Connect with us

Πολιτισμός

«Λυσσασμένη γάτα» του Τενεσί Ουίλιαμς στο «Βασιλικό Θέατρο» από το Κ.Θ.Β.Ε.

«Λυσσασμένη-γάτα»-του-Τενεσί-Ουίλιαμς-στο-«Βασιλικό-Θέατρο»-από-το-ΚΘΒΕ.

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

«Αλλά βέβαια, εγώ δεν έχω τη γοητεία του ηττημένου, εγώ έχω ακόμα κουράγιο ν’ αγωνίζομαι και είμαι αποφασισμένη να νικήσω… Αν και δεν ξέρω τι είδους νίκη μπορεί να πετύχει μια λυσσασμένη γάτα πάνω σε καυτή, τσίγκινη στέγη ─ μόνο να προσπαθήσει να κρατηθεί εκεί πάνω για όσο αντέχει…»

Το θεατρικό του Τενεσί Γουίλιαμς έκανε πρεμιέρα στο Μπρόντγουεϊ στις 24 Μαρτίου του 1955  με τον Μπεν Γκαζάρα στον ρόλο του Μπρικ και την Μπάρμπαρα Μπελ Γκέντες στον ρόλο της Μάγκι, σε σκηνοθεσία Ελία Καζάν. Ο Τενεσί Ουίλιαμς έλαβε για το έργο αυτό βραβείο Πούλιτζερ, ενώ το 1958 μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη με τον Πωλ Νιούμαν και την Ελίζαμπεθ Τέιλορ στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.  Η ταινία έλαβε 6 υποψηφιότητες για βραβείο Όσκαρ, μεταξύ των οποίων  και για  Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, χωρίς όμως να κερδίσει κάποιο.

Υπόθεση

Σε μια πλούσια αγροικία η οικογένεια Πόλιτ συγκεντρώνεται για τα 65α γενέθλια του Big Daddy, ο οποίος αγνοεί ότι είναι βαριά άρρωστος. Κατά τη διάρκεια των εορτασμών, μια σειρά γεγονότων φέρνει στο φως το γιατί ο μικρός γιος, ο Μπρικ, δεν κάνει παιδιά με την πανέμορφη σύζυγό του, Μάγκι, και έχει επιλέξει για μόνιμη συντροφιά του το ποτό. Ο μεγάλος γιος,  ο Γκούπερ, ετοιμάζεται να γίνει για έκτη φορά πατέρας και ζητά το μερίδιο της κληρονομιάς που θεωρεί ότι του αναλογεί. Οι ενδοοικογενειακές διαμάχες και –κυρίως – η σύγκρουση του Μπιγκ Ντάντι με τον Μπρικ θα αλλάξει τις ζωές όλων.

Η Μάγκι. Ο Μπρικ. Ο Big Daddy. Τρία πρόσωπα, τρεις ρόλοι γραμμένοι από τον Τενεσί Ουίλιαμς, συνθέτουν ένα διαφορετικό τρίγωνο, οικογενειακό και ερωτικό, το τρίγωνο της «Λυσσασμένης γάτας». Το αιώνιο παιχνίδι του έρωτα και του θανάτου, της απελπισίας και της ελπίδας, της γονιμότητα

Και της στειρότητας, της φιλίας και της οικογένειας.

 Ανάγνωση

Μέσα από τη «Λυσσασμένη Γάτα» ο Τενεσί Ουίλιαμς τοποθετεί τον  θεατή να παρακολουθήσει  στενά, για ακόμα μια φορά, την πολυεπίπεδη πτώση της παραδοσιακής οικογένειας του Νότου, που πάντα ήταν ο συντηρητικός πυλώνας  της αμερικανικής κοινωνίας.

Είναι ένα έργο όπου πιστεύουμε κάθε λέξη που δεν εκφέρεται, κάθε συναίσθημα που δεν εκδηλώνεται, κάθε αδυναμία που δεν ομολογείται. Οι δύο κύριοι χαρακτήρες του, εκρηκτικοί μέσα στα αδιέξοδά τους, είναι διατεθειμένοι να συγκρουστούν έως τη συντριβή και την κατάρρευση. Έχουμε να κάνουμε εδώ με μια έγγαμη ερωτική σχέση που θυμίζει περισσότερο εναγκαλισμό θανάτου, παρά προσπάθεια συμβίωσης.

Η διεκδικητική Μάγκι προσπαθεί να αναστήσει πεθαμένα αισθήματα στον παραιτημένο Μπρικ που, μετά τον βιολογικό τραυματισμό του σε κάποιο γήπεδο, αποσύρεται στο δωμάτιό του και καταφεύγει στο ποτό.

Στην Αμερική της δεκαετίας του’50, όταν η διαφύλαξη της εθνικής ταυτότητας καθίσταται ζήτημα υψίστης προτεραιότητας, όταν οτιδήποτε εναλλακτικό θεωρείται αυτομάτως απειλή προς τον παραδοσιακό τρόπο ζωής, όταν οι κομμουνιστές και οι ομοφυλόφιλοι μετατρέπονται σε αποδιοπομπαίους τράγους και συλλαμβάνονται, ενώ το κράτος καλεί τους πολίτες να καταδώσουν φίλους και συνεργάτες, οι ήρωες του Ουίλιαμς φτιάχνουν τους δικούς τους γυάλινους κόσμους, προκειμένου να  επιβιώσουν, να βρουν ένα ασφαλές μέρος για να ανασάνουν ελεύθερα.

Η παράσταση

Αν η υπογραφή δεν ήταν του Σύλλα Τζουμέρκα αλλά ενός συγχρόνου αλά Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, θα μιλούσαμε για μια «πολύ λυσσασμένη γάτα», εφόσον ξέρουμε ότι ο Γερμανός σκηνοθέτης δεν αρέσκετο  σε ημίμετρα, με το γυμνό.

 Ωστόσο, ο  διακεκριμένος  κινηματογραφιστής με πολλά βραβεία στο ενεργητικό του  και καλός ηθοποιός Σύλλας Τζουμέρκας, επιχειρεί για πρώτη φορά στην καριέρα του να σκηνοθετήσει μόνος του  ένα θεατρικό έργο και, μάλιστα,  υπαρξιακό δράμα του Τενεσί Γουίλιαμς. Την «Λυσσασμένη Γάτα».

Ακολουθεί  με  κινηματογραφική  γραφή  έναν ρεαλιστικό  δρόμο, σε μια σύγχρονη προσέγγιση του κειμένου και σε δίκη του μετάφραση και επιθυμεί ( υποθέτω) να  αποκαλύψει με ακρίβεια όλα τα στοιχεία του, οπτικά και νοητά.

Έτσι, παρουσιάζει την κοινωνιολογική, την ψυχολογική και τη συμβολική όψη του έργου, με κινηματογραφικό ύφος, ας πούμε κόμικς, δηλαδή μια  αφήγηση ως μια αλληλουχία εικόνων και ήχων, που ερμηνεύονται από τον θεατή ως μια «ιστορία» με συγκεκριμένη πλοκή, εξέλιξη και κατάληξη. Επομένως, ταυτίζεται με τις απαιτήσεις του συγγραφέα, έστω με αισθητική νομάδων, με στιλ παλιομοδίτικο που βρίσκει κανείς στα καταστήματα  «ό,τι πάρεις 4 ευρώ».  Άκομψο εγχείρημα, αλλά άποψη, θα πείτε.

Οπωσδήποτε,  μελέτησε ότι  οι πολύπλοκες σχέσεις μεταξύ μας  συνθέτουν ένα δίχτυ, όπου, μαζί με τα πολλά θετικά μας στοιχεία, κουβαλάμε και ένα μεγάλο βάρος από οδυνηρά βιώματα, ασυνείδητες εμπάθειες, αναίτιες προκαταλήψεις, κληροδοτημένα μίση ή καταναγκαστικές προτιμήσεις, που στοιχειώνουν τον αγώνα μας για ολοκλήρωση και ευτυχία.

Το δυναμικό του ανθρώπινου όντος, όπως και εκείνο των κοινωνικών του ιστών, είναι στην πραγματικότητα ανεξάντλητο, παραμένει όμως ανεκμετάλλευτο εξαιτίας της τάσης του να καθηλώνει τον εαυτό του στην πιο μέτρια εκδοχή του. Η απάντηση σ’ αυτή την πρόκληση, το πέρασμα από το ψεύτικα ατομικό στο αληθινά συλλογικό, είναι να γνωρίσουμε σε βάθος τον εαυτό μας και να απελευθερώσουμε την κρυμμένη του δημιουργικότητα, επιτρέποντάς της να ανθίσει. Ακριβώς γι’ αυτούς τους λόγους μοίρασε τους κεντρικούς ήρωες σε διαφορετικά πρόσωπα κι έτσι  αγκάλιασε όλες τις συνιστώσες του ψυχολογικού, εσωτερικού κόσμου μας.

Πιστεύω, ότι ο σκηνοθέτης μέσα από τη κινηματογραφική του  γραφή , δίνει  περισσότερη σημασία στην καταλυτική μορφή της όλης σύνθεσης, τον πατέρα ( εξαιρετικός ο Βασίλης Σπυρόπουλος) , επειδή γνωρίζει  – ύστερα από τόσα ταξίδια στα διεθνή Φεστιβάλ – ότι στην εποχή της ταχύτητας και των αλλαγών, σε όλα τα επίπεδα που διανύουμε  σήμερα, ο συναισθηματικός κόσμος υποχωρεί μπροστά στο αλόγιστο κυνήγι της επιτυχίας. Αλλά το άγγιγμα της ψυχής, γυμνής, μοναχικής, κρυμμένης  πίσω από ένα κοινωνικό προσωπείο, ενδιαφέρει τον καθένα, πάντα θα ενδιαφέρει τον καθένα.

Οπότε, ο  μη αποστασιοποιημένος θεατής από τη δράση, αυτός  που διαπερνά βήμα το βήμα το κείμενο  και δε χάνεται στους φρενήρεις ρυθμούς της παράστασης, ενίοτε περιττούς, αντιλαμβάνεται ότι τ’ αστέρια τα μετρά με τα μάτια της ψυχής  σε μια υπέρβασή του  να ξεπεράσει τον φόβο της μοναξιάς, τον χρόνο που τρέχει χωρίς έλεος , ενώ αυτός, εμείς, απεγνωσμένα προσπαθούμε ν’ αφήσουμε το στίγμα ότι δεν ήρθαμε να δούμε και να φύγουμε, αλλά αγαπήσαμε και μπορέσαμε να αγαπηθούμε.

Έργο χαρακτήρων η «Λυσσασμένη Γάτα», ηρώων που ξεδιπλώνουν μυστικά και ψέματα και περνάνε από την υποκρισία στην αλήθεια.

Στη σκηνή του «Βασιλικού Θεάτρου» συντελείται – κατά τον σκηνοθέτη –   μια κάθαρση ψυχής. Με παράδοξο, θορυβώδη  τρόπο, σαν χολιγουντιανή  b – movie.  Θα θέλαμε οι θεατές να  περνά  η αποδοχή  της πικρής αλήθειας, αυτή που   συνταράσσει τους ήρωες, τους  κάνει να βιάζονται να εκφραστούν και τελικά τους λυτρώνει,  να τους μετατρέπει από μέλη αγέλης ψεύτικων συμβάσεων, σε κανονικούς ανθρώπους, αλλά  δεν το ήθελε ο  κ. Σύλλας Τζουμέρκας. Κι έτσι, παραμένουν ένας ακαθόριστος εσμός , δίχως διαύγεια. Θα θέλαμε να δούμε   πώς αρχίζουν οι ήρωες δειλά- δειλά να νοιάζονται, να αγαπιούνται και να το δείχνουν, τιμώντας  έτσι τη ζωή με τον σεβασμό στην κάθε στιγμή της,  όμως, όχι μόνο δεν το είδαμε, αλλά μερικοί στην αίθουσα μήτε ν’ ακούσουν θέλανε. Προτιμούσαν, μάλλον,  το θολό, άγευστο απόσταγμα, έχοντας στον  νου ν’ αγοράσουν ένα μπουκάλι νερό στην έξοδο, ως  καθαρτήριο  «δια ταύτα».

Οι ερμηνείες των ηθοποιών του κρατικού φορέα του Βορρά  αξιοπρόσεχτες  αναμφίβολα. Βέβαια, κατάντησε κλισέ   η σκηνοθετική άποψη να μοιράζονται  οι ρόλοι  σε πολλά στόματα και σώματα.

 Οι ηθοποιοί του Κ.Θ.Β.Ε. , έμπειροι και πειθαρχημένοι εργάτες του θεάτρου, ακολουθούν πάντα τις σκηνοθετικές οδηγίες. Οι: Βασίλης Σπυρόπουλος, Γιάννης Καραμφίλης και  Βασίλης Μπεσίρης, στον ρόλο του πατέρα, με σκηνική άνεση δίνουν τη λεπτομέρεια, ακροβατούν  στις αποχρώσεις, αλλά δεν  τιθασεύουν την υπερβολή,  επειδή δε θέλησε ο σκηνοθέτης να  τη μετατρέψουν   σε φυσικότητα.

 Εγώ, πάλι, δέχομαι ότι αυτοί οι  καλοί ερμηνευτές   πλάθουν με την ικανότητά τους  χαρακτήρες, με τις αδυναμίες, τα πάθη, τις εξάρσεις τους, κινούμενοι με ερμηνευτική δεινότητα  στην κόψη του ασυνειδήτου και της συνείδησης, του αποδεκτού και του αποφευκτέου, της δίψας για τη ζωή και της τελικής αποδοχής του θανάτου, έτσι όπως το θέλει ο Τενεσί Ουίλιαμς κι όχι ο σκηνοθέτης.

 Η Λίλα Βλαχοπούλου, η Λουκία Βασιλείου, η  Άννα Κόπακα  και η Λίλιαν Παλάντζα, σημαντικές μονάδες αλλά και εκπαιδευμένο ανσάμπλ της Μάγκι, αναδεικνύουν την «επιθετική άμυνα» της γυναίκας που στερείται τον   έρωτα και  τη χαρά της μητρότητας, ενώ παλεύουν με τον τραυματικό και αλκοολικό ψυχισμό του συζύγου, αλλά και με τους ενδοοικογενειακούς ανταγωνισμούς για τη διαχείριση της περιουσίας του ετοιμοθάνατου πεθερού.

 Ο Γιώργος Παπαδάκος και ο Δημήτρης Κολοβός, υποδύονται, σύμφωνα με τις σκηνοθετικές  οδηγίες, τον Μπρικ, τον  αλκοολικό, δύσπιστο, μελαγχολικό, μα πληγωμένο Μπρικ από τον θάνατο του αγαπημένου του φίλου, όμως αμέτοχο στον ενδοοικογενειακό ανταγωνισμό. Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι στον Μπρικ ο Τενεσί βλέπει τον ίδιο τον εαυτό του. Ποτό, λανθάνουσα ομοφυλοφιλική τάση, εύνοια από τον πατέρα, αδιαφορία για τη γυναίκα του.

Αντίποδας του Μπρικ η κυνική αρπακτικότητα του Γκούπερ, τον οποίο υποδύεται ο πολύ καλός Ορέστης Παλιαδέλης, ενώ η Μελίνα Αποστολίδου υποστηρίζει καίρια μια Αμερικάνα μεγαλοαστή σύζυγο- μητέρα, αλλά και μεγαλοκληρονόμο.

Αρμόζουσες είναι και οι ερμηνείες της Βάσιας  Μπακάκου, ως συμφεροντολόγα και διεστραμμένη Μέι και Σούζι  ΜακΦίτερς.

Όλη η δράση του έργου συμπυκνώνεται στο σπίτι – καλύβα  ενός  καλλιεργητού βαμβακιού που σχεδίασε κατά παραγγελία σκηνοθέτη,  η Πηνελόπη Βαλτή. Εκεί και οι συζητήσεις των ηρώων (κοστούμια,  άνευ σημασίας  στη δράση,  της Μάρλι Αλειφέρη), ασυμφιλίωτοι όλοι τους  με την αλήθεια της ζωής.

Οι θεατές στο φινάλε  χειροκροτούν  την  ανατρεπτική εκδοχή του έργου, τις  ερμηνείες των ηθοποιών  και το  ανέμπνευστο – ομολογουμένως – τοπίο, που δημιουργούν  τα σκηνικά, τα κοστούμια, και οι φωτισμοί της παράστασης  των  Ελίζας Αλεξανδροπούλου και Δήμητρας  Αλουτζανίδου.

Ευχάριστη μουσική έκπληξη  η ερμηνεία της Πόπης Τυπάλδου (από το Τμήμα Μουσικών Σπουδών του ΑΠΘ) στο πιάνο.

Επίλογος

Το 1955 ο Τενεσί Ουίλιαμς γράφει τη Λυσσασμένη Γάτα, ένα θεατρικό έργο που σχολιάζει την υποκρισία στις διαπροσωπικές σχέσεις εντός μιας οικογένειας. Εδώ ο γάμος αποτελεί κοινωνική και μόνο υποχρέωση. Οι άνθρωποι φοράνε προσωπεία για να δείχνουν ότι τάχα αγαπούν, ότι ενδιαφέρονται -προσωπεία τόσο ρεαλιστικά και μόνιμα που έχουν ξεχάσει ότι είναι απλά μάσκες. Ο έρωτας αποτελεί εργοστάσιο παραγωγής απογόνων και μόνο, ουδείς απολαυστικότερος χαρακτήρας του αναγνωρίζεται. Ταυτόχρονα, όποια άλλη ατομική προτίμηση δεν αντιπροσωπεύει το κοινωνικό σύνολο, οφείλει να αυτοκτονήσει.

Συντελεστές

Μετάφραση – Σκηνοθεσία: Σύλλας Τζουμέρκας, Σκηνικά: Πηνελόπη  Βαλτή, Κοστούμια: Μάρλι Αλειφέρη, Φωτισμοί: Ελίζα Αλεξανδροπούλου & Δήμητρα Αλουτζανίδου, Επιμέλεια κίνησης & Βοηθός σκηνοθέτη: Σοφία Παπανικάνδρου, Βοηθός σκηνογράφου: Νιόβη Μπολιάκη, Βοηθός ενδυματολόγου: Δανάη Πανά, Μουσική διδασκαλία: Χρύσα Τουμανίδου, Οργάνωση παραγωγής: Αθανασία Ανδρώνη

* Βοηθοί σκηνογράφου και ενδυματολόγου, στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης, Ασημίνα Πλουμή και Μελίνα Καμάρα.

Διανομή:
Μελίνα Αποστολίδου: Μητέρα
Λουκία Βασιλείου: Μάγκι 2
Λίλα Βλαχοπούλου: Μάγκι 3 / Μέι 2
Γιάννης Καραμφίλης: Αιδεσιμότατος Τούκερ 1 / Πατέρας 2
Δημήτρης Κολοβός: Μπρικ 2 / Γέρος εργάτης
Άννα Κόπακα: Μάγκι 1
Βάσια Μπακάκου: Μέι 1 / ΣούζιΜακΦίτερς
Βασίλης Μπεσίρης: Poolboy / Σκίπερ / Γιατρός Μπο / Αιδεσιμότατος Τούκερ 2 / Πατέρας 3
Λίλιαν Παλάντζα: Μάγκι 4 / Σούκι
Ορέστης Παλιαδέλης: Γκούπερ
Γιώργος Παπαδάκος: Μπρικ 1
Βασίλης Σπυρόπουλος: Πατέρας 1
Παιδιά: Γαλάτεια Αγγέλη, Δημήτρης Καυκάς, Γιώργος Κωνσταντινίδης, Στέλλα Παπανικολάου

* Η παράσταση είναι κατάλληλη για άτομα άνω των 16 ετών.

ΠΑΥΛΟΣ  ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Πολιτισμός

«Η μάνα αυτουνού… Έλλη Ζάχου Ταχτσή» με τη Ράνια Σχίζα στο «ΑΠΟΛΛΩΝ»

«Η-μάνα-αυτουνού…-Έλλη-Ζάχου-Ταχτσή»-με-τη-Ράνια-Σχίζα-στο-«ΑΠΟΛΛΩΝ»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Το πολύκροτο έργο της Κικής Μαυρίδου διανύει τον τρίτο κύκλο παραστάσεών του και, μετά την θερμή αθηναϊκή υποδοχή από κοινό και κριτικούς, ήρθε και πάλι στη Θεσσαλονίκη, όπου εγώ είδα την παράσταση, ενώ θα επισκεφτεί και άλλες πόλεις, μεταξύ αυτών και την Καβάλα στις 20 του μηνός.

Η Έλλη Ζάχου Ταχτσή υπήρξε μια ανυπόταχτη γυναίκα, που το μόνο που ήθελε ήταν να ζήσει ελεύθερη και να αγαπηθεί. Ατύχησε και στα δύο. Υπέκυψε στη σκληρότητα της εποχής της και έγινε πιο σκληρή από αυτήν.

«Η μάνα αυτουνού». Προσφώνηση απαξιωτική, ειρωνική, σαρκαστική, ειπωμένη υπαινικτικά και πάντοτε χαμηλόφωνα. Σχεδόν ψιθυριστά, αλλά διόλου ενοχικά. Μάλλον, με ευχαρίστηση, σαν βολικό προπέτασμα των κρυφών ανομιών του περίγυρου που σέρνονταν σε κάθε σπιτικό.

Και να που ήρθε η ώρα αυτό το λιγότερο φωτισμένο πρόσωπο από το περίφημο «Τρίτο Στεφάνι» του Ταχτσή, να γίνει πρώτο πρόσωπο στον μονόλογο που έγραψε για το θέατρο η Κική Μαυρίδου.

Υπόθεση

Η Έλλη Ζάχου Ταχτσή, μητέρα του Κώστα Ταχτσή, μας συστήνεται στη σκηνή. Πρόκειται για ένα ψηφιδωτό από τις πληροφορίες που διακρίνονται στα έργα του εμβληματικού συγγραφέα και που συνθέτουν ένα επαρκές ανθρωποκεντρικό και συναισθηματικό αφήγημα, ικανό να ζωγραφίσει ζοφερές εικόνες μιας σκληρής εποχής, να στρώσει αξίες, συμπεριφορές, ανθρώπινα πάθη και παθήματα σ’ ένα φανταστικό τραπέζι, όπου οι θεατές είμαστε καλεσμένοι ως συνδαιτημόνες της οικοδέσποινας που ετοίμασε ιστορίες πόνου και υπομονής.

Η συγγραφέας διερευνά στο έργο της διεξοδικά την προσωπικότητα και τις ιδιαιτερότητες της γυναίκας που γέννησε και μεγάλωσε το σπουδαίο Έλληνα συγγραφέα Κώστα Ταχτσή, τις μεταξύ τους σχέσεις και την εξέλιξή τους, προϊόντος του χρόνου. Καταπιάνεται με το οικογενειακό περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσε, τις σχέσεις της με τους γονείς της και πώς αυτές διαμόρφωσαν πτυχές του χαρακτήρα της, τους έρωτες που βίωσε και με περισσότερη λεπτομέρεια αυτόν με τον πατέρα του γιου της, τα όνειρα, τις προσδοκίες, τις χαρές και τις λύπες της και το πως μπορεί να αισθάνεται μια μάνα που ο γιος της δολοφονήθηκε.

Γεγονότα και αναμνήσεις που υπήρχαν στο μυαλό της γίνονται λόγος, άλλοτε σε πρώτο πρόσωπο και άλλοτε σε τρίτο, που πληροφορεί το κοινό τα βάσανα και τους καημούς μιας γυναίκας με πολυτάραχη ζωή.

Είναι ένα νοσταλγικό και φορτισμένο συναισθηματικά ταξίδι στο παρελθόν, μια αναδρομή σε σημαντικούς σταθμούς που το καθόρισαν και το οδήγησαν στο αναπάντεχό του τέλος.

Μια άλλη παράμετρος που θέτει υπό συζήτηση η παράσταση είναι η στάση της κοινωνίας απέναντι στην οικογένειά του «διαφορετικού». Η κοινωνία αποδίδει μεγάλη ευθύνη στην οικογένεια και, κυρίως, στους γονείς για τον τρόπο μεγαλώματος των παιδιών, εξ ου και ο χλευαστικός τίτλος του μονολόγου: «Η μάνα αυτουνού..»

Ανάγνωση

Ο Κώστας Ταχτσής είναι ένας λογοτέχνης της μεταπολεμικής περιόδου στην Ελλάδα, για τον οποίο ο καθένας έχει κάτι να πει – είτε θετικό είτε αρνητικό – ή να εκφράσει μια « τρίτη» άποψη. Ο Ταχτσής άφησε ανεξίτηλα τη σφραγίδα του στα ελληνικά γράμματα, κυρίως με «Το Τρίτο Στεφάνι». Ένα βιβλίο που αποτελεί το αμάλγαμα των παιδικών και νεανικών του αναμνήσεων, ένα βιβλίο από τα αριστουργήματα της νεοελληνικής μεταπολεμικής λογοτεχνίας (για ορισμένους και της παγκόσμιας, αφού έχει μεταφραστεί στις περισσότερες γλώσσες του κόσμου), «ένα ελληνικό έπος» όπως το χαρακτήρισε ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Όσο τρικυμιώδες είναι το έργο του αυτό άλλο τόσο τρικυμιώδης ήταν και η ίδια η καθημερινή του ζωή, η οποία επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την καθημερινότητα συγγενικών του προσώπων, με κύριο αποδέκτη σχολίων, κυρίως χλευαστικών, τη μάνα του την Έλλη.

Μάλιστα, ο ευρηματικός τίτλος του έργου της Κικής Μαυρίδου, μου θυμίζει σκηνές από την ταινία του Κακογιάννη «Το τελευταίο ψέμα», όπου η υπηρέτρια «Κατερίνα» της Ελένης Ζαφειρίου, ακούει τα μύρια όσα από ψιθυριστές και φωναχτές κατάρες, από το φαρμάκι που έσταζε η τότε κοινωνία για τους παρακατιανούς, όπως εδώ σπέρνεται ως χολή η φράση «να, η μάνα αυτουνού»!

Αυτή η γυναίκα είχε έντονες συγκρούσεις με τον γιο της, παρότι δεν τον μεγάλωσε η ίδια. Η γιαγιά του Πολυξένη και η θεία του Εκάβη τον ανάθρεψαν με τους τρόπους που εκείνες θεωρούσαν σωστούς, στην εποχή της φτώχειας και της απόλυτης ένδειας.

Η παράσταση

Οι έμπειροι θεατές γνωρίζουμε ότι η συνεργασία πολλών ηθοποιών στη σκηνική πράξη αυξάνει κάθετα τη δυσκολία του εγχειρήματος, γιατί προϋποθέτει και απαιτεί τη συνάντηση (διανοητική, συναισθηματική και τελικά ερμηνευτική) καθενός με τους υπολοίπους.

 Πρέπει, όμως, να παραδεχτώ ότι έχουν και οι μονόλογοι την τεχνική τους: ο ηθοποιός είναι μόνος κι απροστάτευτος στη σκηνή, με όλα τα βλέμματα διαρκώς στραμμένα πάνω του, χωρίς να μπορεί να στηριχθεί στην παρουσία και στη συμμετοχή συνάδελφων του.

 ‘Έτσι, ο μονόλογος ήταν επιλογή κατεξοχήν κορυφαίων ηθοποιών, πες μια πρόκληση, κάτι σαν ερμηνευτικός άθλος, επιστέγασμα μιας σπάνιας υποκριτικής στόφας, ικανής να μαγεύει το κοινό. Σήμερα – οι μονόλογοι σε μεγάλο βαθμό – επιλέγονται στο πλαίσιο της ανάγκης για παραστάσεις χαμηλού κόστους παραγωγής.

 Η λογική αυτή έχει ένα τίμημα, επειδή δεν υπολογίζει αρκούντως τους δύο αναγκαίους όρους: είναι πράγματι το κείμενο σημαντικό ώστε να αξίζει παράστασης και έχει ο ηθοποιός που αναλαμβάνει το βάρος περαίωσής του τη δύναμη, με την προσωπικότητα και την ερμηνεία του, να παρασύρει τους θεατές στον επί σκηνής κόσμο του;

Πράγματι, εδώ συμβαίνουν και τα δυο. Μέσα σε εβδομήντα λεπτά η έξοχη Ράνια Σχίζα καταθέτει στο σανίδι τα εσώψυχά της. Συνοδοιπόροι της οι θεατές, περνούν μέσα από την σκληρότητα της ελληνικής πραγματικότητας του 20ου αιώνα. Ξεναγός εκείνη, σε όλο το φάσμα των συναισθημάτων, βολεμένη στο κάθισμά της.

Διαθέτει δεινή υποκριτική ικανότητα, συγκλονιστική σκηνική παρουσία, μέγιστη μεταδοτικότητα. Είναι ένας άξιος πομπός που συντονίζει επιδέξια στη συχνότητά της τον δέκτη. Την αίθουσα. Δύναμή της τα εκφραστικά της μέσα, προσαρμοσμένα απόλυτα στον ρόλο. Η λιτή κίνηση, η εξαιρετική διαχείριση της φωνής της και η πολλή δουλειά της, φέρνουν την εύστοχη προσέγγιση του χαρακτήρα.

Ο Βαγγέλης Λάσκαρης υιοθέτησε στη σκηνοθεσία του μια γραμμή ήσσονος ταλάντευσης αλλά μέγιστης απόδοσης, δίχως εντυπωσιακά εφέ και κοστούμια. Εύρημα η αφαιρετική σκηνοθεσία και η καθαρή, γήινη ερμηνεία. Το δυνατό κείμενο παρέχει βατούς δρόμους ανάγνωσης για το κοινό κι ένα μεγάλο πεδίο δράσης στη σκηνή.

Η ηρωίδα κάθεται πάνω σε ένα παλιό μπαούλο, τυλιγμένη με ύφασμα και αναμνήσεις. Εξιστορεί τα πάθη, τα λάθη και τις επιθυμίες της. Την ζωή της ολάκερη. Όπως ένας βασανισμένος άνθρωπος διηγείται σπαράγματα της ζήσης του, έτσι και η Έλλη Ταχτσή κάνει παύσεις, ανασαίνει, μαζεύει, απλώνει, γελά, δακρύζει, μιλά, ξαναζεί αυτά που εκούσια κρύβει ή που κρύβονται ακούσια μέσα της. Τα φώτα κάποια στιγμή χαμηλώνουν κι έπειτα λάμπουν ξανά. ‘ Άλλο ένα σκηνοθετικό εύρημα, που διεγείρει το ενδιαφέρον των θεατών για το τι θα επακολουθήσει.

 Η υπέροχη πρωτότυπη μουσική του Μάνου Αντωνιάδη, υπογραμμίζει καίριες στιγμές είτε ψυχικής οδύνης είτε ανάτασης.

 Αυτός ο μονόλογος, χειμαρρώδης, αποκαλυπτικός και απολαυστικός για το κοινό δίνει την ευκαιρία στη Ράνια Σχίζα να γράψει άλλη μια επιτυχία στο ενεργητικό της και στο κοινό την ικανοποίηση της μετάληψης «σώματος» από τη ζωή που δεν έζησε.

 Επίλογος

Η παράσταση διακρίθηκε με:

Πρώτο Βραβείο Γυναικείας ερμηνείας στα Θεατρικά Βραβεία Θεσσαλονίκης

Βραβείο κοινού καλύτερης παράστασης στα Θεατρικά Βραβεία Θεσσαλονίκης (Υποψηφιότητα και για βραβείο καλύτερου Πρωτότυπου Κειμένου και καλύτερης Μουσικής) και πρώτο Βραβείο Γυναικείας ερμηνείας στα θεατρικά βραβεία κοινού του All4fun. 

(Υποψηφιότητα και για βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου νεοελληνικού έργου και καλύτερης Μουσικής)

Η παράσταση έκανε πρεμιέρα στο θέατρο VAULT τον Μάρτιο του 2022 καταγράφοντας από την αρχή συνεχόμενα Sold out, αλλά και αξιοσημείωτα σχόλια από κοινό και κριτικούς. Ταξίδεψε και παρουσιάστηκε με την ίδια επιτυχία στην Πειραματική Σκηνή του ΘΟΚ στην Κύπρο, στη Θεσσαλονίκη, στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ιωαννίνων, στην Πάτρα, τη Δράμα, την Καρδίτσα, το Αγρίνιο και την Κόρινθο και θα παρουσιαστεί και σε άλλες πόλεις, όπως Αλεξανδρούπολη κλπ. και επανέρχεται στη Θεσσαλονίκη, στο θέατρο «Αμαλία» από τις 9 Μαΐου, ενώ στις 20 Μαΐου ανεβαίνει στην Καβάλα.

Είναι μία από τις εννέα παραστάσεις του θεατρικού project «Ο ΓΙΟΣ ΜΟΥ… ». Ένα θεατρικό φεστιβάλ μονολόγων, με εμπνευστή και καλλιτεχνικό διευθυντή τον Δημήτρη Καρατζιά, που φέρνει επί σκηνής μανάδες σπουδαίων Ελλήνων ανδρών. Ένα Φεστιβάλ αφιερωμένο στη μνήμη της Χρύσας Σπηλιώτη. 

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Συγγραφέας: Κική Μαυρίδου
Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Λάσκαρης
Πρωτότυπη μουσική σύνθεση: Μάνος Αντωνιάδης
Σκηνικό / Κοστούμι: Γιώργος Λιντζέρης
Κατασκευή κοστουμιού: Ειρήνη Αβζίδου
Σχεδιασμός φωτισμών: Βαγγέλης Μούντριχας
Φωτογραφίες παράστασης: Χριστίνα Φυλακτοπούλου
Αφίσα παράστασης: Γιάννης Κεντρωτάς

Στον ρόλο της Έλλης Ζάχου Ταχτσή η Ράνια Σχίζα

Τη φωνή του χαρίζει στον ρόλο του Κώστα Ταχτσή ο Νίκος Καραθάνος.

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Grease»: Παράσταση – Musical από τη Θεατρική Ομάδα Εφήβων “ΠΑΡΕ(ν)ΘΕΣΗ” του Π. Σ. Ελευθερούπολης

«grease»:-Παράσταση-–-musical-από-τη-Θεατρική-Ομάδα-Εφήβων-“ΠΑΡΕ(ν)ΘΕΣΗ”-του-Π-Σ.-Ελευθερούπολης

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Εγώ βλέπω έναν ευγενή σκοπό στην απόφαση της Παπαποστόλου να ανεβάσει ένα μιούζικαλ. Θέλει και μπορεί να καταστήσει έγκυρη τη χρησιμότητα του μιούζικαλ και της ευρύτερης έννοιας της μουσικής στην απολαυστική θέαση του κοινού, αλλά και στη εντρύφηση των εφήβων στο συγκεκριμένο είδος. Ενώ άλλα είδη μπορεί να έχουν κατασκευάσει έναν χώρο διαχωρισμένο για τη δική τους χρήση, μόνο το μιούζικαλ απεικονίζει αυτόν τον χώρο που γοητεύεται από την μαγεία της απόδοσης, όπου ο καθένας και όλοι μαζί μπορούν να μεταφερθούν σ’ ένα εκπληκτικό τραγούδι χορού, ώστε να επιτρέψει την απρόσκοπτη έκφραση των συναισθημάτων.

Το «Grease», δημιούργημα των Jim Jacobs και Warren Casey, ανέβηκε στο Broadway το 1971, ενώ στη μεγάλη οθόνη έκανε πρεμιέρα το 1978. Μετά από 50 χρόνια και αμέτρητες διασκευές του στην παγκόσμια σκηνή, η Θεατρική Ομάδα Εφήβων «ΠΑΡΕ(ν)ΘΕΣΗ» του Πολιτιστικού Συλλόγου Ελευθερούπολης αποφασίζει φέτος, για πρώτη φορά, να αναμετρηθεί με τις ιδιαίτερες απαιτήσεις ενός μιούζικαλ.

Από την αρχή της χρονιάς, και έχοντας στο ενεργητικό μας παραστάσεις που άγγιξαν πολύ ευαίσθητα και ιδιαίτερα θέματα, αφουγκραστήκαμε πως η φετινή ανάγκη των παιδιών μας, ήταν η διασκέδαση και η εξωστρέφεια. Το σεβαστήκαμε, είπαμε όλοι μαζί «ναι, θα το κάνουμε», και ξεκινήσαμε την προετοιμασία, γνωρίζοντας καλά πως δεν θα ήταν εύκολη υπόθεση.

Κάτω από τη διασκεδαστική, πολύχρωμη ομπρέλα της, εκ πρώτης όψεως, αφέλειας του εφηβικού έρωτα, των μελωδιών από το Rock ‘n Roll και τις μπαλάντες που άφησαν εποχή, οι 25 συμμετέχοντες της ομάδας και όσοι δουλέψαμε μαζί τους για την παράσταση αυτή, ιδρώσαμε κυριολεκτικά τις φανέλες μας, με στοίχημά μας τον σκηνικό συντονισμό μέσα από τη μουσική και χορευτική διδασκαλία, την πρόζα και τις διαρκείς αλλαγές σκηνών. Το χαρήκαμε πολύ! Το ίδιο ευχόμαστε και για τους θεατές!

Βάγια Παπαποστόλου

Κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών ο Ντάνι, ένας μοντέρνος νέος συναντάει στην παραλία τη Σάντι, μια ήσυχη, συντηρητική κοπέλα και ερωτεύονται. Όταν όμως το καλοκαίρι φτάνει στο τέλος του, η Σάντι τού λέει ότι πρέπει να επιστρέψει στην Αυστραλία, αλλά ο Ντάνι της απαντά ότι η αγάπη τους «είναι μόνο η αρχή».

Ένας καλοκαιρινός έρωτας που εξελίχθηκε σε πείσμα της εφηβικής αφέλειας. Συνήθως, αυτό που συμβαίνει το καλοκαίρι μένει εκεί. Όμως η Σάντι και ο Ντάνι θέλουν να καταργήσουν αυτό το στεγανό.

Γύρω από αυτή την προσπάθεια βλέπουμε να εκτυλίσσονται οι εφηβικοί έρωτες, οι κλασσικές κόντρες, τα πειράγματα, μα πάνω απ΄ όλα, αυτό που έρχεται στο τέλος. Η αίσθηση ότι θα είμαστε για πάντα νέοι, ότι δεν θα ηττηθούμε από καμία ρυτίδα. Ότι εκείνο το «summer of 69» (για την κλάση μου) που τραγουδάει ο Bryan Adams θα είναι η αιώνια λιακάδα μας. Το δικό μας «San Junipero».

Το μεγαλύτερο επίτευγμα της πολυπρόσωπης παράστασης είναι ότι στο τέλος σε αφήνει με μια γλυκιά αίσθηση. Όποια ηλικία κι αν έχεις, ως θεατής, θυμάσαι αυτό που ήσουν. Θυμάσαι όλες τις επαναστάσεις που έλαβαν χώρα στο εφηβικό σου κορμί. Όπως λέει κι ένα τραγούδι της Lana Del Rey, God Save Our Young Blood.

Από κει και πέρα υπάρχει μια μεγάλη «ομπρέλα» επί σκηνής και από κάτω της εξελίσσονται οι μικρές προσωπικές ιστορίες, που ανθίζουν. Η μεγάλη ομπρέλα είναι ότι κάθε μέλος της ομάδας, πείθει για το πάθος με το οποίο έχει δουλέψει τον ρόλο του. Κι αν υπάρχει πάθος και αγάπη από όλους τους συντελεστές, τότε το αποτέλεσμα είναι χάρμα ιδέσθαι.

Ολόκληρη η παράσταση είναι μια ευφρόσυνη γιορτή. Τραγούδι, χορός, παρέες εφήβων, κοριτσίστικα πιτζάμα πάρτι, μαζορέτες και μάγκες, μονομαχίες με αυτοκίνητα, πρώτοι έρωτες, διαγωνισμοί χορού με ξέφρενο rock ‘n’ roll. Η απόδοση όλων των παραπάνω από τη θεατρική ομάδα «ΠΑΡΕ(ν)ΘΕΣΗ» είναι άκρως απολαυστική, γοητευτική και άρτια.

Η Σάντι, ο ορισμός της αθωότητας, με το γαλάζιο της φόρεμα και τα δεν… στο ποτό, στο κάπνισμα, στο ξενύχτι, μαζί με τα κορίτσια που φορούν γυαλιά ηλίου και διαχέουν τη φρεσκάδα τους στην αίθουσα και ο Ντάνι, ο ορισμός του coοl, που περπατάει σαν να του ανήκει ο κόσμος μαζί με τα «άτακτα» αγόρια, με τα μαύρα δερμάτινα και το μπλαζέ ύφος του κατακτητή, φέρνουν το καλοκαίρι παρέα στην Άνοιξη.

Τη Σάντι και τον Ντάνι πλαισιώνουν ένα λαμπερό, εντυπωσιακό, πολυμελές cast ταλαντούχων εφήβων ηθοποιών – τραγουδιστών- χορευτών, που υπερασπίζονται με σαρωτική ενέργεια και αστείρευτο κέφι, τόσο την παρουσία τους στη σκηνή, όσο και ολόκληρο το απαιτητικό αυτό εγχείρημα!

Το «Grease» συνδυάζει επιδέξια το doo-wop crooning – στιλ ρυθμού-εν-μπλουζ και ροκ-εν-ρολ φωνητικής μουσικής, δημοφιλούς στις δεκαετίες του 1950 και του ’60 – με ένα funky ρυθμό της δεκαετίας του 1970, ένα νεύμα τόσο για τη δεκαετία στην οποία διαδραματίζεται το έργο, όσο και των δεκαετιών του ’30 και ΄40, όπου συναντάμε τις ρίζες του συγκεκριμένου στιλ.

Τα κοστούμια (Θάλεια Αβραμίδου), τα φώτα (Βασίλης Κάτσικας), τα σκηνικά (Βασίλης Παπαευαγγέλου, Κική Παπαγαβιήλ, Δέσποινα Κοκκινίδου), οι εξαίσιες χορογραφίες της Κατερίνας Βασιλείου, το κείμενο και τα λόγια των τραγουδιών της πολυσχιδούς προσωπικότητας Βάγιας Παπαποστόλου, που υπογράφει και τη σκηνοθεσία, προσφέρουν γενναιόδωρα ένα ευφρόσυνο πακέτο ήχων, εικόνων, κινήσεων, υπόκρισης στους θεατές που επευφημούν με χειροκροτήματα, διαρκώς, το όλο εγχείρημα.

Λοιπόν, μια από τις ταινίες που σημάδεψαν το παγκόσμιο σινεμά στη δεκαετία του, που άφησε παρακαταθήκη τραγούδια συνδεδεμένα με τις πιο γλυκές αναμνήσεις, μεταφέρεται εμπνευσμένα στο σανίδι, από την ομάδα «ΠΑΡΕ(ν)ΘΕΣΗ του Πολιτιστικού Συλλόγου Ελευθερούπολης . Εμείς αδράξαμε την ευκαιρία να δούμε ένα από τα καλύτερα μιούζικαλ της θεατρικής σκηνής. Χωρίς χρονικό πλαίσιο. Μια ευπρόσωπη παραγωγή που ανταποκρίθηκε απόλυτα στις προσδοκίες μας.

Αυτό το «Grease (το θεατρικό hit που έγραψε ιστορία στο Μπρόντγουεϊ ως ένα από τα μακροβιότερα έργα), είναι ένα ερασιτεχνικό μεν, αλλά με επαγγελματική ευσυνειδησία και προσοχή μιούζικαλ – χρονομηχανή, είναι μία παράσταση για όλη την οικογένεια, που έχτισε με πολλή δουλειά, μεράκι και αγάπη η ομάδα της Ελευθερούπολης, είναι μια βόλτα στα πολύχρωμα, λαμπερά 50ς μέσα από rock ‘n’ roll μελωδίες και ρομαντικά τραγούδια. 
Όλα όσα κάνουν ένα μιούζικαλ αξέχαστο, δηλαδή!
Χορός, τραγούδι και τα αντίθετα που έλκονται.

Πολλά μπράβο για τη συλλογική προσπάθεια της ομάδας «ΠΑΡΕ(ν)ΘΕΣΗ», που τελεσφόρησε επιτυχημένα, σαν καρτ- ποστάλ εποχής!

ΔΙΑΣΚΕΥΗ-ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Βάγια Παπαποστόλου

ΧΟΡΟΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ: Κατερίνα Βασιλείου

ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΟ/ΕΝΔΥΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟ: Θάλεια Αβραμίδου

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ: Παύλος Τσακαλίδης

ΦΩΤΑ/ΗΧΟΣ: Βασίλης Κάτσικας

ΣΚΗΝΙΚΑ: Βασίλης Παπαευαγγέλου, Κική Παπαγαβιήλ, Δέσποινα Κοκκινίδου

Θερμές ευχαριστίες στους:

Νίκο Μπακιρτζίδη «ΠΑΝΜΕΤΑΛ», Δημήτρη Καραγιαννόπουλο, Γρηγόρη Σαλεπτσή

ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΠΑΓΓΑΙΟΥ

Συμμετέχουν

  Αναστασία Κεχαΐδου Αντωνία Ζάβαλη Αριστέα Γιαννίνα Βασιλική Γιαννίνα Βασιλική Επιτρόπου Βενετία Χαλοφτίδου Δημήτρης Γιαμαλίδης Δημήτρης Κεστρίτσαλης Δημήτρης Τζημαγιώργης Ελένη Βλάχου Ζωή Στυμπίρη Θανάσης Δεληγιάννης Θεοδώρα Νεστορίδου    Κατερίνα Καπούλα Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος Λευτέρης Γιαμαλίδης Μαρία Αλεξάνδρα Χυτίου Μαρία Ελμαζίδου Μαρία Κασκέτη Μαρία Παπαδοπούλου Μορφούλα Δελημαρίνου Μπάμπης Μαρουφίδης Νεφέλη Μποσμπότη Παύλος Τσακαλίδης Ράνια Σουσαμλή  

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Μίξερ»: To λαϊκό μιούζικαλ τσέπης έρχεται στην Καβάλα!

«Μίξερ»:-to-λαϊκό-μιούζικαλ-τσέπης-έρχεται-στην-Καβάλα!

Μετά από μία εκρηκτική sold out σεζόν στην Αθήνα, το Μίξερ της Ζέτης Φίτσιου (βραβευμένη με το Κρατικό Βραβείο Συγγραφής Θεατρικού Έργου για το 2022*), η αναπάντεχη έκπληξη – παράσταση της χρονιάς που αποθεώθηκε από κοινό και κριτικούς, έρχεται για τρεις μόνο παραστάσεις στο Θέατρο Αντιγόνη Βαλάκου την Παρασκευή 17 Μαΐου στις 21.00 και το Σάββατο 18 Μαΐου στις 18.30 και στις 21.00.

Αυτό το ξέφρενο, σχεδόν παράλογο γλέντι επί σκηνής, σε ξεκαρδιστική πάντα δεκαπεντασύλλαβη γραφή, φέρει το αιχμηρό χιούμορ της Ζέτης Φίτσιου, την ανατρεπτική μουσική του Θοδωρή Οικονόμου και την ευφυέστατη σκηνοθετική ματιά του Κώστα Σιλβέστρου.

Σε αυτό το μείγμα προσθέτουμε: τις ξεκαρδιστικές ερμηνείες της Έλενας Χαραλαμπούδη (γνωστής και ως 5 minute mum) και του Αλέξανδρου  Σιάτρα και τη δεξιοτεχνική μαεστρία στο μπουζούκι του Κωνσταντίνου Τσιμπούκη.

Το αποτέλεσμα; Ένα σύγχρονο μιούζικαλ τσέπης – ξόρκι για την εποχή που ζούμε. Μια παράσταση κάθαρση και εξιλέωση απέναντι στα τραύματα που μας προκαλεί ο σαρωτικός, σύγχρονος κόσμος.

Λίγα λόγια για το «Μίξερ»

Ένας νέος φέρελπις καλλιτέχνης θέλει διακαώς να ανεβάσει τον Άμλετ. Όμως, λόγω εξαιρετικά χαμηλού μπάτζετ, τελικά αλλάζει το όραμά του και αντί για τον Άμλετ παίζει τον Βαγγέλη, που αντί για τη Δανία, ζει κάπου στην Κυψέλη. Θα κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να καταφέρει να ανεβάσει την παράστασή του. Μαζί με μια ακόμη ηθοποιό πρόκειται να παίξουν όλους τους ρόλους του έργου.

Η παράσταση ξεκινά και μπροστά μας ξετυλίγεται η ιστορία του Βαγγέλη που από άσημος πορτιέρης, καταλήγει μέσα από μια σειρά παράδοξων γεγονότων να γίνει αρχηγός του κράτους. Ενός κράτους εντελώς διαλυμένου και ανοργάνωτου στο οποίο κυριαρχεί η διαφθορά, η λαμογιά και η τσαπατσουλιά. Σ’ αυτή την ξέφρενη πορεία «ανέλιξής» του, ο ήρωας θα συναντήσει στον δρόμο του χαρακτήρες που είτε θα του βάλουν εμπόδια είτε θα του αλλάξουν εντελώς τον τρόπο που βλέπει τα πράγματα.

Συντελεστές:

Έργο: Ζέτη Φίτσιου

Πρωτότυπη Μουσική: Θοδωρής Οικονόμου

Σκηνοθεσία: Κώστας Σιλβέστρος

Σκηνικά-Κοστούμια: Κωνσταντίνα Ανδρέου

Σχεδιασμός Φωτισμού: Γιώργος Τέλλος

Προγραμματισμός φωτισμών: Παναγιώτης Τσεβρένης

Επιμέλεια κίνησης: Φώτης Νικολάου

Video Art: Άννα Φωτιάδου

Φωτογραφίες | Trailer: Διονύσης Κούτσης

Διεύθυνση Παραγωγής: Λαμπρίνα Καραγιαννίδου

Γραφείο Τύπου – Επικοινωνία: Μαρία Τσολάκη

Digital Manager: Ανδρέας Κυριακάκης

Παραγωγή: ΑΕΙΡΕΙΤΗ

Παίζουν οι ηθοποιοί: Αλέξανδρος Σιάτρας, Έλενα Χαραλαμπούδη 

Επί σκηνής ο μουσικός: Κωνσταντίνος Τσιμπούκης

Ευχαριστούμε τον Πάτροκλο Σκαφίδα για τη συμβολή του στο trailer της παράτασης.

* Το Κρατικό Βραβείο Συγγραφής Θεατρικού Έργου για το 2022 απέσπασε το έργο «Οι αποκάτω» της Ζέτης Φίτσιου. Το έργο, σύμφωνα με το σκεπτικό της Επιτροπής, διακρίθηκε για την πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα δραματουργία του, τον καθαρό χειρισμό χαρακτήρων και τη φαντασία. Η θεματολογία του διακρίνεται από πρωτοτυπία και η ανθρώπινη παρουσία συνομιλεί με σύγχρονα θέματα.

Trailer παράστασης:

https://vimeo.com/manage/videos/928105975

Τιμές εισιτηρίων:

14 € Γενική Είσοδος,

12 € (Μαθητικό – Φοιτητικό-Ανέργων-ΑΜΕΑ)

Προπώληση εισιτηρίων καθημερινά από τη Δευτέρα 13 Μαΐου, 11.00 – 14.00 & 18.00 – 20.00, στο Κέντρο πληροφόρησης επισκεπτών Δήμου Καβάλας (πρώην ΕΟΤ) στην Κεντρική Πλατεία, τηλ: 2510-620566.

Ηλεκτρονική Προπώληση: https://www.ticketservices.gr/event/mixer-tis-zetis-fitsiou-tour/?lang=el

«Μίξερ»

Παρασκευή 17 και Σάββατο 18 Μαΐου

Θέατρο Αντιγόνη Βαλάκου

Διάρκεια: 75’ χωρίς διάλειμμα

Για περισσότερες πληροφορίες και κρατήσεις μπορείτε να καλείτε στα τηλέφωνα του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας 2510. 220876 – 7 (10:00-14:00).

ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα