Connect with us

Πολιτισμός

«Λυσσασμένη γάτα» του Τενεσί Ουίλιαμς στο «Βασιλικό Θέατρο» από το Κ.Θ.Β.Ε.

«Λυσσασμένη-γάτα»-του-Τενεσί-Ουίλιαμς-στο-«Βασιλικό-Θέατρο»-από-το-ΚΘΒΕ.

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

«Αλλά βέβαια, εγώ δεν έχω τη γοητεία του ηττημένου, εγώ έχω ακόμα κουράγιο ν’ αγωνίζομαι και είμαι αποφασισμένη να νικήσω… Αν και δεν ξέρω τι είδους νίκη μπορεί να πετύχει μια λυσσασμένη γάτα πάνω σε καυτή, τσίγκινη στέγη ─ μόνο να προσπαθήσει να κρατηθεί εκεί πάνω για όσο αντέχει…»

Το θεατρικό του Τενεσί Γουίλιαμς έκανε πρεμιέρα στο Μπρόντγουεϊ στις 24 Μαρτίου του 1955  με τον Μπεν Γκαζάρα στον ρόλο του Μπρικ και την Μπάρμπαρα Μπελ Γκέντες στον ρόλο της Μάγκι, σε σκηνοθεσία Ελία Καζάν. Ο Τενεσί Ουίλιαμς έλαβε για το έργο αυτό βραβείο Πούλιτζερ, ενώ το 1958 μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη με τον Πωλ Νιούμαν και την Ελίζαμπεθ Τέιλορ στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.  Η ταινία έλαβε 6 υποψηφιότητες για βραβείο Όσκαρ, μεταξύ των οποίων  και για  Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, χωρίς όμως να κερδίσει κάποιο.

Υπόθεση

Σε μια πλούσια αγροικία η οικογένεια Πόλιτ συγκεντρώνεται για τα 65α γενέθλια του Big Daddy, ο οποίος αγνοεί ότι είναι βαριά άρρωστος. Κατά τη διάρκεια των εορτασμών, μια σειρά γεγονότων φέρνει στο φως το γιατί ο μικρός γιος, ο Μπρικ, δεν κάνει παιδιά με την πανέμορφη σύζυγό του, Μάγκι, και έχει επιλέξει για μόνιμη συντροφιά του το ποτό. Ο μεγάλος γιος,  ο Γκούπερ, ετοιμάζεται να γίνει για έκτη φορά πατέρας και ζητά το μερίδιο της κληρονομιάς που θεωρεί ότι του αναλογεί. Οι ενδοοικογενειακές διαμάχες και –κυρίως – η σύγκρουση του Μπιγκ Ντάντι με τον Μπρικ θα αλλάξει τις ζωές όλων.

Η Μάγκι. Ο Μπρικ. Ο Big Daddy. Τρία πρόσωπα, τρεις ρόλοι γραμμένοι από τον Τενεσί Ουίλιαμς, συνθέτουν ένα διαφορετικό τρίγωνο, οικογενειακό και ερωτικό, το τρίγωνο της «Λυσσασμένης γάτας». Το αιώνιο παιχνίδι του έρωτα και του θανάτου, της απελπισίας και της ελπίδας, της γονιμότητα

Και της στειρότητας, της φιλίας και της οικογένειας.

 Ανάγνωση

Μέσα από τη «Λυσσασμένη Γάτα» ο Τενεσί Ουίλιαμς τοποθετεί τον  θεατή να παρακολουθήσει  στενά, για ακόμα μια φορά, την πολυεπίπεδη πτώση της παραδοσιακής οικογένειας του Νότου, που πάντα ήταν ο συντηρητικός πυλώνας  της αμερικανικής κοινωνίας.

Είναι ένα έργο όπου πιστεύουμε κάθε λέξη που δεν εκφέρεται, κάθε συναίσθημα που δεν εκδηλώνεται, κάθε αδυναμία που δεν ομολογείται. Οι δύο κύριοι χαρακτήρες του, εκρηκτικοί μέσα στα αδιέξοδά τους, είναι διατεθειμένοι να συγκρουστούν έως τη συντριβή και την κατάρρευση. Έχουμε να κάνουμε εδώ με μια έγγαμη ερωτική σχέση που θυμίζει περισσότερο εναγκαλισμό θανάτου, παρά προσπάθεια συμβίωσης.

Η διεκδικητική Μάγκι προσπαθεί να αναστήσει πεθαμένα αισθήματα στον παραιτημένο Μπρικ που, μετά τον βιολογικό τραυματισμό του σε κάποιο γήπεδο, αποσύρεται στο δωμάτιό του και καταφεύγει στο ποτό.

Στην Αμερική της δεκαετίας του’50, όταν η διαφύλαξη της εθνικής ταυτότητας καθίσταται ζήτημα υψίστης προτεραιότητας, όταν οτιδήποτε εναλλακτικό θεωρείται αυτομάτως απειλή προς τον παραδοσιακό τρόπο ζωής, όταν οι κομμουνιστές και οι ομοφυλόφιλοι μετατρέπονται σε αποδιοπομπαίους τράγους και συλλαμβάνονται, ενώ το κράτος καλεί τους πολίτες να καταδώσουν φίλους και συνεργάτες, οι ήρωες του Ουίλιαμς φτιάχνουν τους δικούς τους γυάλινους κόσμους, προκειμένου να  επιβιώσουν, να βρουν ένα ασφαλές μέρος για να ανασάνουν ελεύθερα.

Η παράσταση

Αν η υπογραφή δεν ήταν του Σύλλα Τζουμέρκα αλλά ενός συγχρόνου αλά Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, θα μιλούσαμε για μια «πολύ λυσσασμένη γάτα», εφόσον ξέρουμε ότι ο Γερμανός σκηνοθέτης δεν αρέσκετο  σε ημίμετρα, με το γυμνό.

 Ωστόσο, ο  διακεκριμένος  κινηματογραφιστής με πολλά βραβεία στο ενεργητικό του  και καλός ηθοποιός Σύλλας Τζουμέρκας, επιχειρεί για πρώτη φορά στην καριέρα του να σκηνοθετήσει μόνος του  ένα θεατρικό έργο και, μάλιστα,  υπαρξιακό δράμα του Τενεσί Γουίλιαμς. Την «Λυσσασμένη Γάτα».

Ακολουθεί  με  κινηματογραφική  γραφή  έναν ρεαλιστικό  δρόμο, σε μια σύγχρονη προσέγγιση του κειμένου και σε δίκη του μετάφραση και επιθυμεί ( υποθέτω) να  αποκαλύψει με ακρίβεια όλα τα στοιχεία του, οπτικά και νοητά.

Έτσι, παρουσιάζει την κοινωνιολογική, την ψυχολογική και τη συμβολική όψη του έργου, με κινηματογραφικό ύφος, ας πούμε κόμικς, δηλαδή μια  αφήγηση ως μια αλληλουχία εικόνων και ήχων, που ερμηνεύονται από τον θεατή ως μια «ιστορία» με συγκεκριμένη πλοκή, εξέλιξη και κατάληξη. Επομένως, ταυτίζεται με τις απαιτήσεις του συγγραφέα, έστω με αισθητική νομάδων, με στιλ παλιομοδίτικο που βρίσκει κανείς στα καταστήματα  «ό,τι πάρεις 4 ευρώ».  Άκομψο εγχείρημα, αλλά άποψη, θα πείτε.

Οπωσδήποτε,  μελέτησε ότι  οι πολύπλοκες σχέσεις μεταξύ μας  συνθέτουν ένα δίχτυ, όπου, μαζί με τα πολλά θετικά μας στοιχεία, κουβαλάμε και ένα μεγάλο βάρος από οδυνηρά βιώματα, ασυνείδητες εμπάθειες, αναίτιες προκαταλήψεις, κληροδοτημένα μίση ή καταναγκαστικές προτιμήσεις, που στοιχειώνουν τον αγώνα μας για ολοκλήρωση και ευτυχία.

Το δυναμικό του ανθρώπινου όντος, όπως και εκείνο των κοινωνικών του ιστών, είναι στην πραγματικότητα ανεξάντλητο, παραμένει όμως ανεκμετάλλευτο εξαιτίας της τάσης του να καθηλώνει τον εαυτό του στην πιο μέτρια εκδοχή του. Η απάντηση σ’ αυτή την πρόκληση, το πέρασμα από το ψεύτικα ατομικό στο αληθινά συλλογικό, είναι να γνωρίσουμε σε βάθος τον εαυτό μας και να απελευθερώσουμε την κρυμμένη του δημιουργικότητα, επιτρέποντάς της να ανθίσει. Ακριβώς γι’ αυτούς τους λόγους μοίρασε τους κεντρικούς ήρωες σε διαφορετικά πρόσωπα κι έτσι  αγκάλιασε όλες τις συνιστώσες του ψυχολογικού, εσωτερικού κόσμου μας.

Πιστεύω, ότι ο σκηνοθέτης μέσα από τη κινηματογραφική του  γραφή , δίνει  περισσότερη σημασία στην καταλυτική μορφή της όλης σύνθεσης, τον πατέρα ( εξαιρετικός ο Βασίλης Σπυρόπουλος) , επειδή γνωρίζει  – ύστερα από τόσα ταξίδια στα διεθνή Φεστιβάλ – ότι στην εποχή της ταχύτητας και των αλλαγών, σε όλα τα επίπεδα που διανύουμε  σήμερα, ο συναισθηματικός κόσμος υποχωρεί μπροστά στο αλόγιστο κυνήγι της επιτυχίας. Αλλά το άγγιγμα της ψυχής, γυμνής, μοναχικής, κρυμμένης  πίσω από ένα κοινωνικό προσωπείο, ενδιαφέρει τον καθένα, πάντα θα ενδιαφέρει τον καθένα.

Οπότε, ο  μη αποστασιοποιημένος θεατής από τη δράση, αυτός  που διαπερνά βήμα το βήμα το κείμενο  και δε χάνεται στους φρενήρεις ρυθμούς της παράστασης, ενίοτε περιττούς, αντιλαμβάνεται ότι τ’ αστέρια τα μετρά με τα μάτια της ψυχής  σε μια υπέρβασή του  να ξεπεράσει τον φόβο της μοναξιάς, τον χρόνο που τρέχει χωρίς έλεος , ενώ αυτός, εμείς, απεγνωσμένα προσπαθούμε ν’ αφήσουμε το στίγμα ότι δεν ήρθαμε να δούμε και να φύγουμε, αλλά αγαπήσαμε και μπορέσαμε να αγαπηθούμε.

Έργο χαρακτήρων η «Λυσσασμένη Γάτα», ηρώων που ξεδιπλώνουν μυστικά και ψέματα και περνάνε από την υποκρισία στην αλήθεια.

Στη σκηνή του «Βασιλικού Θεάτρου» συντελείται – κατά τον σκηνοθέτη –   μια κάθαρση ψυχής. Με παράδοξο, θορυβώδη  τρόπο, σαν χολιγουντιανή  b – movie.  Θα θέλαμε οι θεατές να  περνά  η αποδοχή  της πικρής αλήθειας, αυτή που   συνταράσσει τους ήρωες, τους  κάνει να βιάζονται να εκφραστούν και τελικά τους λυτρώνει,  να τους μετατρέπει από μέλη αγέλης ψεύτικων συμβάσεων, σε κανονικούς ανθρώπους, αλλά  δεν το ήθελε ο  κ. Σύλλας Τζουμέρκας. Κι έτσι, παραμένουν ένας ακαθόριστος εσμός , δίχως διαύγεια. Θα θέλαμε να δούμε   πώς αρχίζουν οι ήρωες δειλά- δειλά να νοιάζονται, να αγαπιούνται και να το δείχνουν, τιμώντας  έτσι τη ζωή με τον σεβασμό στην κάθε στιγμή της,  όμως, όχι μόνο δεν το είδαμε, αλλά μερικοί στην αίθουσα μήτε ν’ ακούσουν θέλανε. Προτιμούσαν, μάλλον,  το θολό, άγευστο απόσταγμα, έχοντας στον  νου ν’ αγοράσουν ένα μπουκάλι νερό στην έξοδο, ως  καθαρτήριο  «δια ταύτα».

Οι ερμηνείες των ηθοποιών του κρατικού φορέα του Βορρά  αξιοπρόσεχτες  αναμφίβολα. Βέβαια, κατάντησε κλισέ   η σκηνοθετική άποψη να μοιράζονται  οι ρόλοι  σε πολλά στόματα και σώματα.

 Οι ηθοποιοί του Κ.Θ.Β.Ε. , έμπειροι και πειθαρχημένοι εργάτες του θεάτρου, ακολουθούν πάντα τις σκηνοθετικές οδηγίες. Οι: Βασίλης Σπυρόπουλος, Γιάννης Καραμφίλης και  Βασίλης Μπεσίρης, στον ρόλο του πατέρα, με σκηνική άνεση δίνουν τη λεπτομέρεια, ακροβατούν  στις αποχρώσεις, αλλά δεν  τιθασεύουν την υπερβολή,  επειδή δε θέλησε ο σκηνοθέτης να  τη μετατρέψουν   σε φυσικότητα.

 Εγώ, πάλι, δέχομαι ότι αυτοί οι  καλοί ερμηνευτές   πλάθουν με την ικανότητά τους  χαρακτήρες, με τις αδυναμίες, τα πάθη, τις εξάρσεις τους, κινούμενοι με ερμηνευτική δεινότητα  στην κόψη του ασυνειδήτου και της συνείδησης, του αποδεκτού και του αποφευκτέου, της δίψας για τη ζωή και της τελικής αποδοχής του θανάτου, έτσι όπως το θέλει ο Τενεσί Ουίλιαμς κι όχι ο σκηνοθέτης.

 Η Λίλα Βλαχοπούλου, η Λουκία Βασιλείου, η  Άννα Κόπακα  και η Λίλιαν Παλάντζα, σημαντικές μονάδες αλλά και εκπαιδευμένο ανσάμπλ της Μάγκι, αναδεικνύουν την «επιθετική άμυνα» της γυναίκας που στερείται τον   έρωτα και  τη χαρά της μητρότητας, ενώ παλεύουν με τον τραυματικό και αλκοολικό ψυχισμό του συζύγου, αλλά και με τους ενδοοικογενειακούς ανταγωνισμούς για τη διαχείριση της περιουσίας του ετοιμοθάνατου πεθερού.

 Ο Γιώργος Παπαδάκος και ο Δημήτρης Κολοβός, υποδύονται, σύμφωνα με τις σκηνοθετικές  οδηγίες, τον Μπρικ, τον  αλκοολικό, δύσπιστο, μελαγχολικό, μα πληγωμένο Μπρικ από τον θάνατο του αγαπημένου του φίλου, όμως αμέτοχο στον ενδοοικογενειακό ανταγωνισμό. Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι στον Μπρικ ο Τενεσί βλέπει τον ίδιο τον εαυτό του. Ποτό, λανθάνουσα ομοφυλοφιλική τάση, εύνοια από τον πατέρα, αδιαφορία για τη γυναίκα του.

Αντίποδας του Μπρικ η κυνική αρπακτικότητα του Γκούπερ, τον οποίο υποδύεται ο πολύ καλός Ορέστης Παλιαδέλης, ενώ η Μελίνα Αποστολίδου υποστηρίζει καίρια μια Αμερικάνα μεγαλοαστή σύζυγο- μητέρα, αλλά και μεγαλοκληρονόμο.

Αρμόζουσες είναι και οι ερμηνείες της Βάσιας  Μπακάκου, ως συμφεροντολόγα και διεστραμμένη Μέι και Σούζι  ΜακΦίτερς.

Όλη η δράση του έργου συμπυκνώνεται στο σπίτι – καλύβα  ενός  καλλιεργητού βαμβακιού που σχεδίασε κατά παραγγελία σκηνοθέτη,  η Πηνελόπη Βαλτή. Εκεί και οι συζητήσεις των ηρώων (κοστούμια,  άνευ σημασίας  στη δράση,  της Μάρλι Αλειφέρη), ασυμφιλίωτοι όλοι τους  με την αλήθεια της ζωής.

Οι θεατές στο φινάλε  χειροκροτούν  την  ανατρεπτική εκδοχή του έργου, τις  ερμηνείες των ηθοποιών  και το  ανέμπνευστο – ομολογουμένως – τοπίο, που δημιουργούν  τα σκηνικά, τα κοστούμια, και οι φωτισμοί της παράστασης  των  Ελίζας Αλεξανδροπούλου και Δήμητρας  Αλουτζανίδου.

Ευχάριστη μουσική έκπληξη  η ερμηνεία της Πόπης Τυπάλδου (από το Τμήμα Μουσικών Σπουδών του ΑΠΘ) στο πιάνο.

Επίλογος

Το 1955 ο Τενεσί Ουίλιαμς γράφει τη Λυσσασμένη Γάτα, ένα θεατρικό έργο που σχολιάζει την υποκρισία στις διαπροσωπικές σχέσεις εντός μιας οικογένειας. Εδώ ο γάμος αποτελεί κοινωνική και μόνο υποχρέωση. Οι άνθρωποι φοράνε προσωπεία για να δείχνουν ότι τάχα αγαπούν, ότι ενδιαφέρονται -προσωπεία τόσο ρεαλιστικά και μόνιμα που έχουν ξεχάσει ότι είναι απλά μάσκες. Ο έρωτας αποτελεί εργοστάσιο παραγωγής απογόνων και μόνο, ουδείς απολαυστικότερος χαρακτήρας του αναγνωρίζεται. Ταυτόχρονα, όποια άλλη ατομική προτίμηση δεν αντιπροσωπεύει το κοινωνικό σύνολο, οφείλει να αυτοκτονήσει.

Συντελεστές

Μετάφραση – Σκηνοθεσία: Σύλλας Τζουμέρκας, Σκηνικά: Πηνελόπη  Βαλτή, Κοστούμια: Μάρλι Αλειφέρη, Φωτισμοί: Ελίζα Αλεξανδροπούλου & Δήμητρα Αλουτζανίδου, Επιμέλεια κίνησης & Βοηθός σκηνοθέτη: Σοφία Παπανικάνδρου, Βοηθός σκηνογράφου: Νιόβη Μπολιάκη, Βοηθός ενδυματολόγου: Δανάη Πανά, Μουσική διδασκαλία: Χρύσα Τουμανίδου, Οργάνωση παραγωγής: Αθανασία Ανδρώνη

* Βοηθοί σκηνογράφου και ενδυματολόγου, στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης, Ασημίνα Πλουμή και Μελίνα Καμάρα.

Διανομή:
Μελίνα Αποστολίδου: Μητέρα
Λουκία Βασιλείου: Μάγκι 2
Λίλα Βλαχοπούλου: Μάγκι 3 / Μέι 2
Γιάννης Καραμφίλης: Αιδεσιμότατος Τούκερ 1 / Πατέρας 2
Δημήτρης Κολοβός: Μπρικ 2 / Γέρος εργάτης
Άννα Κόπακα: Μάγκι 1
Βάσια Μπακάκου: Μέι 1 / ΣούζιΜακΦίτερς
Βασίλης Μπεσίρης: Poolboy / Σκίπερ / Γιατρός Μπο / Αιδεσιμότατος Τούκερ 2 / Πατέρας 3
Λίλιαν Παλάντζα: Μάγκι 4 / Σούκι
Ορέστης Παλιαδέλης: Γκούπερ
Γιώργος Παπαδάκος: Μπρικ 1
Βασίλης Σπυρόπουλος: Πατέρας 1
Παιδιά: Γαλάτεια Αγγέλη, Δημήτρης Καυκάς, Γιώργος Κωνσταντινίδης, Στέλλα Παπανικολάου

* Η παράσταση είναι κατάλληλη για άτομα άνω των 16 ετών.

ΠΑΥΛΟΣ  ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Πολιτισμός

«Το σπίτι με τα δώρα» των Αντώνη και Κωνσταντίνου Κούφαλη στο Αντιγόνη Βαλάκου

«Το-σπίτι-με-τα-δώρα»-των-Αντώνη-και-Κωνσταντίνου-Κούφαλη-στο-Αντιγόνη-Βαλάκου

«Το σπίτι με τα δώρα» των Αντώνη και Κωνσταντίνου Κούφαλη, έρχεται στην Καβάλα στο Θέατρο Αντιγόνη Βαλάκου για 3 μόνο παραστάσεις, την Παρασκευή 8 και το Σάββατο 9 Μαρτίου στις 9 το βράδυ και την Κυριακή 10 Μαρτίου στις 7 το απόγευμα.

Τρεις γυναίκες, η Ελένη, η Βασιλική, η Ιωάννα αφηγούνται τα τραύματα τους. Η πρώτη κουβαλάει την προσωπική της τραγωδία πάνω σ’ ένα τενεκεδένιο νύχι που φύτρωσε στη θέση του παλιού που μαύρισε κι έπεσε. Το νύχι αυτό είναι η πανοπλία, η άμυνα της. Αυτό θα την καθορίσει, αυτό θα δώσει τη λύση… Η Βασιλική ζει σ’ ένα σπίτι απ’ όπου απουσιάζει ο αέρας. Παιδί δυο προβληματικών γονιών, θα πάρει τη ζωή στα χέρια της όταν διαπιστώσει πως η ανήλικη κόρη της βιώνει τη δική της τραγωδία με δέλεαρ μια κούκλα… Η Ιωάννα είναι μια έφηβη που γεννήθηκε άνδρας σ’ ένα γυναικείο κορμί. Σύντομα θα απεκδυθεί τη γυναικεία φύση της όταν, ντυμένη αγόρι, θα γίνει το αντικείμενο του πόθου μιας συνομήλικης της. Η κατάληξη θα είναι τραγική.

Το έργο τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Θεάτρου 2001.

Σημείωμα των συγγραφέων

Γυναικείες αποσκευές:

Οι τρεις ηρωίδες του έργου μεταφέρουν τις αποσκευές τους και τις ανοίγουν μπροστά στον θεατή. Έχουν μέσα τραύματα ανεπούλωτα, ιστορίες ανείπωτες, μνήμες που θέλουν να ξεχάσουν, αναιρέσεις και διαψεύσεις, πίκρες, κομμάτια από ζωές άλλων που ονειρεύτηκαν αλλά δεν πρόλαβαν να χαρούν. Είναι ευάλωτες και αποφασισμένες να βιώσουν αυτό που τους δωρήθηκε, πληρώνοντας τελικά το κόστος των επιλογών τους που υπερβαίνει το μέτρο και τον κανόνα. Ένα τενεκεδένιο νύχι, μια αλλόκοτη κούκλα, ένα μαχαίρι είναι τα δώρα–όπλα στη μάχη της δικαίωσης, της λύτρωσης και της θυσίας. Είναι γυναίκες που υπήρξαν και υπάρχουν σε Αθήνα και περιφέρεια, σε πόλεις και χωριά, προσδιορίζοντας τον τόπο του προσωπικού τους μαρτυρίου ανάμεσα σε δωμάτια χωρίς στίγμα, χώρους εργασίας που στάζουν αλατόνερο, δημόσια ουρητήρια και αποκαρδιωτικά ψυχικά τοπία. Τις αγαπήσαμε και τις φροντίσαμε αλλά μας εγκλώβισαν και μας τρόμαξαν. Κι όλη αυτή η επώδυνη πορεία για την αλήθεια τους έγινε για μας ένα μεγάλο βήμα προς την αυτογνωσία και την κάθαρση.

Σημείωμα του σκηνοθέτη

«…να φοβάσαι όταν δεν πονάς. Ο πόνος δεν είναι σύμπτωμα, είναι η αρχή της γιατρειάς…»

(απόσπασμα από «Το Σπίτι με τα Δώρα»)

«Το Σπίτι με τα Δώρα» ένα έργο σκληρό, ένα έργο αληθινό, ένα έργο ενδοσκόπησης της οικογένειας, της οικογένειας που υπάρχει και τρομάζει την κοινωνία, την κοινωνία που αδιαφορεί και ανέχεται αυτή τη σκληρότητα. Ένα έργο ρεαλιστικό που αγγίζει τα όρια της ποίησης. Προσπαθώντας να βρούμε αυτή τη συνδετική τομή ρεαλισμού και ποίησης, δοκιμάζουμε να ανιχνεύσουμε υποκριτικούς κώδικες που συνδέουν αυτά τα δύο πεδία. Το λιτό και «σκληρό» σκηνικό επηρεασμένο από την μεσαιωνική βιαιότητα σε συνδυασμό με τη χρήση ζωντανής μουσικής δημιουργούν ένα δυστοπικό οικογενειακό περιβάλλον που διαπερνά την ελληνική κοινωνία. Το θέατρο οφείλει να ενοχλεί, να τροποποιεί και να αλλάζει τον κόσμο· ως εκφραστές αυτής της σκέψης… εμπρός για την εξέλιξη μας.

Παίζουν:

Μικαέλα Δανά: Βασιλική

Μαρία Καρακίτσου: Ελένη

Κατερίνα Παρισσινού: Ιωάννα

Μουσικός επί σκηνής (τσέλο): Κλεοπάτρα Δαρδάλη

Συντελεστές:

Σκηνοθεσία: Λευτέρης Παπακώστας

Πρωτότυπη μουσική: Ανθή Γουρουντή

Κοστούμια/σκηνικά αντικείμενα: Σπύρος Γκέκας

Σκηνική εγκατάσταση/κατασκευή: Λευτέρης Παπακώστας, Μαρίνα Μηλιάρη

Βοηθός Σκηνοθέτη: Αλεξάνδρα Γεωργίου

Φωτισμοί/Φωτογραφίες: Παύλος Μαυρίδης

Hair stylist / make up artist (φωτογράφισης): Βίκυ Χατζή

Υπεύθυνη Παραγωγής: Πασχαλιά Σιγγίκου

Διαχείριση social media: Εύη Αγγελίνου

Υπεύθυνος επικοινωνίας: Αντώνης Κοκολάκης

Παραγωγή:

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΕΧΝΩΝ ΠΕΙΡΑΙΑ «ΕΝΤΡΟΠΙΑ» / etp.entropia@gmail.com

Τιμές εισιτηρίων:

14 € Γενική Είσοδος,

10 € Φοιτητικό-Ανέργων-ΑΜΕΑ-Άνω των 65 ετών

Προπώληση εισιτηρίων καθημερινά από τη Δευτέρα 4 Μαρτίου, 11.00 – 14.00 & 18.00 – 20.00, στο Κέντρο πληροφόρησης επισκεπτών Δήμου Καβάλας (πρώην ΕΟΤ) στην Κεντρική Πλατεία, τηλ: 2510-620566.

Ηλεκτρονική Προπώληση: https://www.more.com/theater/to-spiti-me-ta-dora-3/

Παρασκευή 8, Σάββατο 9, Κυριακή 10 Μαρτίου

Θέατρο Αντιγόνη Βαλάκου

Διάρκεια: 80’

Για περισσότερες πληροφορίες και κρατήσεις μπορείτε να καλείτε στα τηλέφωνα του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας 2510. 220876 – 7 (09:00-14:00).

ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Κωλόκαιρος» στο «Κολοσσαίον» (Κείμενο: Αντώνης Τσιοτσιόπουλος Σκηνοθεσία: Γιώργος Παλούμπης)

«Κωλόκαιρος»-στο-«Κολοσσαίον»-(Κείμενο: Αντώνης-Τσιοτσιόπουλος-Σκηνοθεσία: Γιώργος-Παλούμπης)

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

«Και η βρόχα έπεφτε… straight through» .

 Έτσι ακριβώς, αλλά απ’ έξω. Από μέσα το «straight» είναι τα γαρίφαλα, τα στρωμένα στο δάπεδο, στο σκυλάδικο «Διυλιστήριο» της Ελευσίνας. Τα απόνερα έχουν, ήδη, φέρει τη λάσπη στο εσωτερικό. Λασπωμένα κι άπλυτα τα κρυμμένα, από κείνα που καταλαβαίνεις και λες «πάρε τα χέρια σου από πάνω μου, Γκρούεζα, μη με λερώσεις», σαν τον Μαυρογιαλούρο. Κατάσταση «Μπύθουλα» τρανταχτή, αλλά αποδεκτή. Από «Λαό και Κολωνάκι».

Η τραγουδιάρα, καθωσπρέπει. Λαμέ και στρας το φόρεμα, ξανθό μακρύ μαλλί, τίναγμα με νάζι και το μπούτι να φαίνεται. Γυναίκα της νύχτας η Μαρία, με βότκα και τσιγάρο, το πρέπον βηχαλάκι και η βαρεμάρα εμφανής, καθώς το μαγαζί, άδειο. Σωστή και φίρμα.

Μια κόκκινη φωτεινή ταμπέλα στο μπαρ: «No smoking» ειρωνεύεται τον κόσμο, αφού οι καπνοί κρατούν αμείωτα θολή την ατμόσφαιρα.

Ο Στέλιος κι ο Μάκης, της λαϊκουριάς παιδιά, ανταλλάσσουν τα κλασσικά γαμοσταυρίδια και κει πάνω στο σενιάρισμα, εμφανίζεται αυτός- αυτή. Μια αναστημένη Δήμητρα της Λέσβου. Μια ζωντανή Μπέττυ, μια ώριμη, άχαρη μαυροφορούσα, αλλά με χαριτωμένο όνομα: Σοφοκλής.

Ναι, σ’ αφήνει άφωνο αυτός ο σπουδαίος Στάθης Σταμουλακάτος. Ηθοποιός ολκής!

Μια βροχερή μέρα, λοιπόν, στο νυχτερινό κέντρο «Διυλιστήριο» στην Ελευσίνα, ο Σοφοκλής, πρώην ιδιοκτήτης του μαγαζιού, επιστρέφει μετά από πέντε χρόνια αδικαιολόγητης απουσίας και λίγες ώρες πριν από την κηδεία της μητέρας του, ως τραβεστί.

Η απρόσμενη αυτή εμφάνιση προκαλεί αναστάτωση στον περίγυρό του. Καλά κρυμμένα μυστικά από το παρελθόν αποκαλύπτονται και φανερώνουν τη σκληρή πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν οι ήρωες του έργου, φέρνοντάς τους ενώπιον των ευθυνών και των φαντασμάτων τους. 

Η λαϊκή ελληνική πραγματικότητα σκιαγραφείται ρεαλιστικά: αλκοόλ, τσιγάρο, «σκυλάδικα» τραγούδια, αλλά και πονηριά, συμφέρον, απληστία, αντιφάσεις και αμαρτίες. Άνθρωποι με προτερήματα και αδυναμίες που προσπαθούν να επιβιώσουν σε έναν ρευστό κόσμο, που δεν μπορεί να τους προσφέρει καμία ασφάλεια. Η προκατάληψη απέναντι σε ό,τι είναι έξω από την αλήθεια των ηρώων, απέναντι στο διαφορετικό και το καινούργιο, βρίσκει στόχο στο πρόσωπο του Σοφοκλή και, ταυτόχρονα, γίνεται αφορμή να αποκαλυφθεί η γήινη προσωπικότητά τους, με όλες τις αδυναμίες και τα προτερήματά τους.

Η πλοκή κορυφώνεται σταδιακά μέσα από το σασπένς και το χιούμορ, δημιουργώντας έναν σφιχτό κλοιό γύρω από τους χαρακτήρες που, σταδιακά, μοιάζουν οικείοι και αναγνωρίσιμοι. 

Αντώνης Τσιοτσιόπουλος και Γιώργος Παλούμπης είναι γνώριμοι από παλιά και ξέρουν πολύ καλά πώς να γράψει ο πρώτος και πώς να σκηνοθετήσει ο δεύτερος, έργα βγαλμένα από τα σπλάχνα της κοινωνίας. Ξέρουν πολύ καλά και πώς να «πετάξουν» κατάμουτρα στο κοινό την αλήθεια, ωμή και ανεπιτήδευτη.

 Στη σκηνή δρα μια κοινωνία διυλιστήριο, που προσπαθεί να διυλίσει ακόμη και το ασήμαντο, προκειμένου να φανεί «politically correct». Ιδιαίτερη κοινωνία, που συνθλίβει προσωπικότητες, όνειρα και επιθυμίες στον βωμό του «φαίνεσθαι». Έξω ξαστεριά, μέσα κωλόκαιρος. Έξω κανονικότητα – έστω κεκαλυμμένη – φιλία, οικογένεια, συντροφικότητα και μέσα απληστία, εγωισμός, συντηρητισμός και άσβεστο μίσος σε κάθε τι διαφορετικό. Μια κοινωνία που ζέχνει από το βάθος της.

Βλέπουμε ήρωες, ως λούμπεν στοιχεία, που χρησιμοποιούν γλώσσα σκληρή και βρίζουν ανενδοίαστα, βουτηγμένοι στο αλκοόλ και νοτισμένοι από τη μυρωδιά του τσιγάρου και του ξενυχτιού. Ήρωες που μεταλλάσσονται στα μάτια μας σε καθημερινούς ανθρώπους της διπλανής πόρτας, σε όρθιες φιγούρες που περπατούν στην καταιγίδα, χωρίς ομπρέλα.

Το δίδυμο συγγραφέας- σκηνοθέτης τους πιέζει ν’ ανοίξουν στο σανίδι την κολλημένη από τον συντηρητισμό πόρτα της ζωής τους και να δουν αλήθειες: τον άνθρωπο και την τραγική του γελοιότητα.

Νατουραλιστική γραφή από τον Τσιοτσιόπουλο, που προεκτείνει τον ρεαλισμό με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που προβάλλονται στην παράσταση, όπως η ιδέα της πραγματικότητας και οι ιδεολογικές καταβολές, οι πολιτικοκοινωνικές συνθήκες, δηλαδή η αναλυτική μελέτη γεγονότων και προσώπων, η έρευνα πηγών, η ζωντανή αναπαράσταση της κοινωνίας με τις τάξεις της, η ανασύσταση της εποχής που έζησε ο ήρωας του, αλλά όχι ρητορικά. Ζωντανά, ρεαλιστικά.

Η σκηνοθετική αρχιτεκτονική του Γιώργου Παλούμπη δουλεύει στη ραχοκοκαλιά του «Κωλόκαιρου» και δεν τη χαϊδεύει. Δεν ωραιοποιεί καταστάσεις, δεν προσπαθεί να απλώσει ένα δίχτυ προστασίας σε ό,τι λέγεται και ακούγεται. Κρατά ανεβασμένη την ένταση στη διαπασών , αλλά ταυτόχρονα χειρίζεται άριστα τις απαιτούμενες ισορροπίες. Όλα φαίνονται υπερβολικά και την ίδια στιγμή ρεαλιστικά. Όλα φαίνονται μεγεθυσμένα αλλά γρήγορα συνειδητοποιεί ο θεατής, πως έτσι είναι η ζωή. Έτοιμη να εκραγεί, αν βγουν στη φόρα τα καλά κρυμμένα μυστικά , αν κάποια στιγμή το παρελθόν επισκεφθεί βίαια το παρόν.

Μέσα στο εξαιρετικό σκηνικό του ξενυχτάδικου «Διυλιστήριο», της Νατάσσας Παπαστεργίου, η υποκριτική ομάδα των πέντε ηθοποιών (Στάθης Σταμουλακάτος, Θάνος Αλεξίου, Βασιλική Διαλυνά, Στέλιος Δημόπουλος, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος) δίνει τον καλύτερό της εαυτό και ισορροπεί σε ρόλους δύσκολους και με πολλές γωνίες.

Ο Στάθης Σταμουλακάτος ερμηνεύει τον δισυπόστατο χαρακτήρα του Σοφοκλή, ένας από τους πιο απαιτητικούς του ρόλους, και γοητεύει με τον εκπληκτικό χειρισμό των εντάσεών του και των εκφραστικών του μέσων.

Ο Στέλιος Δημόπουλος στον ρόλο του αδελφού του Μίμη, δίνει μία στιβαρή ερμηνεία και αποδεικνύει πόσο καλά ελίσσεται και στα ρεαλιστικά έργα.

Ερμηνεία απολαυστική από τον Θάνο Αλεξίου, καθώς είναι αυτός που λειτουργεί ως καταλύτης και εμποτίζει τη δράση με αβίαστες δόσεις εκρηκτικού χιούμορ.

 Η Βασιλική Διαλυνά, έξοχη Μαρία, ανταπεξέρχεται άριστα στον απαιτητικό ρόλο της γυναίκας του Σοφοκλή, ενός αδικημένου πλάσματος από τη ζήση του και τις τραγικές της συγκυρίες, μας χαρίζει γενναιόδωρα δουλευμένες σκηνές και ως τραγουδίστρια και ως γυναίκα – θύμα. Πραγματικά, υπέροχη.

Ο συγγραφέας και ηθοποιός Αντώνης Τσιοτσιόπουλος, στον ρόλο του Στέλιου, του κουμπάρου του Σοφοκλή ή αλλιώς του μεσάζοντος, του «πυροσβέστη», είναι ο άνθρωπος που ξέρει όλα τα τραγικά μυστικά, όμως τα έχει παραχωμένα βαθιά μέσα του, προκειμένου να αποφευχθούν τα χειρότερα. Είναι εκείνος που έχει τσακιστεί περισσότερο από τον πόνο της απώλειας και έχει μάθει να ξεχωρίζει την ουσία και την άδολη αγάπη. Μας δίνει μία ενδιαφέρουσα, ρεαλιστικά ανθρώπινη ερμηνεία.

Εντάσεις, αψιμαχίες, αγοραία γλώσσα, δάκρυα, πονεμένες αγκαλιές και τι μένει; Μία κομμένη στα δύο σπανακόπιτα από τα χέρια της νεκρής μάνας και δύο αδέλφια απέναντι το ένα στο άλλο. Αυτή είναι η απόδειξη του πόσο δύσκολο είναι οι πληγωμένοι χωρισμένοι άνθρωποι να έρθουν κοντά, να μονιάσουν, να αγαπηθούν, ακόμη και όταν ζητούμενο είναι, απλώς, το δικαίωμα της ύπαρξής τους, όπως ακριβώς θέλουν αυτοί.

Ο «Κωλόκαιρος» ήταν μία από τις πιο επιτυχημένες και πολυσυζητημένες παραστάσεις του «Θεάτρου του Νέου Κόσμου», με διαρκή sold out. Μια ιδιαίτερη ιστορία εκδίκησης και αποδοχής, που μεταφέρεται στη Θεσσαλονίκη, για να βάλει και πάλι σε ένα ρεαλιστικό σύμπαν γεμάτο σκληρές καταστάσεις, ωμή γλώσσα αλλά και χιούμορ, τους βορειοελλαδίτες θεατές.

Συντελεστές

Κείμενο: Αντώνης Τσιοτσιόπουλος

Σκηνοθεσία- Δραματουργική επεξεργασία: Γιώργος Παλούμπης

Σκηνογράφος: Νατάσσα Παπαστεργίου

Σχεδιασμός Φωτισμών: Βασίλης Κλωτσοτήρας

Ενδυματολόγος: Νατάσσα Παπαστεργίου

Μουσική: Κώστας Νικολόπουλος

Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου : Μαριάνθη Ράδου

Σχεδιασμός ήχου: Ανδρέας Μιχόπουλος

Βοηθός σκηνοθέτη: Παναγιώτα Παπαδημητρίου

Φωτογραφίες: Πάτροκλος Σκαφίδας

Μακιγιάζ: Διονυσία Κωνσταντίνου

Ερμηνεία

Θάνος Αλεξίου, Στέλιος Δημόπουλος, Βασιλική Διαλυνά, Στάθης Σταμουλακάτος, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Σεβάς Χανούμ» του Γιώργου Χρονά στο «ΑΥΛΑΙΑ»

«Σεβάς-Χανούμ»-του-Γιώργου-Χρονά-στο-«ΑΥΛΑΙΑ»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

“Κάθε ιστορία είναι μια διαδρομή χαραγμένη στο μυαλό και στο σώμα…
Με κιμωλία στο πάτωμα”

Κωνσταντίνος Ρήγος

Η συναρπαστική ζωή της Σεβάς Χανούμ, της θρυλικής μορφής του λαϊκού τραγουδιού, ζωντανεύει από 21 Φεβρουαρίου 2024 στο θέατρο ΑΥΛΑΙΑ. Με εργαλείο του τη χειμαρρώδη συνέντευξη που έδωσε η ίδια στον ποιητή Γιώργο Χρονά, ο Κωνσταντίνος Ρήγος επαναπροσέγγισε και επανασύστησε με τον δικό του μοναδικό τρόπο τη θρυλική αυτή τραγουδίστρια.

Μια μοναδική ευκαιρία να απολαύσει κάποιος επί σκηνής την ηθοποιό Κωνσταντίνα Μιχαήλ, σε ρόλο ζωής,να υποδύεται τη Σεβάς Χανούμ.

«Η ιστορία η δική μου, της Σεβάς Χανούμ, Σεβαστής Παπαδοπούλου: Ποντία είμαι. Από τον Εύξεινο Πόντο, από τη Σαμψούντα είμαι. Το γέννημά μου είναι Μακεδόνα. Μακεδόνα είμαι! Γεννήθηκα το 1931, ημέρα Τετάρτη, ανήμερα στα γενέθλια της Παναγίας 8 Σεπτεμβρίου, στις 9 το πρωί».

Το έργο και η παράσταση

Το 1983 μία από τις ωραιότερες λαϊκές φωνές της ελληνικής δισκογραφίας, η Σεβάς Χανούμ, διηγείται την ιστορία της ζωής της σ’ ένα παλιό προσφυγικό σπίτι της Θεσσαλονίκης, στο κασετοφωνάκι του ποιητή και εκδότη Γιώργου Χρονά. Η «αμαζόνα», όπως ήθελε να την αποκαλούν, του ρεμπέτικου τραγουδιού τού μιλά για τον φλογερό της έρωτα με τον Στέλιο Καζαντζίδη, τον παρ’ ολίγον γάμο τους, για τον Πόντο, τη μεταπολεμική Αθήνα, τον Τσιτσάνη, την Μπέλλου, αλλά και για την αρρώστια και το παιχνίδι με τον θάνατο.

Αυτές τις εκτενείς μαρτυρίες ο Γιώργος Χρονάς τις έκανε μονόπρακτο έργο (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οδός Πανός), το οποίο ακολούθως ο Κωνσταντίνος Ρήγος «μεταμόρφωσε» σε θεατρική παράσταση αφιερωμένη στη μοναδική αυτή ιέρεια του λαϊκού τραγουδιού, τη Σεβάς Χανούμ

Λίγοι γνωρίζουν πως πίσω από το όνομα Σεβάς Χανούμ κρύβεται μία θρυλική μορφή του λαϊκού τραγουδιού. Μία γυναίκα μοναδικά δυναμική, που κατάφερε να επιβιώσει σ’ έναν πολύ δύσκολο και ανδροκρατούμενο χώρο, αυτόν του ρεμπέτικου τραγουδιού. Μία γυναίκα που δε δίστασε να βουτήξει στα πάθη της και να ρουφήξει τη ζωή της μέχρι την τελευταία σταγόνα.

Στην παράσταση που σκηνοθέτησε ο Κωνσταντίνος Ρήγος, πάνω στον μονόλογο που έγραψε ο Γιώργος Χρονάς, με τα υλικά της συνέντευξης, η Κωνσταντίνα Μιχαήλ έγινε η Σεβάς Χανούμ, κατά κόσμον Σεβαστή Παπαδοπούλου, εκείνη την Πρωτομαγιά του 1983, στο σαλονάκι της ανάμεσα σε αναμνήσεις, φωτογραφίες, θυμιατά, ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο που δεν είχε ξεστολίσει. Ντυμένη με μαύρο αυστηρό ταγιέρ, με έναν βήχα να την ταράζει κάθε τόσο, καθώς δεν σταματά να καπνίζει κι ενώ είχε διαγνωσθεί με καρκίνο, εκείνη συνέχιζε ν’ ανάβει τσιγάρα το ένα μετά το άλλο.

Η Κωνσταντίνα Μιχαήλ, ως Σεβάς, γίνεται το καλειδοσκόπιο και η αξονική τομογραφία του μυαλού και της παραδαρμένης ψυχης τής ηρωίδας.

Ερμηνεύει με δύναμη και συναίσθημα την «καταραμένη» τραγουδίστρια που πάλεψε με «θηρία», που διεκδίκησε την καρέκλα της δίπλα στα «ιερά τέρατα» του ρεμπέτικου, που είπε τραγούδια πρώτη, εκείνα που άλλες φωνές τα ηχογράφησαν αργότερα, που έζησε μια ζωή μέσα σε καπηλειά , έζησε ανεκπλήρωτους έρωτες, έζησε μέσα σε καπνούς από τσιγάρα, έχοντας κι ένα αναμμένο, μονίμως, ανάμεσα στα δάχτυλά της.

Η Σεβάς Χανούμ γεννήθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου του 1931 στα Κοκκινόγεια Δράμας και πέθανε τον Μάιο του 1990 στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης. Έγινε διάσημη τραγουδώντας ανατολίτικα τραγούδια. Σεβάς Χανούμ τη βάφτισε ο Τζίμης ο Χονδρός, ο ιδιοκτήτης της θρυλικής ταβέρνας, γιατί ήθελε ένα όνομα να ταιριάζει με τα ανατολίτικα τραγούδια που τραγουδούσε. Μάλιστα, τη διαφήμιζε στις εφημερίδες της εποχής ως τη «Νέα ανακάλυψη Σεβάς Χανούμ, την ωραία του Πέραν».

Ο θυελλώδης της έρωτας με τον Στέλιο Καζαντζίδη άφησε εποχή. Παρόλο που είχαν αρραβωνιαστεί και τραγούδησαν μαζί σε μαγαζιά, δισκογραφικά δεν συνεργάστηκαν ποτέ.

Ο ίδιος ο Στέλιος Καζαντζίδης στο βιβλίο «Υπάρχω» (εκδόσεις Λιβάνη), αναφέρει: «Αυτή που έπινε πάρα πολύ και που ήθελε οπωσδήποτε να με κάνει χασικλή ήταν η Σεβάς Χανούμ. Αυτής της φουκαριάρας της είχε γίνει πάθος. Δεν μπορούσε να τραγουδήσει αν δεν έπινε. Ενώ είχε ωραία φωνή και ήταν αρτίστα σπουδαία, νόμιζε πως, χωρίς αυτό το πράμα, δεν άξιζε τίποτα. Γι’ αυτό και δεν κράτησε πολύ η συνεργασία μου μαζί της. Είδα ότι θα με κατέστρεφε αν συνεχίζαμε».

Σ’ ένα παλιό σπίτι, προσφυγικό, συνάντησε την Σεβάς Χανούμ ο Γιώργος Χρονάς, την Πρωτομαγιά του 1983, στη Θεσσαλονίκη:

«Εμφανίστηκε μπροστά μου και ήταν σαν γυναικείο πρόσωπο σε πίνακα ζωγραφικής του Δημήτρη Λαλέτα. Φορούσε ταγιέρ και ήταν καθαρή, σπάνια.

Είχα να κάνω με ένα πνεύμα των μουσών, της μοίρας των ανθρώπων που θέλουν να σου μιλήσουν για τη δόξα, το παρελθόν, το μέλλον∙ την καταστροφή που προς τα κει βαδίζουν σταθερά. Με βαθιά φωνή, μες σε καπνούς, δίπλα στον καφέ που μου σέρβιρε, μου μίλησε, για διάφορες νύχτες, για την ζωή της, για το πάθος της, το ρεμπέτικο.

Οι δεκαετίες ’50, ’60, ’70 πέρναγαν από μπροστά μου. Η Νίνου, η Μπέλλου, ο Τσιτσάνης, ο Καλδάρας, ο Μπιθικώτσης… συνομιλητές της. Η Ελλάδα του Βορρά, οι άνθρωποι του τραγουδιού, η πλατεία Ομονοίας, η Βάθης, όλα για το τραγούδι και τον χαμό της.

Οι έρωτές της, ο Καζαντζίδης, η μάνα του, ο παρ’ ολίγον γάμος τους, η αρρώστια της, τα βάσανά της, το παιχνίδι με τον θάνατο. Ένα γνήσιο ποιητικό πρόσωπο μού άνοιγε την καρδιά του. Κι εγώ έκανα το πορτραίτο του, μες σε φωτιές και συντρίμμια μιας ζωής που κυλάει αδιάφορη αφήνοντας τα πλάσματά της στην άκρη.

Μέσα σε τάφο βαθύ, χωρίς οίκτο.
Δυνατή και μόνη.
Κρατώντας από τη Σαμψούντα του Πόντου, γεννημένη στα Kοκκινόγεια της Δράμας.
Κι από κει στη Θεσσαλονίκη κι από κει στην Αθήνα.
Μικρό κορίτσι.
Απένταρη, με μόνο κεφάλαιο την ιερή μανία του ρεμπέτικου.
Στο πάλκο όπως και στη ζωή.
Ο άγονος έρωτας με τον Καζαντζίδη.
Η τρελή περιπέτεια με ένα διάσημο τραγούδι χωρίς τέλος.
Η Βάθη, η Ομόνοια, ο Τζίμης ο Χοντρός, η Τριάνα του Χειλά.
Τα άνθη του κακού.
Οι απαγορευμένες ουσίες.
Τα τραγούδια που δεν είπε.
Τα συμβόλαια που δεν υπέγραψε.

Η αγία Αμαζόνα, η Σεβάς Χανούμ, λέει όλη τη ζωή της απόψε στον νέο δημοσιογράφο που ήρθε να τη γνωρίσει, αλλά παραδίνεται άοπλος στην τρικυμία του μυαλού της.

Η Κωνσταντίνα Μιχαήλ έχει γοητευτεί απίστευτα από τη Σεβάς Χανούμ και με τη σειρά της αναφέρει: «είναι μία θρυλική τραγουδίστρια που έζησε τη ζωή της με πάθος, χωρίς ποτέ να ηχογραφήσει η ίδια. Έκανε έναν τεράστιο κύκλο στο τραγούδι για να καταλήξει μόνη έρημη και φτωχή, σαν αυτούς τους καλλιτέχνες που εγκαταλείπουν τον κόσμο ξεχασμένοι…

Ήταν μία γυναίκα που κατάφερε να επιβιώσει μέσα στη ζούγκλα των μπουζουκιών, τότε που το ρεμπέτικο πήρε πια μία θέση μεγαλειώδη στην κοινωνία, και που, καλλιτέχνες όπως ο Τσιτσάνης, ο Βαμβακάρης, ο Χιώτης, η Καίτη Γκρέυ, η Πόλυ Πάνου, η Μαίρη Λίντα, μεσουρανούσαν. Τότε το λαϊκό τραγούδι είχε πολλά λεφτά. Άνθιζε. Και η Σεβάς Χανούμ το έζησε αυτό σε όλο του το μεγαλείο.»

Στην παράσταση του Κωνσταντίνου Ρήγου, βλέπουμε μια γυναίκα στο πάλκο, με τον τσαμπουκά και τα πιστεύω της που έκανε μια μεγάλη καριέρα. Μια ηρωίδα που γοητεύτηκε από τη λάμψη και έκαψε τα φτερά της σαν νυχτερινή πεταλούδα στη φωτιά. Αναλώθηκε στις καταχρήσεις, στα γλέντια και τις περιοδείες. Δεν κράτησε καθόλου χρήματα, αρρώστησε βαριά και απέμεινε μόνη. Τη βλέπουμε και την ακολουθούμε στον μονόλογό της. Έχει τα ζόρια και τα παράπονά της, ζητά να τη συντρέξουμε, αλλά πια είναι αργά.

 Η Κωνσταντίνα Μιχαήλ ερμηνεύει αυτή τη γυναίκα του ρεμπέτικου τραγουδιού και γοητεύει. Ο Ιάσονας Χρόνης πλάι της είναι ο δημοσιογράφος στον οποίο διηγείται τη ζωή της η Σεβαστή και, ταυτόχρονα, ένας εκπληκτικός τροβαδούρος. Έξοχη συνύπαρξη. Μαζί οι δυο τους δημιουργούν έντονα συναισθήματα, κερδίζουν την αίθουσα και την παρασύρουν στη συγκίνηση, που αφήνει ελεύθερη η Κωνσταντίνα Μιχαήλ να τρέξει από τα μάτια της. Δείτε την παράσταση, όπου τη συναντήσετε.

Ταυτότητα Παράστασης

Κείμενο: Γιώργος Χρονάς
Σκηνοθεσία – διασκευή: Κωνσταντίνος Ρήγος
Φωτισμοί: Χρήστος Τσιόγκας
Φωτογραφίες: Κωνσταντίνος Ρήγος
Δημιουργικό αφίσας: Κωνσταντίνος Γεωργαντάς
Γραφείο Τύπου – Προβολή: Γιάννης Δαλάκας
Παραγωγή: Θέατρο ΑΥΛΑΙΑ

Ερμηνεύει η Κωνσταντίνα Μιχαήλ
Στο ρόλο του δημοσιογράφου ο Ιάσονας Χρόνης

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα