίζει την τυφλότητα του ανθρώπινου όντος, το αδιάγνωστο αλλά και το άφευκτο της θείας βουλής.

Τα κρισιμότερα στάδια του μύθου τα συνέχει, βεβαίως, ο Οιδίπους, ο οποίος είναι: το αντικείμενο του σκληρού χρησμού που λαμβάνει ο Λάιος (“μην κάνεις παιδιά, γιατί ο γιος σου θα σε σκοτώσει”).

Το υποκείμενο της ύβρεως (της ψευδαίσθησης ότι μπορεί να αποφύγει τους χρησμούς. Στην ίδια πλάνη είχε υποπέσει και ο Λάιος, όταν, αφού τεκνοποίησε αγνοώντας τη θεϊκή προειδοποίηση, εξέθεσε τον Οιδίποδα, για να πεθάνει).

Το θύμα της διάνοιας και της υπερηφάνειας του.

Και, τέλος, ο θύτης των δύο του παιδιών, που, μέσα στη δική τους αρχομανία και άμετρη φιλοδοξία, συντρίβονται από την πατρική «ἀράν».

Υπόθεση

Ο Οιδίπους, ο τυφλός και εξόριστος πρώην βασιλιάς της Θήβας, φτάνει μετά από περιπλάνηση στον Αθηναϊκό δήμο του Ίππιου Κολωνού, οδηγούμενος από την κόρη του Αντιγόνη. Κάθεται σ’ ένα βράχο μέσα στο ιερό άλσος των Ευμενίδων – πρόκειται για τις φοβερές Ερινύες που το Άστυ ενσωμάτωσε με πιο εξευγενισμένη μορφή – και ανακαλύπτεται από κάποιον κάτοικο, ο οποίος τον παροτρύνει να φύγει.

 Ο Οιδίπους αρνείται να φύγει επικαλούμενος χρησμό, σύμφωνα με τον οποίο το μέρος αυτό θα είναι ο τόπος της τελικής του ανάπαυσης. Στο μεταξύ, έρχεται εκεί και η άλλη κόρη του Οιδίποδα, η Ισμήνη. Ο κάτοικος του Κολωνού συγκεντρώνει τους γέροντες του τόπου. Αυτοί λυπούνται τον αδύναμο γέροντα και την κόρη του, αλλά μόλις πληροφορούνται το όνομά του, τρομοκρατούνται και τον διατάζουν να φύγει. Ο Οιδίπους επικαλείται την Αθηναϊκή φιλοξενία και ζητά να συναντήσει τον βασιλιά της πόλης.

Ο Θησέας φτάνει και ο Οιδίπους του ζητά προστασία όσο ζει και ταφή, όταν πεθάνει. Ο Θησέας του τα υπόσχεται. Έρχεται ο Κρέων και μετά την αποτυχία του να πείσει τον Οιδίποδα να τον ακολουθήσει στη Θήβα, απαγάγει τις κόρες του και είναι έτοιμος να πιάσει και τον Οιδίποδα. Τη στιγμή εκείνη επεμβαίνει ο Θησέας, κατακρίνει τις πράξεις του Κρέοντα και τον αναγκάζει να τον οδηγήσει στις κοπέλες. Πραγματικά, σε λίγο επιστρέφει φέρνοντας μαζί του την Αντιγόνη και την Ισμήνη.

Στην Αθήνα φτάνει ως ικέτης ο γιος του Οιδίποδα, Πολυνείκης, και επιθυμεί να δει τον πατέρα του και να του ζητήσει την βοήθειά του. Ο Οιδίπους αρνείται και τον διώχνει ρίχνοντάς του φοβερή κατάρα. Στην πραγματικότητα προοικονομείται η τραγωδία Αντιγόνη. Ο Σοφοκλής υφαίνει τον ιστό των τριών ιστοριών, όπως τις παρουσίασε.

Τότε ακούγεται κεραυνός και ο Οιδίπους καταλαβαίνει πως το τέλος του πλησιάζει. Ξεκινά για εκεί όπου θα συναντήσει τον θάνατο, ακολουθούμενος από τον Θησέα και τις κόρες του.

 Αποχαιρετά τα παιδιά του και προχωρά μαζί με τον Θησέα, που είναι ο μόνος που πρέπει να ξέρει τον τόπο ταφής του. Είναι σαφέστατη η αναφορά στα Ελευσίνια Μυστήρια, στα οποία ο Σοφοκλής ήταν μυημένος. Αυτός είναι και ο λόγος της μυστικότητας. Ο αμύητος δε μπορεί να συνοδεύσει. Οι κόρες του θρηνούν τον χαμό του πατέρα τους, αλλά ο βασιλιάς της Αθήνας τους υπόσχεται κάθε φροντίδα για το μέλλον. 

Ανάγνωση

Ο «Οιδίπους επί Κολωνώ» παρουσιάζει ένα παράδοξο: τη φοβερή δύναμη ενός ανθρώπου σε κατάσταση απόλυτης αδυναμίας. Τυφλός, κατάκοπος, εξόριστος, ανέστιος και πένης, ο Οιδίπους, εξαρτάται από την κόρη του σε βαθμό που αδυνατεί να επιτελέσει ακόμη και την κρίσιμη τελετουργία του καθαρμού. Κι όμως, ο άνθρωπος αυτός κρατά στα χέρια του μια τρομερή δύναμη: τη μαγική επενέργεια της τελευταίας του κατοικίας. Η πόλη που θα τη φιλοξενήσει θα ευεργετηθεί. Οι εχθροί της (και οι εχθροί του Οιδίποδα) θα υποστούν την καταστροφική ισχύ της μεταθανάτιάς του εκδίκησης.

Και πριν ακόμη από τη σκηνή του θαυματικού θανάτου του Οιδίποδα, κατά την οποία καθίσταται σαφής η μεταμόρφωσή του σε κάτι πέρα από τον άνθρωπο, σε χθόνια δύναμη, αντιλαμβανόμαστε την αντίφαση: ο ανήμπορος γέροντας είναι άνθρωπος που μέσα του κρύβει θανάσιμα πάθη. Πρωτίστως, άσβεστη οργή ενάντια σε όσους τον έχουν αδικήσει, ακόμη και αν αυτοί είναι τα ίδια του τα παιδιά. Ο οικτρός ικέτης αρνείται στον γιο του το δικαίωμα της ικεσίας και, όχι απλώς, δεν επιθυμεί να αποτρέψει τη φονική διαμάχη των παιδιών του, αλλά φροντίζει, επαναλαμβάνοντας ξανά και ξανά την Κατάρα, να εξασφαλίσει την αμοιβαία καταστροφή τους.

Αυτή η διττή φύση του πρωταγωνιστή υποβάλλεται στους θεατές εξαρχής, μέσα από τον συμβολισμό του χώρου, στον οποίο, καθόλου τυχαία, ο γερο-Οιδίπους καταλήγει περιπλανώμενος. Στο άλσος των Σεμνών Θεών, γνωστών και ως Ευμενίδων, στον αττικό δήμο του Ιππίου Κολωνού.

Ο Οιδίπους είναι η προσωποποίηση της «ἀρᾶς» (κατάρας), που εξακοντίζεται από τον γονιό προς τα παιδιά του και οδηγεί στη σφαγή του συγγενούς από τον συγγενή. Αυτή η «ἀρά», όμως, όπως κάθε μορφή χθόνιας εξουσίας, είναι δισυπόστατη: αν εξιλασθεί δεόντως, μπορεί να λειτουργήσει ευεργετικά για τους ανθρώπους.

Ο Οιδίπους χαρακτηρίζεται από τον γιο του ως « Ἐρινύς». Για τον Πολυνείκη και τον Ετεοκλή αυτό ακριβώς θα αποβεί. Για την Αθήνα, όμως, χάρη στην ενεργητική ευσέβεια του Θησέα, θα αποβεί: ευμενές, αγαθοεργό πνεύμα, ως αφηρωισμένος πια, νεκρός.

 Η παράσταση

Σ’ ένα τοπίο άχρονο, που θα μπορούσε να είναι σήμερα αλλά και πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια, επεδίωξε η σκηνοθεσία να τοποθετήσει την άφιξη του άλλοτε κραταιού βασιλιά της Θήβας, ο οποίος τυφλός και εξόριστος ικέτης πλέον, αναζητά τον τόπο της τελικής του ανάπαυσης.

Στην ορχήστρα κομμένοι κορμοί ελιάς, ριζωμένοι στο χώμα, νεκροί, παραπέμπουν στο άλσος των Ευμενίδων και στο ιερό δέντρο της Αθήνας, που υμνείται στο πρώτο χορικό του έργου.

Μια συνθήκη μεταιχμιακή, που αναφέρεται «στη δυνατότητα να πατάς στο παρελθόν και ταυτόχρονα να μπορείς να δεις το μέλλον». Ο χρόνος και η αποτύπωσή του ήταν, άλλωστε, αυτό που δεν ενδιέφερε τον Γιώργο Σκεύα να αποδώσει μέσα από τη σκηνογραφία, γι’ αυτό και βλέπουμε αμπέχονα, καμπαρντίνες και άχρωμα, αδιάφορα ρούχα στον Χορό, στους ρόλους και στις δυο κόρες του Οιδίποδα. (Σκηνικά-κοστούμια: Λίλη Πεζανού).

Στην παράσταση, της οποίας το βάρος σηκώνει ο σπουδαίος Δημήτρης Καταλειφός, ως Οιδίποδας, αντιλαμβανόμαστε την πρόθεση του Σοφοκλή να δείξει ότι η Αθήνα δε θα σβήσει, επειδή είναι η αγαπημένη των θεών και ότι αυτή είναι η αιτία που το έργο διδάχτηκε όταν πια η δημοκρατία είχε ξαναγυρίσει στην πόλη κι ο κατακτητής είχε φύγει. Ακόμη, βλέπουμε τη θεοκρατική αντίληψη του τραγικού για το πολίτευμα, την κληρονομική βασιλεία. Ο ήρωας δείχνει την απέχθειά του στα γηρατειά και δοκιμάζουμε οι θεατές όλη την απαισιοδοξία, ιδίως στο τρίτο στάσιμο.

 Όμως, δεν αισθανόμαστε το βάρος που θα έπρεπε να δώσει ο σκηνοθέτης στην ψυχολογική διαδρομή του θανάτου. Βιάζεται να φτάσει πολύ γρήγορα στον ηρωικό θάνατο, στη λύτρωση. Έτσι, έχουμε δυο όψεις άνισες, του σκηνοθέτη και του ερμηνευτή. Σαν ερμηνευτής ο Δημήτρης Καταλειφός έχει στιγμές συγκλονιστικές, που φέρουν την προσωπική του παιδεία και την υποκριτική του δεινότητα.

 Ο σκηνοθέτης δε, φαίνεται να μην ελέγχει την παράσταση, εφόσον οι ρόλοι χάνονται στη σκιά του μέγιστου Καταλειφού και ο Χορός μοιάζει αμήχανος πάνω στη χαλαρή κίνηση που δίδαξε ο Damiano Ottavio Bigi. Ωστόσο, οι άνδρες που συμμετεχουν σ’ αυτόν διαθέτουν σκηνική παρουσία και ωραία φωνή.

 Το λιτό σκηνικό και τα κοστούμια της Λίλης Πεζανού, σίγουρα δεν εντυπωσιάζουν, αλλά δε νομίζω να εμποδίζει αυτό τους θεατές στην παρακολούθηση της δράσης. Το ίδιο συμβαίνει και με την κινηματογραφική μουσική του Σήμη Τσιλαλή, η οποία θα μπορούσε και να εκλείπει από την παράσταση. Αντί να μας δέσει με το έργο, μας κέρασε ένα κουταλάκι του γλυκού γεμάτο από κρεσέντα του σινεμά. Οι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου φέρνουν μια κάποια ισορροπία.

 Η μετάφραση των Χρύσας Προκοπάκη και Θάνου Τσακνάκη, ευτυχεί και ξεχωρίζει στον λόγο αυτού του εξαιρετικού Οιδίποδα. Ο Δημήτρης Καταλειφός μεγαλουργεί κι ας μην είναι πεπειραμένος ηθοποιός στο αρχαίο δράμα.

Η Αντιγόνη της Αγγελικής Παπαθεμελή και η Ισμήνη της Αλεξάνδρας Αϊδίνη δε χάνονται στο πλάι του Οιδίποδα. Ιδίως η Αντιγόνη είναι γυναίκα τρυφερή και πονετική, που αντλεί όλη της τη δύναμη από μια εσωτερική παρόρμηση. Κόρη και σύντροφος, κολλημένη σαν ρούχο πάνω του. Προσωπική της επιτυχία. Αυτό δε σημαίνει ότι ο υπόλοιπος θίασος υστερεί σε ικανότητες. Υποθέτω ότι ο σκηνοθέτης τους θέλει υποδεέστερους ρόλους, εφόσον έλειψε παντελώς η εσωτερική ερμηνεία τους.

Ο Οιδίπους, ωστόσο, παρουσιάζει ένα παράδοξο: τη φοβερή δύναμη ενός ανθρώπου σε κατάσταση απόλυτης αδυναμίας. Τυφλός, κατάκοπος, εξόριστος, ανέστιος και πένης, εξαρτάται από την κόρη του σε βαθμό που αδυνατεί να επιτελέσει ακόμη και την κρίσιμη τελετουργία του καθαρμού. Κι όμως, ο άνθρωπος αυτός κρατά στα χέρια του μια τρομερή δύναμη: τη μαγική επενέργεια της τελευταίας του κατοικίας. 

Και πριν ακόμη από τη σκηνή του θαυματικού θανάτου του, κατά την οποία καθίσταται σαφής η μεταμόρφωσή του σε κάτι πέρα από τον άνθρωπο, σε χθόνια δύναμη, αντιλαμβανόμαστε την αντίφαση: ο ανήμπορος γέροντας είναι άνθρωπος που μέσα του κρύβει θανάσιμα πάθη. Πρωτίστως, άσβεστη οργή ενάντια σε όσους τον έχουν αδικήσει, ακόμη και αν αυτοί είναι τα ίδια του τα παιδιά. Ο οικτρός ικέτης αρνείται στον γιο του το δικαίωμα της ικεσίας και όχι απλώς δεν επιθυμεί να αποτρέψει τη φονική διαμάχη των παιδιών του, αλλά φροντίζει, επαναλαμβάνοντας ξανά και ξανά την Κατάρα, να εξασφαλίσει την αμοιβαία καταστροφή τους.

Αυτή η διττή φύση του ήρωα υποβάλλεται στους θεατές εξαρχής, μέσα από τον συμβολισμό του χώρου, στον οποίο ο γερο-Οιδίπους καταλήγει περιπλανώμενος, καθόλου τυχαία. Είναι το άλσος των Σεμνών Θεών, γνωστών και ως Ευμενίδων, στον αττικό δήμο του Ιππίου Κολωνού.

 Σ’ αυτή την παράσταση που ήρθε και στους Φιλίππους, σκηνοθετεί ήρεμα, αν όχι ανέμπνευστα, ο Γιώργος Σκεύας, ερμηνεύει σπαρακτικά ο Δημήτρης Καταλειφός. Τα υπόλοιπα είναι περιφερειακά του ήρωα- Οιδίποδα.

Επίλογος

Το έργο, γραμμένο μετά την «Αντιγόνη» και τον «Οιδίποδα Τύραννο», πραγματεύεται το τέλος του τραγικού ήρωα. Στον «Οιδίποδα Τύραννο» ο Σοφοκλής καταδεικνύει την υποδεέστερη θέση του ανθρώπου μέσα στο σύμπαν, την πάλη του ανθρώπου με αυτό και τις τραγικές συνέπειες στις οποίες αυτή οδηγεί.

 Είκοσι οχτώ χρόνια μετά, με το τελευταίο του έργο, τον «Οιδίποδα επί Κολωνώ», ο ώριμος Σοφοκλής γεφυρώνει το ανθρώπινο με το θείο. Ο Οιδίποδας δεν είναι πια απλό έρμαιο της μοίρας του. Είναι ένας εκλεκτός, που, παρά τα χτυπήματα που έχει δεχτεί από τους θεούς, ανυψώνεται από τους ίδιους σε ήρωα.

 Ο «Οιδίπους επί Κολωνώ» δε μοιάζει και τόσο με την κλασική αρχαία τραγωδία. Η υπόθεση, αλλά ακόμα και η έλλειψη των δραματικών εξάρσεων της «Αντιγόνης» και του «Οιδίποδα Τυράννου» συγκροτούν ένα, μάλλον, γαλήνιο και θρησκευτικό έργο, γραμμένο κοντά στο τέλος της ζωής του Σοφοκλή και της χρυσής εποχής της Αθήνας.

Είναι μια αινιγματική διφορούμενη γεροντική τραγωδία, με την οποία κλείνει ουσιαστικά ο θηβαϊκός κύκλος. Το διφορούμενο, όμως, λειτουργεί ως ισορροπία. Πρόκειται για ένα πλήρες φιλοσοφικό έργο, ένα κείμενο στοχασμού. Διαθέτει αυτοβιογραφικά στοιχεία του Σοφοκλή, με μια ποιητική διάσταση και μια παράλληλη υπαρξιακή αναζήτηση.

Συντελεστές

Μετάφραση | Χρύσα Προκοπάκη, Θάνος Τσακνάκης
Σκηνοθεσία | Γιώργος Σκεύας
Δραματουργική επεξεργασία | Γιώργος Σκεύας, Χρύσα Προκοπάκη
Σκηνικά – Κοστούμια | Λίλη Πεζανού
Μουσική | Σήμη Τσιλαλή
Φωτισμοί | Λευτέρης Παυλόπουλος
Κίνηση | Damiano Ottavio Bigi
Φωτογραφίες | Πάτροκλος Σκαφίδας
Τρέιλερ | Μιχαήλ Μαυρομούστακος
Βοηθός σκηνοθέτη | Γιάννης Σαβουιδάκης
Βοηθός ενδυματολόγου | Χάρης Σουλιώτης
Βοηθοί Παραγωγής | Βαγγέλης Βογιατζής, Ξένια Καλαντζή
Διεύθυνση Παραγωγής | Κατερίνα Μπερδέκα
Παραγωγή | Λυκόφως – Γιώργος Λυκιαρδόπουλος
Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου

Παίζουν οι ηθοποιοί:
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΤΑΛΕΙΦΟΣ | ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ | ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΑΠΑΘΕΜΕΛΗ | ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΑΙΔΙΝΗ | ΜΑΞΙΜΟΣ ΜΟΥΜΟΥΡΗΣ | ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΑΠΟΥΝΤΖΗΣ | ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΟΥΣΗΣ | ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΑΣ | ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΙΤΖΗΛΑΣ | DAMIANO OTTAVIO | ΝΙΚΟΣ ΔΕΡΤΙΛΗΣ | ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΟΥΤΣΙΚΑΣ

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Πολιτισμός

«Το σπίτι με τα δώρα» των Αντώνη και Κωνσταντίνου Κούφαλη στο Αντιγόνη Βαλάκου

«Το-σπίτι-με-τα-δώρα»-των-Αντώνη-και-Κωνσταντίνου-Κούφαλη-στο-Αντιγόνη-Βαλάκου

«Το σπίτι με τα δώρα» των Αντώνη και Κωνσταντίνου Κούφαλη, έρχεται στην Καβάλα στο Θέατρο Αντιγόνη Βαλάκου για 3 μόνο παραστάσεις, την Παρασκευή 8 και το Σάββατο 9 Μαρτίου στις 9 το βράδυ και την Κυριακή 10 Μαρτίου στις 7 το απόγευμα.

Τρεις γυναίκες, η Ελένη, η Βασιλική, η Ιωάννα αφηγούνται τα τραύματα τους. Η πρώτη κουβαλάει την προσωπική της τραγωδία πάνω σ’ ένα τενεκεδένιο νύχι που φύτρωσε στη θέση του παλιού που μαύρισε κι έπεσε. Το νύχι αυτό είναι η πανοπλία, η άμυνα της. Αυτό θα την καθορίσει, αυτό θα δώσει τη λύση… Η Βασιλική ζει σ’ ένα σπίτι απ’ όπου απουσιάζει ο αέρας. Παιδί δυο προβληματικών γονιών, θα πάρει τη ζωή στα χέρια της όταν διαπιστώσει πως η ανήλικη κόρη της βιώνει τη δική της τραγωδία με δέλεαρ μια κούκλα… Η Ιωάννα είναι μια έφηβη που γεννήθηκε άνδρας σ’ ένα γυναικείο κορμί. Σύντομα θα απεκδυθεί τη γυναικεία φύση της όταν, ντυμένη αγόρι, θα γίνει το αντικείμενο του πόθου μιας συνομήλικης της. Η κατάληξη θα είναι τραγική.

Το έργο τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Θεάτρου 2001.

Σημείωμα των συγγραφέων

Γυναικείες αποσκευές:

Οι τρεις ηρωίδες του έργου μεταφέρουν τις αποσκευές τους και τις ανοίγουν μπροστά στον θεατή. Έχουν μέσα τραύματα ανεπούλωτα, ιστορίες ανείπωτες, μνήμες που θέλουν να ξεχάσουν, αναιρέσεις και διαψεύσεις, πίκρες, κομμάτια από ζωές άλλων που ονειρεύτηκαν αλλά δεν πρόλαβαν να χαρούν. Είναι ευάλωτες και αποφασισμένες να βιώσουν αυτό που τους δωρήθηκε, πληρώνοντας τελικά το κόστος των επιλογών τους που υπερβαίνει το μέτρο και τον κανόνα. Ένα τενεκεδένιο νύχι, μια αλλόκοτη κούκλα, ένα μαχαίρι είναι τα δώρα–όπλα στη μάχη της δικαίωσης, της λύτρωσης και της θυσίας. Είναι γυναίκες που υπήρξαν και υπάρχουν σε Αθήνα και περιφέρεια, σε πόλεις και χωριά, προσδιορίζοντας τον τόπο του προσωπικού τους μαρτυρίου ανάμεσα σε δωμάτια χωρίς στίγμα, χώρους εργασίας που στάζουν αλατόνερο, δημόσια ουρητήρια και αποκαρδιωτικά ψυχικά τοπία. Τις αγαπήσαμε και τις φροντίσαμε αλλά μας εγκλώβισαν και μας τρόμαξαν. Κι όλη αυτή η επώδυνη πορεία για την αλήθεια τους έγινε για μας ένα μεγάλο βήμα προς την αυτογνωσία και την κάθαρση.

Σημείωμα του σκηνοθέτη

«…να φοβάσαι όταν δεν πονάς. Ο πόνος δεν είναι σύμπτωμα, είναι η αρχή της γιατρειάς…»

(απόσπασμα από «Το Σπίτι με τα Δώρα»)

«Το Σπίτι με τα Δώρα» ένα έργο σκληρό, ένα έργο αληθινό, ένα έργο ενδοσκόπησης της οικογένειας, της οικογένειας που υπάρχει και τρομάζει την κοινωνία, την κοινωνία που αδιαφορεί και ανέχεται αυτή τη σκληρότητα. Ένα έργο ρεαλιστικό που αγγίζει τα όρια της ποίησης. Προσπαθώντας να βρούμε αυτή τη συνδετική τομή ρεαλισμού και ποίησης, δοκιμάζουμε να ανιχνεύσουμε υποκριτικούς κώδικες που συνδέουν αυτά τα δύο πεδία. Το λιτό και «σκληρό» σκηνικό επηρεασμένο από την μεσαιωνική βιαιότητα σε συνδυασμό με τη χρήση ζωντανής μουσικής δημιουργούν ένα δυστοπικό οικογενειακό περιβάλλον που διαπερνά την ελληνική κοινωνία. Το θέατρο οφείλει να ενοχλεί, να τροποποιεί και να αλλάζει τον κόσμο· ως εκφραστές αυτής της σκέψης… εμπρός για την εξέλιξη μας.

Παίζουν:

Μικαέλα Δανά: Βασιλική

Μαρία Καρακίτσου: Ελένη

Κατερίνα Παρισσινού: Ιωάννα

Μουσικός επί σκηνής (τσέλο): Κλεοπάτρα Δαρδάλη

Συντελεστές:

Σκηνοθεσία: Λευτέρης Παπακώστας

Πρωτότυπη μουσική: Ανθή Γουρουντή

Κοστούμια/σκηνικά αντικείμενα: Σπύρος Γκέκας

Σκηνική εγκατάσταση/κατασκευή: Λευτέρης Παπακώστας, Μαρίνα Μηλιάρη

Βοηθός Σκηνοθέτη: Αλεξάνδρα Γεωργίου

Φωτισμοί/Φωτογραφίες: Παύλος Μαυρίδης

Hair stylist / make up artist (φωτογράφισης): Βίκυ Χατζή

Υπεύθυνη Παραγωγής: Πασχαλιά Σιγγίκου

Διαχείριση social media: Εύη Αγγελίνου

Υπεύθυνος επικοινωνίας: Αντώνης Κοκολάκης

Παραγωγή:

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΕΧΝΩΝ ΠΕΙΡΑΙΑ «ΕΝΤΡΟΠΙΑ» / etp.entropia@gmail.com

Τιμές εισιτηρίων:

14 € Γενική Είσοδος,

10 € Φοιτητικό-Ανέργων-ΑΜΕΑ-Άνω των 65 ετών

Προπώληση εισιτηρίων καθημερινά από τη Δευτέρα 4 Μαρτίου, 11.00 – 14.00 & 18.00 – 20.00, στο Κέντρο πληροφόρησης επισκεπτών Δήμου Καβάλας (πρώην ΕΟΤ) στην Κεντρική Πλατεία, τηλ: 2510-620566.

Ηλεκτρονική Προπώληση: https://www.more.com/theater/to-spiti-me-ta-dora-3/

Παρασκευή 8, Σάββατο 9, Κυριακή 10 Μαρτίου

Θέατρο Αντιγόνη Βαλάκου

Διάρκεια: 80’

Για περισσότερες πληροφορίες και κρατήσεις μπορείτε να καλείτε στα τηλέφωνα του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας 2510. 220876 – 7 (09:00-14:00).

ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Κωλόκαιρος» στο «Κολοσσαίον» (Κείμενο: Αντώνης Τσιοτσιόπουλος Σκηνοθεσία: Γιώργος Παλούμπης)

«Κωλόκαιρος»-στο-«Κολοσσαίον»-(Κείμενο: Αντώνης-Τσιοτσιόπουλος-Σκηνοθεσία: Γιώργος-Παλούμπης)

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

«Και η βρόχα έπεφτε… straight through» .

 Έτσι ακριβώς, αλλά απ’ έξω. Από μέσα το «straight» είναι τα γαρίφαλα, τα στρωμένα στο δάπεδο, στο σκυλάδικο «Διυλιστήριο» της Ελευσίνας. Τα απόνερα έχουν, ήδη, φέρει τη λάσπη στο εσωτερικό. Λασπωμένα κι άπλυτα τα κρυμμένα, από κείνα που καταλαβαίνεις και λες «πάρε τα χέρια σου από πάνω μου, Γκρούεζα, μη με λερώσεις», σαν τον Μαυρογιαλούρο. Κατάσταση «Μπύθουλα» τρανταχτή, αλλά αποδεκτή. Από «Λαό και Κολωνάκι».

Η τραγουδιάρα, καθωσπρέπει. Λαμέ και στρας το φόρεμα, ξανθό μακρύ μαλλί, τίναγμα με νάζι και το μπούτι να φαίνεται. Γυναίκα της νύχτας η Μαρία, με βότκα και τσιγάρο, το πρέπον βηχαλάκι και η βαρεμάρα εμφανής, καθώς το μαγαζί, άδειο. Σωστή και φίρμα.

Μια κόκκινη φωτεινή ταμπέλα στο μπαρ: «No smoking» ειρωνεύεται τον κόσμο, αφού οι καπνοί κρατούν αμείωτα θολή την ατμόσφαιρα.

Ο Στέλιος κι ο Μάκης, της λαϊκουριάς παιδιά, ανταλλάσσουν τα κλασσικά γαμοσταυρίδια και κει πάνω στο σενιάρισμα, εμφανίζεται αυτός- αυτή. Μια αναστημένη Δήμητρα της Λέσβου. Μια ζωντανή Μπέττυ, μια ώριμη, άχαρη μαυροφορούσα, αλλά με χαριτωμένο όνομα: Σοφοκλής.

Ναι, σ’ αφήνει άφωνο αυτός ο σπουδαίος Στάθης Σταμουλακάτος. Ηθοποιός ολκής!

Μια βροχερή μέρα, λοιπόν, στο νυχτερινό κέντρο «Διυλιστήριο» στην Ελευσίνα, ο Σοφοκλής, πρώην ιδιοκτήτης του μαγαζιού, επιστρέφει μετά από πέντε χρόνια αδικαιολόγητης απουσίας και λίγες ώρες πριν από την κηδεία της μητέρας του, ως τραβεστί.

Η απρόσμενη αυτή εμφάνιση προκαλεί αναστάτωση στον περίγυρό του. Καλά κρυμμένα μυστικά από το παρελθόν αποκαλύπτονται και φανερώνουν τη σκληρή πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν οι ήρωες του έργου, φέρνοντάς τους ενώπιον των ευθυνών και των φαντασμάτων τους. 

Η λαϊκή ελληνική πραγματικότητα σκιαγραφείται ρεαλιστικά: αλκοόλ, τσιγάρο, «σκυλάδικα» τραγούδια, αλλά και πονηριά, συμφέρον, απληστία, αντιφάσεις και αμαρτίες. Άνθρωποι με προτερήματα και αδυναμίες που προσπαθούν να επιβιώσουν σε έναν ρευστό κόσμο, που δεν μπορεί να τους προσφέρει καμία ασφάλεια. Η προκατάληψη απέναντι σε ό,τι είναι έξω από την αλήθεια των ηρώων, απέναντι στο διαφορετικό και το καινούργιο, βρίσκει στόχο στο πρόσωπο του Σοφοκλή και, ταυτόχρονα, γίνεται αφορμή να αποκαλυφθεί η γήινη προσωπικότητά τους, με όλες τις αδυναμίες και τα προτερήματά τους.

Η πλοκή κορυφώνεται σταδιακά μέσα από το σασπένς και το χιούμορ, δημιουργώντας έναν σφιχτό κλοιό γύρω από τους χαρακτήρες που, σταδιακά, μοιάζουν οικείοι και αναγνωρίσιμοι. 

Αντώνης Τσιοτσιόπουλος και Γιώργος Παλούμπης είναι γνώριμοι από παλιά και ξέρουν πολύ καλά πώς να γράψει ο πρώτος και πώς να σκηνοθετήσει ο δεύτερος, έργα βγαλμένα από τα σπλάχνα της κοινωνίας. Ξέρουν πολύ καλά και πώς να «πετάξουν» κατάμουτρα στο κοινό την αλήθεια, ωμή και ανεπιτήδευτη.

 Στη σκηνή δρα μια κοινωνία διυλιστήριο, που προσπαθεί να διυλίσει ακόμη και το ασήμαντο, προκειμένου να φανεί «politically correct». Ιδιαίτερη κοινωνία, που συνθλίβει προσωπικότητες, όνειρα και επιθυμίες στον βωμό του «φαίνεσθαι». Έξω ξαστεριά, μέσα κωλόκαιρος. Έξω κανονικότητα – έστω κεκαλυμμένη – φιλία, οικογένεια, συντροφικότητα και μέσα απληστία, εγωισμός, συντηρητισμός και άσβεστο μίσος σε κάθε τι διαφορετικό. Μια κοινωνία που ζέχνει από το βάθος της.

Βλέπουμε ήρωες, ως λούμπεν στοιχεία, που χρησιμοποιούν γλώσσα σκληρή και βρίζουν ανενδοίαστα, βουτηγμένοι στο αλκοόλ και νοτισμένοι από τη μυρωδιά του τσιγάρου και του ξενυχτιού. Ήρωες που μεταλλάσσονται στα μάτια μας σε καθημερινούς ανθρώπους της διπλανής πόρτας, σε όρθιες φιγούρες που περπατούν στην καταιγίδα, χωρίς ομπρέλα.

Το δίδυμο συγγραφέας- σκηνοθέτης τους πιέζει ν’ ανοίξουν στο σανίδι την κολλημένη από τον συντηρητισμό πόρτα της ζωής τους και να δουν αλήθειες: τον άνθρωπο και την τραγική του γελοιότητα.

Νατουραλιστική γραφή από τον Τσιοτσιόπουλο, που προεκτείνει τον ρεαλισμό με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που προβάλλονται στην παράσταση, όπως η ιδέα της πραγματικότητας και οι ιδεολογικές καταβολές, οι πολιτικοκοινωνικές συνθήκες, δηλαδή η αναλυτική μελέτη γεγονότων και προσώπων, η έρευνα πηγών, η ζωντανή αναπαράσταση της κοινωνίας με τις τάξεις της, η ανασύσταση της εποχής που έζησε ο ήρωας του, αλλά όχι ρητορικά. Ζωντανά, ρεαλιστικά.

Η σκηνοθετική αρχιτεκτονική του Γιώργου Παλούμπη δουλεύει στη ραχοκοκαλιά του «Κωλόκαιρου» και δεν τη χαϊδεύει. Δεν ωραιοποιεί καταστάσεις, δεν προσπαθεί να απλώσει ένα δίχτυ προστασίας σε ό,τι λέγεται και ακούγεται. Κρατά ανεβασμένη την ένταση στη διαπασών , αλλά ταυτόχρονα χειρίζεται άριστα τις απαιτούμενες ισορροπίες. Όλα φαίνονται υπερβολικά και την ίδια στιγμή ρεαλιστικά. Όλα φαίνονται μεγεθυσμένα αλλά γρήγορα συνειδητοποιεί ο θεατής, πως έτσι είναι η ζωή. Έτοιμη να εκραγεί, αν βγουν στη φόρα τα καλά κρυμμένα μυστικά , αν κάποια στιγμή το παρελθόν επισκεφθεί βίαια το παρόν.

Μέσα στο εξαιρετικό σκηνικό του ξενυχτάδικου «Διυλιστήριο», της Νατάσσας Παπαστεργίου, η υποκριτική ομάδα των πέντε ηθοποιών (Στάθης Σταμουλακάτος, Θάνος Αλεξίου, Βασιλική Διαλυνά, Στέλιος Δημόπουλος, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος) δίνει τον καλύτερό της εαυτό και ισορροπεί σε ρόλους δύσκολους και με πολλές γωνίες.

Ο Στάθης Σταμουλακάτος ερμηνεύει τον δισυπόστατο χαρακτήρα του Σοφοκλή, ένας από τους πιο απαιτητικούς του ρόλους, και γοητεύει με τον εκπληκτικό χειρισμό των εντάσεών του και των εκφραστικών του μέσων.

Ο Στέλιος Δημόπουλος στον ρόλο του αδελφού του Μίμη, δίνει μία στιβαρή ερμηνεία και αποδεικνύει πόσο καλά ελίσσεται και στα ρεαλιστικά έργα.

Ερμηνεία απολαυστική από τον Θάνο Αλεξίου, καθώς είναι αυτός που λειτουργεί ως καταλύτης και εμποτίζει τη δράση με αβίαστες δόσεις εκρηκτικού χιούμορ.

 Η Βασιλική Διαλυνά, έξοχη Μαρία, ανταπεξέρχεται άριστα στον απαιτητικό ρόλο της γυναίκας του Σοφοκλή, ενός αδικημένου πλάσματος από τη ζήση του και τις τραγικές της συγκυρίες, μας χαρίζει γενναιόδωρα δουλευμένες σκηνές και ως τραγουδίστρια και ως γυναίκα – θύμα. Πραγματικά, υπέροχη.

Ο συγγραφέας και ηθοποιός Αντώνης Τσιοτσιόπουλος, στον ρόλο του Στέλιου, του κουμπάρου του Σοφοκλή ή αλλιώς του μεσάζοντος, του «πυροσβέστη», είναι ο άνθρωπος που ξέρει όλα τα τραγικά μυστικά, όμως τα έχει παραχωμένα βαθιά μέσα του, προκειμένου να αποφευχθούν τα χειρότερα. Είναι εκείνος που έχει τσακιστεί περισσότερο από τον πόνο της απώλειας και έχει μάθει να ξεχωρίζει την ουσία και την άδολη αγάπη. Μας δίνει μία ενδιαφέρουσα, ρεαλιστικά ανθρώπινη ερμηνεία.

Εντάσεις, αψιμαχίες, αγοραία γλώσσα, δάκρυα, πονεμένες αγκαλιές και τι μένει; Μία κομμένη στα δύο σπανακόπιτα από τα χέρια της νεκρής μάνας και δύο αδέλφια απέναντι το ένα στο άλλο. Αυτή είναι η απόδειξη του πόσο δύσκολο είναι οι πληγωμένοι χωρισμένοι άνθρωποι να έρθουν κοντά, να μονιάσουν, να αγαπηθούν, ακόμη και όταν ζητούμενο είναι, απλώς, το δικαίωμα της ύπαρξής τους, όπως ακριβώς θέλουν αυτοί.

Ο «Κωλόκαιρος» ήταν μία από τις πιο επιτυχημένες και πολυσυζητημένες παραστάσεις του «Θεάτρου του Νέου Κόσμου», με διαρκή sold out. Μια ιδιαίτερη ιστορία εκδίκησης και αποδοχής, που μεταφέρεται στη Θεσσαλονίκη, για να βάλει και πάλι σε ένα ρεαλιστικό σύμπαν γεμάτο σκληρές καταστάσεις, ωμή γλώσσα αλλά και χιούμορ, τους βορειοελλαδίτες θεατές.

Συντελεστές

Κείμενο: Αντώνης Τσιοτσιόπουλος

Σκηνοθεσία- Δραματουργική επεξεργασία: Γιώργος Παλούμπης

Σκηνογράφος: Νατάσσα Παπαστεργίου

Σχεδιασμός Φωτισμών: Βασίλης Κλωτσοτήρας

Ενδυματολόγος: Νατάσσα Παπαστεργίου

Μουσική: Κώστας Νικολόπουλος

Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου : Μαριάνθη Ράδου

Σχεδιασμός ήχου: Ανδρέας Μιχόπουλος

Βοηθός σκηνοθέτη: Παναγιώτα Παπαδημητρίου

Φωτογραφίες: Πάτροκλος Σκαφίδας

Μακιγιάζ: Διονυσία Κωνσταντίνου

Ερμηνεία

Θάνος Αλεξίου, Στέλιος Δημόπουλος, Βασιλική Διαλυνά, Στάθης Σταμουλακάτος, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Σεβάς Χανούμ» του Γιώργου Χρονά στο «ΑΥΛΑΙΑ»

«Σεβάς-Χανούμ»-του-Γιώργου-Χρονά-στο-«ΑΥΛΑΙΑ»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

“Κάθε ιστορία είναι μια διαδρομή χαραγμένη στο μυαλό και στο σώμα…
Με κιμωλία στο πάτωμα”

Κωνσταντίνος Ρήγος

Η συναρπαστική ζωή της Σεβάς Χανούμ, της θρυλικής μορφής του λαϊκού τραγουδιού, ζωντανεύει από 21 Φεβρουαρίου 2024 στο θέατρο ΑΥΛΑΙΑ. Με εργαλείο του τη χειμαρρώδη συνέντευξη που έδωσε η ίδια στον ποιητή Γιώργο Χρονά, ο Κωνσταντίνος Ρήγος επαναπροσέγγισε και επανασύστησε με τον δικό του μοναδικό τρόπο τη θρυλική αυτή τραγουδίστρια.

Μια μοναδική ευκαιρία να απολαύσει κάποιος επί σκηνής την ηθοποιό Κωνσταντίνα Μιχαήλ, σε ρόλο ζωής,να υποδύεται τη Σεβάς Χανούμ.

«Η ιστορία η δική μου, της Σεβάς Χανούμ, Σεβαστής Παπαδοπούλου: Ποντία είμαι. Από τον Εύξεινο Πόντο, από τη Σαμψούντα είμαι. Το γέννημά μου είναι Μακεδόνα. Μακεδόνα είμαι! Γεννήθηκα το 1931, ημέρα Τετάρτη, ανήμερα στα γενέθλια της Παναγίας 8 Σεπτεμβρίου, στις 9 το πρωί».

Το έργο και η παράσταση

Το 1983 μία από τις ωραιότερες λαϊκές φωνές της ελληνικής δισκογραφίας, η Σεβάς Χανούμ, διηγείται την ιστορία της ζωής της σ’ ένα παλιό προσφυγικό σπίτι της Θεσσαλονίκης, στο κασετοφωνάκι του ποιητή και εκδότη Γιώργου Χρονά. Η «αμαζόνα», όπως ήθελε να την αποκαλούν, του ρεμπέτικου τραγουδιού τού μιλά για τον φλογερό της έρωτα με τον Στέλιο Καζαντζίδη, τον παρ’ ολίγον γάμο τους, για τον Πόντο, τη μεταπολεμική Αθήνα, τον Τσιτσάνη, την Μπέλλου, αλλά και για την αρρώστια και το παιχνίδι με τον θάνατο.

Αυτές τις εκτενείς μαρτυρίες ο Γιώργος Χρονάς τις έκανε μονόπρακτο έργο (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οδός Πανός), το οποίο ακολούθως ο Κωνσταντίνος Ρήγος «μεταμόρφωσε» σε θεατρική παράσταση αφιερωμένη στη μοναδική αυτή ιέρεια του λαϊκού τραγουδιού, τη Σεβάς Χανούμ

Λίγοι γνωρίζουν πως πίσω από το όνομα Σεβάς Χανούμ κρύβεται μία θρυλική μορφή του λαϊκού τραγουδιού. Μία γυναίκα μοναδικά δυναμική, που κατάφερε να επιβιώσει σ’ έναν πολύ δύσκολο και ανδροκρατούμενο χώρο, αυτόν του ρεμπέτικου τραγουδιού. Μία γυναίκα που δε δίστασε να βουτήξει στα πάθη της και να ρουφήξει τη ζωή της μέχρι την τελευταία σταγόνα.

Στην παράσταση που σκηνοθέτησε ο Κωνσταντίνος Ρήγος, πάνω στον μονόλογο που έγραψε ο Γιώργος Χρονάς, με τα υλικά της συνέντευξης, η Κωνσταντίνα Μιχαήλ έγινε η Σεβάς Χανούμ, κατά κόσμον Σεβαστή Παπαδοπούλου, εκείνη την Πρωτομαγιά του 1983, στο σαλονάκι της ανάμεσα σε αναμνήσεις, φωτογραφίες, θυμιατά, ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο που δεν είχε ξεστολίσει. Ντυμένη με μαύρο αυστηρό ταγιέρ, με έναν βήχα να την ταράζει κάθε τόσο, καθώς δεν σταματά να καπνίζει κι ενώ είχε διαγνωσθεί με καρκίνο, εκείνη συνέχιζε ν’ ανάβει τσιγάρα το ένα μετά το άλλο.

Η Κωνσταντίνα Μιχαήλ, ως Σεβάς, γίνεται το καλειδοσκόπιο και η αξονική τομογραφία του μυαλού και της παραδαρμένης ψυχης τής ηρωίδας.

Ερμηνεύει με δύναμη και συναίσθημα την «καταραμένη» τραγουδίστρια που πάλεψε με «θηρία», που διεκδίκησε την καρέκλα της δίπλα στα «ιερά τέρατα» του ρεμπέτικου, που είπε τραγούδια πρώτη, εκείνα που άλλες φωνές τα ηχογράφησαν αργότερα, που έζησε μια ζωή μέσα σε καπηλειά , έζησε ανεκπλήρωτους έρωτες, έζησε μέσα σε καπνούς από τσιγάρα, έχοντας κι ένα αναμμένο, μονίμως, ανάμεσα στα δάχτυλά της.

Η Σεβάς Χανούμ γεννήθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου του 1931 στα Κοκκινόγεια Δράμας και πέθανε τον Μάιο του 1990 στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης. Έγινε διάσημη τραγουδώντας ανατολίτικα τραγούδια. Σεβάς Χανούμ τη βάφτισε ο Τζίμης ο Χονδρός, ο ιδιοκτήτης της θρυλικής ταβέρνας, γιατί ήθελε ένα όνομα να ταιριάζει με τα ανατολίτικα τραγούδια που τραγουδούσε. Μάλιστα, τη διαφήμιζε στις εφημερίδες της εποχής ως τη «Νέα ανακάλυψη Σεβάς Χανούμ, την ωραία του Πέραν».

Ο θυελλώδης της έρωτας με τον Στέλιο Καζαντζίδη άφησε εποχή. Παρόλο που είχαν αρραβωνιαστεί και τραγούδησαν μαζί σε μαγαζιά, δισκογραφικά δεν συνεργάστηκαν ποτέ.

Ο ίδιος ο Στέλιος Καζαντζίδης στο βιβλίο «Υπάρχω» (εκδόσεις Λιβάνη), αναφέρει: «Αυτή που έπινε πάρα πολύ και που ήθελε οπωσδήποτε να με κάνει χασικλή ήταν η Σεβάς Χανούμ. Αυτής της φουκαριάρας της είχε γίνει πάθος. Δεν μπορούσε να τραγουδήσει αν δεν έπινε. Ενώ είχε ωραία φωνή και ήταν αρτίστα σπουδαία, νόμιζε πως, χωρίς αυτό το πράμα, δεν άξιζε τίποτα. Γι’ αυτό και δεν κράτησε πολύ η συνεργασία μου μαζί της. Είδα ότι θα με κατέστρεφε αν συνεχίζαμε».

Σ’ ένα παλιό σπίτι, προσφυγικό, συνάντησε την Σεβάς Χανούμ ο Γιώργος Χρονάς, την Πρωτομαγιά του 1983, στη Θεσσαλονίκη:

«Εμφανίστηκε μπροστά μου και ήταν σαν γυναικείο πρόσωπο σε πίνακα ζωγραφικής του Δημήτρη Λαλέτα. Φορούσε ταγιέρ και ήταν καθαρή, σπάνια.

Είχα να κάνω με ένα πνεύμα των μουσών, της μοίρας των ανθρώπων που θέλουν να σου μιλήσουν για τη δόξα, το παρελθόν, το μέλλον∙ την καταστροφή που προς τα κει βαδίζουν σταθερά. Με βαθιά φωνή, μες σε καπνούς, δίπλα στον καφέ που μου σέρβιρε, μου μίλησε, για διάφορες νύχτες, για την ζωή της, για το πάθος της, το ρεμπέτικο.

Οι δεκαετίες ’50, ’60, ’70 πέρναγαν από μπροστά μου. Η Νίνου, η Μπέλλου, ο Τσιτσάνης, ο Καλδάρας, ο Μπιθικώτσης… συνομιλητές της. Η Ελλάδα του Βορρά, οι άνθρωποι του τραγουδιού, η πλατεία Ομονοίας, η Βάθης, όλα για το τραγούδι και τον χαμό της.

Οι έρωτές της, ο Καζαντζίδης, η μάνα του, ο παρ’ ολίγον γάμος τους, η αρρώστια της, τα βάσανά της, το παιχνίδι με τον θάνατο. Ένα γνήσιο ποιητικό πρόσωπο μού άνοιγε την καρδιά του. Κι εγώ έκανα το πορτραίτο του, μες σε φωτιές και συντρίμμια μιας ζωής που κυλάει αδιάφορη αφήνοντας τα πλάσματά της στην άκρη.

Μέσα σε τάφο βαθύ, χωρίς οίκτο.
Δυνατή και μόνη.
Κρατώντας από τη Σαμψούντα του Πόντου, γεννημένη στα Kοκκινόγεια της Δράμας.
Κι από κει στη Θεσσαλονίκη κι από κει στην Αθήνα.
Μικρό κορίτσι.
Απένταρη, με μόνο κεφάλαιο την ιερή μανία του ρεμπέτικου.
Στο πάλκο όπως και στη ζωή.
Ο άγονος έρωτας με τον Καζαντζίδη.
Η τρελή περιπέτεια με ένα διάσημο τραγούδι χωρίς τέλος.
Η Βάθη, η Ομόνοια, ο Τζίμης ο Χοντρός, η Τριάνα του Χειλά.
Τα άνθη του κακού.
Οι απαγορευμένες ουσίες.
Τα τραγούδια που δεν είπε.
Τα συμβόλαια που δεν υπέγραψε.

Η αγία Αμαζόνα, η Σεβάς Χανούμ, λέει όλη τη ζωή της απόψε στον νέο δημοσιογράφο που ήρθε να τη γνωρίσει, αλλά παραδίνεται άοπλος στην τρικυμία του μυαλού της.

Η Κωνσταντίνα Μιχαήλ έχει γοητευτεί απίστευτα από τη Σεβάς Χανούμ και με τη σειρά της αναφέρει: «είναι μία θρυλική τραγουδίστρια που έζησε τη ζωή της με πάθος, χωρίς ποτέ να ηχογραφήσει η ίδια. Έκανε έναν τεράστιο κύκλο στο τραγούδι για να καταλήξει μόνη έρημη και φτωχή, σαν αυτούς τους καλλιτέχνες που εγκαταλείπουν τον κόσμο ξεχασμένοι…

Ήταν μία γυναίκα που κατάφερε να επιβιώσει μέσα στη ζούγκλα των μπουζουκιών, τότε που το ρεμπέτικο πήρε πια μία θέση μεγαλειώδη στην κοινωνία, και που, καλλιτέχνες όπως ο Τσιτσάνης, ο Βαμβακάρης, ο Χιώτης, η Καίτη Γκρέυ, η Πόλυ Πάνου, η Μαίρη Λίντα, μεσουρανούσαν. Τότε το λαϊκό τραγούδι είχε πολλά λεφτά. Άνθιζε. Και η Σεβάς Χανούμ το έζησε αυτό σε όλο του το μεγαλείο.»

Στην παράσταση του Κωνσταντίνου Ρήγου, βλέπουμε μια γυναίκα στο πάλκο, με τον τσαμπουκά και τα πιστεύω της που έκανε μια μεγάλη καριέρα. Μια ηρωίδα που γοητεύτηκε από τη λάμψη και έκαψε τα φτερά της σαν νυχτερινή πεταλούδα στη φωτιά. Αναλώθηκε στις καταχρήσεις, στα γλέντια και τις περιοδείες. Δεν κράτησε καθόλου χρήματα, αρρώστησε βαριά και απέμεινε μόνη. Τη βλέπουμε και την ακολουθούμε στον μονόλογό της. Έχει τα ζόρια και τα παράπονά της, ζητά να τη συντρέξουμε, αλλά πια είναι αργά.

 Η Κωνσταντίνα Μιχαήλ ερμηνεύει αυτή τη γυναίκα του ρεμπέτικου τραγουδιού και γοητεύει. Ο Ιάσονας Χρόνης πλάι της είναι ο δημοσιογράφος στον οποίο διηγείται τη ζωή της η Σεβαστή και, ταυτόχρονα, ένας εκπληκτικός τροβαδούρος. Έξοχη συνύπαρξη. Μαζί οι δυο τους δημιουργούν έντονα συναισθήματα, κερδίζουν την αίθουσα και την παρασύρουν στη συγκίνηση, που αφήνει ελεύθερη η Κωνσταντίνα Μιχαήλ να τρέξει από τα μάτια της. Δείτε την παράσταση, όπου τη συναντήσετε.

Ταυτότητα Παράστασης

Κείμενο: Γιώργος Χρονάς
Σκηνοθεσία – διασκευή: Κωνσταντίνος Ρήγος
Φωτισμοί: Χρήστος Τσιόγκας
Φωτογραφίες: Κωνσταντίνος Ρήγος
Δημιουργικό αφίσας: Κωνσταντίνος Γεωργαντάς
Γραφείο Τύπου – Προβολή: Γιάννης Δαλάκας
Παραγωγή: Θέατρο ΑΥΛΑΙΑ

Ερμηνεύει η Κωνσταντίνα Μιχαήλ
Στο ρόλο του δημοσιογράφου ο Ιάσονας Χρόνης

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα