Connect with us

Πολιτισμός

Κ.Θ.Β.Ε. «Μαρίκα με είπανε – Μαρίκα με βγάλανε» Ιστορίες γυναικών του Λαϊκού Τραγουδιού

ΚΘΒΕ.-«Μαρίκα-με-είπανε-–-Μαρίκα-με-βγάλανε»-Ιστορίες-γυναικών-του-Λαϊκού-Τραγουδιού

Συμπαραγωγή: ΚΘΒΕ – ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Σερρών, σε πρώτη πανελλήνια παρουσίαση

 
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Το έργο και η παράσταση

Πρόκειται για έναν φόρο τιμής στις αρχετυπικές γυναικείες μορφές, που επηρέασαν το Ελληνικό Λαϊκό και Ρεμπέτικο τραγούδι του περασμένου αιώνα. Οι γυναίκες του Τραγουδιού μας, ηρωίδες της σκηνής και της ζωής, με την τέχνη τους και την πίστη τους στο θαύμα, υψώθηκαν σε θαυμαστά πρόσωπα του Ελληνικού Πολιτισμού. Οι φωνές τους έχουν συντροφέψει και σημαδέψει την ιστορική διαδρομή του Ελληνισμού. Τα τραγούδια που ερμήνευσαν αλλά και οι ζωές που έζησαν, αποτελούν πολύτιμη μαρτυρία και πνευματική παρακαταθήκη. 

Το έργο του Γιώργου Ανδρέου και του Οδυσσέα Ιωάννου αναφέρεται στην χρονική περίοδο ανάμεσα στο 1920 και το 1960. Σαράντα χρόνια που διαμόρφωσαν το Ελληνικό Λαϊκό τραγούδι σε όλες του τις εκδοχές – Σμυρνέϊκο, Ρεμπέτικο, Λαϊκό. 

Σαράντα χρόνια αριστουργημάτων δίπλα σε θριάμβους και καταστροφές του Ελληνισμού.
 Σαράντα χρόνια συναρπαστικά, συνταρακτικά, αλησμόνητα. Και χάρη στην εφεύρεση της ηχογράφησης, οι μαγικές φωνές είναι πάντα κοντά μας, ηχούν και συγκλονίζουν, γεννώντας την βιωματική διδαχή που μόνο η Παράδοση μπορεί να προσφέρει, από στόμα σε στόμα, από γενιά σε γενιά.

Με αφορμή βιογραφικά και πραγματικά γεγονότα η παράσταση αφηγείται την Ιστορία, όχι όπως έγινε “στ’ αλήθεια”, αλλά “πειράζοντας” κάποιες παραμέτρους της κι αναρωτιέται πώς θα ήταν, αν είχαν γίνει τα πράγματα αλλιώς.
 
Περιέχει πρωτότυπα τραγούδια γραμμένα από τον Γιώργο Ανδρέου, αλλά και πολλά τραγούδια – ορόσημα από την πολύτιμη Ιστορία του Λαϊκού μας τραγουδιού: Σμυρνέικα, Παραδοσιακά, καθώς και τραγούδια σημαντικών ιστορικών δημιουργών της εποχής. 

Μαρίκα είναι η Παπαγκίκα, Μαρίκα είναι η Νίνου, για το έργο, όμως, Μαρίκα είναι κάθε λαϊκή τραγουδίστρια του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα.

Ο Συνθέτης Γιωργος Ανδρέου λέει στο σημείωμά του:

«Οι γυναίκες ερμηνεύτριες του λαϊκού μας τραγουδιού, εκείνες που μάθαμε μέσα από ηχογραφήσεις των αρχών του εικοστού αιώνα σε κερί και οι πιο κοντινές μας, είναι όλες τους νικήτριες – πέρασαν μέσα από τα χρόνια όρθιες, αγέρωχες και συγκινητικές, αγνοώντας με τον συνταρακτικό τους τρόπο όλα τα εμπόδια, όλες τις προκαταλήψεις, όλες τις πίκρες και τα βάσανα. Απέναντι σε πρότυπα αρσενικής επικυριαρχίας και συμπεριφορές καθόλου συμπεριληπτικές, εκείνες σήκωσαν κεφάλι και τα είπαν. Όλα τα είπαν. Πρώτα ερμήνευσαν τα τραγούδια, με τρόπο ανεπανάληπτο. Ύστερα, μέσα από τα τραγούδια, εξομολογήθηκαν την προσωπική τους υπαρκτική περιπέτεια. Και τέλος, ακροβατώντας στο σκοινί του πάλκου, μας άφησαν κληρονομιά και παρακαταθήκη την αστείρευτη κι άδολη αγάπη τους για το μέγα θαύμα που είναι η σχέση εκείνου (εκείνης) που ερμηνεύει με εκείνες κι εκείνους που τον ακούν – θαύμα επειδή σε μια στιγμή μαγική ενώνονται οι πάνω και οι κάτω στο ίδιο λυτρωτικό σύμπαν».

Η μουσικοθεατρική παράσταση που σκηνοθέτησε ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής του ΚΘΒΕ Αστέρης Πελτέκης, είναι ένα λαϊκό πανηγύρι, με αναφορές στις ζωές της Μαρίκας Νίνου και της Μαρίκας Παπαγκίκα, δύο ρεμπετισσών που μεγαλούργησαν στις δεκαετίες που αναφέρεται το έργο, η πρώτη στην Ελλάδα και στην Αμερική και η δεύτερη μόνο στην Αμερική.

Δυο σπουδαίες τραγουδίστριες, πολλές ιστορίες γυναικών των μπουζουκομάγαζων, πολλά όνειρα εκπληρωμένα κι άλλα ανεκπλήρωτα, ερωτοχτυπημένες αλλά αδικημένες και από αρσενικά και από τον ίδιο τους τον εαυτό, μοιρολάτρισσες αλλά και δυναμικά «αντράκια», ένα πολύχρωμο υφαντό, τελικά, από λαχτάρα γι’ αγάπη, από φευγιό για την καλύτερη τύχη, από πατριδονοσταλγία, από πονεμένα τραγούδια, από «νερό κι αλάτι» κα μ’ ένα πρόωρο τέλος, από αυτά που σφραγίζει ο θάνατος κι όχι οι άνθρωποι. Μαζί με τις επιτυχίες τους, που ακούγονται μέχρι σήμερα, ο συνθέτης Γιώργος Ανδρέου έγραψε για το εγχείρημα νέα τραγούδια, σύγχρονα, μια αναγωγή, πες, στο σήμερα.

Η έναρξη, εντυπωσιακή. Επτά κούκλες μέσα σ’ ένα vintage τεράστιο μουσικό κουτί, από κείνες τις κουρδιστές που γυροβολάνε μπροστά στον καθρέφτη, μέχρι να σημάνει ο μηχανισμός την τελευταία του νότα. Ακριβώς αυτό είναι το σκηνικό της παράστασης κι όπου καθρέφτης, το βίντεο να φέρνει τη θάλασσα στα μάτια μας, στην ευφάνταστη σκηνή του ταξιδιού της Μαρίκας Νίνου στην Αμερική.

Τη Μαρίκα Νίνου τη μάθαμε οι νεότεροι μέσα από αφιερώματα είτε στα ερτζιανά κύματα, είτε στον τύπο ή στο σανίδι. Στην παράσταση την υποδύεται η εξαιρετική Κορίνα Λεγάκη. Γάργαρη φωνή, μελίρρυτη, με τεράστια ευρύτητα, κι όμορφη σκηνική παρουσία.

Μαρίκα Παπαγκίκα είναι η Ελένη Τσαλιγοπούλου. Έμπειρη, μεστή, γυμνασμένη φωνή, αποδίδει με τεχνική αρτιότητα αμανέδες, μοιρολόγια, ρεμπέτικα σουξέ, σύγχρονα έντεχνα. Η καλύτερη επιλογή για τον ρόλο.

 Η Μαρίκα Παπαγκίκα ήταν η σπουδαιότερη ελληνική τραγουδίστρια στην Αμερική των αρχών του αιώνα (από όσες τουλάχιστον ηχογραφήθηκαν σε δίσκους), για την οποία ο ελληνοαμερικανικός Τύπος δεν αφιέρωσε ούτε μια λέξη.

Για όλους τους «συλλέκτες» η Μαρίκα Παπαγκίκα αποτελούσε ένα μυστήριο. Για την τραγουδίστρια με τους περισσότερους δίσκους στην Αμερική του Μεσοπολέμου, με το πιο πλούσιο και ποικίλο ρεπερτόριο (δημοτικά, λαϊκά, σμυρνέικα, ελαφρά, οπερέτες, και τούρκικα) και με την υψηλή τεχνική, κατά πολύ μακράν όλων των άλλων, δεν είχαμε καμιά πληροφορία. Για τη σιωπή του Τύπου τώρα ξέρουμε, πως επειδή εργαζόταν σε καφέ αμάν της Νέας Υόρκης, δεν έπρεπε να περιμένει καμιά αναφορά. Αντίθετα, μάλιστα, ο ελληνικός Τύπος δεν έχανε ευκαιρία να εκδηλώνει την απέχθειά του σε κάθε τι που δεν διευκόλυνε την αμερικανοποίηση των μεταναστών είτε αυτό ήταν ένας αμφιλεγόμενος τρόπος διασκέδασης είτε ολόκληρη η ελληνική λαϊκή παράδοση.

Η Μαρίκα Παπαγκίκα γεννήθηκε στην Κω. Η οικογένειά της μετανάστευσε πριν το 1900 στην Αίγυπτο (πιθανώς στην Αλεξάνδρεια). Εκεί τραγουδούσε στα ελληνικά νυκτερινά κέντρα. Είναι άγνωστο αν τον σύζυγό της (τον Κώστα Παπαγκίκα που έπαιζε σαντούρι) τον γνώρισε στην Αμερική, στην Αλεξάνδρεια ή αλλού. Μετά το 1915 πάντως, βρίσκονται και οι δυο στη Νέα Υόρκη και εργάζονται σε νυκτερινά κέντρα. Στα μέσα της δεκαετίας του 1920 είχαν δικό τους κέντρο διασκεδάσεως (καφέ αμάν) στη Νέα Υόρκη.

Με την οικονομική κρίση του 1929, το ζεύγος Παπαγκίκα έχασε την επιχείρησή του. Στα χρόνια που ακολούθησαν δεν είναι γνωστό τίποτε άλλο εκτός από τη δισκογραφική δραστηριότητα που,όμως, κι αυτή διακόπηκε προς το τέλος της δεκαετίας του 1930.

Το 1998 το περιοδικό «Παράδοση και Τέχνη», που εκδίδεται από το ελληνικό τμήμα της Διεθνούς Οργάνωσης Λαϊκής Τέχνης, δημοσίευσε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του Ελληνοαμερικανού συγγραφέα Στηβ Φράγκου, με θέμα την Παπαγκίκα το οποίο περιλαμβάνει πρόσθετα στοιχεία:

*Η δισκογραφική σταδιοδρομία της τραγουδίστριας αρχίζει το 1918 με δική της εταιρεία δίσκων, τη Victor Record Company.

*Το κέντρο της ήταν το πρώτο καφέ – αμάν που άνοιξε στην πόλη της Νέας Υόρκης, ένα υπερυψωμένο μονώροφο που βρισκόταν στην 34η οδό ανάμεσα στην 7η και 8η Λεωφόρο και λεγόταν «Της Μαρίκας». Για τη δημιουργία του (1925) οι Παπαγκίκα ξόδεψαν όσα είχαν κερδίσει από τις περιοδείες στην Αμερική και από τις πωλήσεις των δίσκων.

*Το 1925 ήταν ο πέμπτος χρόνος της περιόδου της ποτοαπαγόρευσης. Το κέντρο «Marica’s» δεν ήταν ένα απλό καφέ – αμάν αλλά ένα παράνομο ποτοπωλείο.

Μετά από κάποιες παρατηρήσεις για τη μουσική και τους μουσικούς της εποχής, ο συγγραφέας καταλήγει: Το πιστοποιητικό θανάτου της Παπαγκίκα στη θέση Επάγγελμα, αναφέρει «νοικοκυρά». Στις 2 Αυγούστου 1943 ένα ασθενοφόρο κατέβαινε αργά τη Lily Pond Lane ψάχνοντας τον αριθμό 198. Σ’ αυτή την ήσυχη γειτονιά του Staten Island ήξερε άραγε κανείς ποιον είχαν έρθει να πάρουν; Η Μαρίκα Κωνσταντίνα Παπαγκίκα, μια από τις σπουδαιότερες τραγουδίστριες του καφέ – αμάν, είχε μόλις πεθάνει.

ΠΗΓΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 02/08/2006

Η ιστορία της Μαρίκας Παπαγκίκα είναι δύσκολο να αποκαλυφθεί πια με περισσότερα στοιχεία, αυτή είναι – όσο πιο λεπτομερώς είναι δυνατόν – ολόκληρη η πορεία της από την γέννησή της στην Κω, μέχρι το τέλος της στη Νέα Υόρκη.

 Αντίθετα, η ιστορία της Αρμένισσας Μαρίκας Νίνου έγινε πολύ νωρίτερα γνωστή και τα αφιερώματα στη ζωή και την πορεία της, πολλά. Η παρουσία της Μαρίκας Νίνου σηματοδότησε νέα εποχή στην ερμηνεία του λαϊκού τραγουδιού και παράλληλα εδραίωσε μια καινούργια αντίληψη στη σκηνή των λαϊκών κέντρων της εποχής του ’50”.

 Ο Γιώργος Παπαδάκης έγραψε για τη Νίνου: “Όπως η σκληρή, βραχνή και ατημέλητη φωνή του Μάρκου Βαμβακάρη εικονίζει τον άντρα του ρεμπέτικου της εποχής του, έτσι και η φωνή της Νίνου υλοποιεί τον γυναικείο χαρακτήρα στα τραγούδια που τα χρόνια εκείνα έγραφαν ο Τσιτσάνης, ο Παπαϊωάννου, ο Μητσάκης. Τραγουδώντας, ζωγραφίζει γνωστούς και οικείους στον ευρύτερο χώρο της αστικής λαϊκής κοινωνίας γυναικείους χαρακτήρες”.

 Ο Βασίλης Τσιτσάνης έχει πει μεταξύ άλλων για τη Νίνου: “Είχε μια ξεχωριστή ερμηνευτική ικανότητα, είχε το κάτι άλλο. Όταν τραγουδούσε κυριολεκτικά καθήλωνε τον κόσμο. Τραγουδούσε και δίδασκε κιόλας μαζί με το τραγούδι, όπως ο δάσκαλος που διδάσκει τους μαθητές. Αυτό ήταν έμφυτο. Ήταν γεννημένο για το πάλκο”.

Από τα 119 τραγούδια που ηχογράφησε η Μαρίκα Νίνου σε δίσκους 78 στροφών, τα 34 ηχογραφήθηκαν στην εταιρεία HisMastersVoice, 37 στην Columbia, 8 στην Odeon, 6 στην Parlophone, 12 στη Melody, 20 στην Liberty Αμερικής και 2 στην Apollo Αυστραλίας.

 Αυτή η παράσταση που ετοίμασαν ο Γιώργος Ανδρέου, ο Οδυσσέας Ιωάννου και ο Αστέρης Πελτέκης είναι μεν ένας φόρος τιμής στις γνωστές και άγνωστες «Μαρίκες» του λαϊκού τραγουδιού στην εποχή του μεσοπολέμου και τη μεταπολεμική περίοδο, αλλά είναι και μια προσφορά στις νεότερες γενιές να γνωρίσουν πρόσωπα, τις γυναίκες ρεμπέτισσες, που μεσουράνησαν στο μουσικό στερέωμα εντός και εκτός Ελλάδος, αυτή τη χρονική περίοδο.

Όταν η συντριπτική πλειοψηφία των Ελληνίδων τελούσε υπό την απόλυτη κυριαρχία ενός άνδρα, πατέρα ή του συζύγου, αυτές μπαινόβγαιναν ελεύθερα στους τεκέδες, δε μασούσαν με τη ρετσινιά της «αμαρτωλής», τραγουδούσαν τις επιθυμίες τους και τσαλαπατούσαν τον κώδικα των απαγορεύσεων.

Στην παράσταση του ΚΘΒΕ, μάθαμε ότι το ρεμπέτικο τραγούδι εμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα, εξελίχθηκε κυρίως στα λιμάνια των ελληνικών πόλεων όπου ζούσε η εργατική τάξη και χρωματίστηκε ιδιαίτερα από την έλευση των προσφύγων μετά τον Μικρασιατικό πόλεμο. Αναπτύχθηκε κατά βάση στα Καφέ Αμάν, τα λαϊκά καφενεία της προπολεμικής Ελλάδας, τους τεκέδες και τις φυλακές και αφορούσε σε μια κοινότητα φτωχών ανθρώπων, κοινωνικά αδικημένων, απόκληρων ή παραβατικών που συγχρωτίστηκαν κάτω από την ταμπέλα του «περιθωρίου».

Ήταν μία κοινότητα που λειτουργούσε ως αντιπαράδειγμα στον κυρίαρχο τρόπο ζωής του συντηρητισμού, της στέρησης και του καθωσπρεπισμού. Αποστρεφόταν την εξουσία, επιβίωνε παράλληλα και ενάντια στο κανονιστικό πλαίσιο της εποχής, αποζητούσε την απόλαυση της ζωής και έπλαθε τα δικά της γλωσσικά και αισθητικά εργαλεία επικοινωνίας. Ήταν ο «χώρος της μαγκιάς», όπως κωδικοποιήθηκε μεταγενέστερα. Από κει ξεπήδησαν οι στιχουργικοί αυτοσχεδιασμοί, οι αμανέδες, τα μακροσκελή ταξίμια, οι βυζαντινού τύπου λαρυγγισμοί που διατρέχουν το ρεμπέτικο της πρώτης περιόδου.

Ήταν πρωτίστως ένας ανδροκρατούμενος κόσμος, στον οποίον όμως συμμετείχαν ενεργά και πολλές γυναίκες, κάποιες ως φίλες, συντρόφισσες ή απλές περαστικές, που γλεντούσαν στο μοναδικό μέρος που ξέφευγε από τον ασφυκτικό έλεγχο της Εκκλησίας και τα ραντάρ της σεμνοτυφίας, και άλλες ως τραγουδίστριες ή δημιουργοί.

Σήμερα λοιπόν, μπορούμε να υποστηρίξουμε με σχετική βεβαιότητα ότι αυτές οι τύπισσες ήταν οι πιο ελεύθερες γυναικείες υπάρξεις της εποχής και ότι κουβαλούσαν, χωρίς απαραίτητα να έχουν αυτήν την επίγνωση ή αξίωση, το πρόταγμα της πρώιμης φεμινιστικής διεκδίκησης.

Γνωστές και άγνωστες μαζί, (Ρόζα Εσκενάζυ, Ρίτα Αμπατζή, Ισμήνη Διατσέντε, Κατίνα Χωματιανού, Κίτσα Κορίνα, Στέλλα Βογιατζή, Σοφία Καρίβαλη, Νταίζη Σταυροπούλου κ.α.) οι γυναίκες του ρεμπέτικου συνέθεσαν ένα ημιτελές πρελούδιο χειραφέτησης. Δεν τις οδήγησε η σκέψη ή η θεωρία εκεί, τις οδήγησε το ένστικτο και κυρίως η επιθυμία τους, σε μια εποχή που αυτές οι έννοιες ήταν εξοστρακισμένες από τη διευθέτηση της κοινωνικής ζωής.

Δεν ήταν η πολιτικοποίησή τους φεμινιστική, αλλά η βιωμένη τους πραγματικότητα εμπεριείχε νοήματα γυναικείας ανεξαρτησίας. Κάποιες από αυτές έθιξαν ζητήματα όπως η ερωτική απελευθέρωση και οι εναλλακτικές σεξουαλικότητες, που το φεμινιστικό κίνημα άρθρωσε συνεκτικά τη δεκαετία του ’60, άλλες αποποιήθηκαν οικογένειες και παιδιά, πράξεις που ακόμα και σήμερα θεωρούνται αιρετικές και βέβηλες για όσους ορκίζονται στην «αγία ελληνική οικογένεια».

 Κάποιες τις κάνανε και τους χρωστάμε μία αναγνώριση, όπως αυτή που κάνει το Κ.Θ.Β.Ε, με αυτό το πανηγύρι – μνημόσυνο, θα έλεγα.

Όμως, τη δουλευμένη αυτή παράσταση στιγματίζει ένα μεγάλο μείον. Δεν υπάρχει η ανδρική φιγούρα. Μεγάλη απουσία. Στα κατώγια της εποχής, στα ρεμπετάδικα, πολύ περισσότερο στην Αμερική, θαμώνες ήταν κυρίως άνδρες κι οι γυναίκες στο πάλκο. Κάτι σκόρπια λογάκια, όπως «εμείς είμαστε οι άνδρες της ζωής μας» και «δουλεύουμε σαν άνδρες, ερωτευόμαστε και γυναίκες, κλπ» δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τη λειψανδρία στην παράσταση. Δε χωνεύεται εύκολα το ζεϊμπέκικο στην πίστα εκείνης της εποχής, από γυναίκες μόνο. Σοκάρεται το αυτί όταν ακούει νταλγκάδες τύπου «ωωχ Παναγία μουυυυ» από γυναίκειο στόμα. Θα θέλαμε στα καπηλειά και στο «Marica’s club» να βλέπαμε άνδρες θαμώνες, να χορεύουν, να τραγουδάνε, να καπνίζουν, να μιλάνε μόρτικα, γιατί όχι, κι ας μην είχανε ρόλους. Η παρουσία τους θα γέμιζε τη σκηνή και θα έκανε το όλο εγχείρημα εξαιρετικά ενδιαφέρον και πειστικό. Ο συγγραφέας δεν το ήθελε, αλλά ο σκηνοθέτης θα μπορούσε να το προσθέσει, ως δικό του εύρημα, αλλά το άφησε να κυλήσει λειψό.

Ωστόσο, ο κόσμος διασκεδάζει, τραγουδάει, χειροκροτεί σε κάθε τραγούδι τις επτά κυρίες της σκηνής και τις αποθεώνει στο φινάλε.

 Να σημειώσω ότι το έργο έχει γραφτεί από τον Οδυσσέα Ιωάννου για τρία γυναικεία πρόσωπα. Τη Μαρίκα 1 (που είναι και δεν είναι η Νίνου). Τη Μαρίκα 2 (που είναι και δεν είναι η Παπαγκίκα). Την κόρη της Νίνου (εντελώς επινοημένο πρόσωπο, η Νίνου είχε γιο). Και κάποια ακόμη γυναικεία πρόσωπα με σκηνική δράση.

Οι συντελεστές της, βεβαίως, δούλεψαν με σεβασμό απέναντι σ’ αυτές τις «Μαρίκες» και συμπύκνωσαν προσωπικές τους ιστορίες μέσα από χρονικές περιόδους ελληνικής ιστορίας, βοηθούντων των σκηνικών της Δανάης Πανά, των κοστουμιών του Νίκου Χαρλαύτη, των ατμοσφαιρικών φωτισμών του Στέλιου Τζολόπουλου, του βίντεο -αρτ, της χορογραφίας της Στέλλας Εμίνογλου, της ζωντανής μουσικής επί σκηνής, ενώ οι τρεις τσιγγάνες που τις ονόμασαν μοίρες, η χαρτορίχτρα και η αφήγηση, αποτέλεσαν – ως εύρημα – τον πυλώνα πάνω στον οποίο χτίστηκε το οικοδόμημα της μουσικοθεατρικής συνάντησης όλων αυτών των δυνάμεων στη Σκηνή «Σωκράτης Καραντινός». Πολύ καλές οι νεαρές ηθοποιοί που παίζουν, τραγουδούν και χορεύουν.

 ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Σκηνοθεσία: Αστέριος Πελτέκης, Σκηνικά: Δανάη Πανά, Κοστούμια: Νίκος Χαρλαύτης, Μουσική Σύνθεση- Ενορχήστρωση: Γιώργος Ανδρέου, Χορογραφίες: Στέλλα Εμίνογλου, Φωτισμοί: Στέλιος Τζολόπουλος, Video&graphics: MikeRafail, Βοηθοί σκηνοθέτη: Λίλη Αδρασκέλα, Εύη Σαρμή, Οργάνωση παραγωγής: Χριστόφορος Μαριάδης (έως 28/2/2024), Φιλοθέη Ελευθεριάδου (από 29/2/2024)
 
*Βοηθός φωτιστή, στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης ΤουλίνΟσμάν

Διανομή: Λίλη Αδρασκέλα (Κλωθώ), Παναγιώτα Βιτετζάκη (Κόρη), Ηρώ Δημητριάδου (Άτροπος), Εύη Σαρμή (Χαρτορίχτρα), Χρύσα Τουμανίδου (Λάχεσις)
Έκτακτη αντικατάσταση: Ελένη Γιαννούση, Χαρά Γιώτα, Εύη Κουταλιανού

Ερμηνεύουν: Ελένη Τσαλιγοπούλου, Κορίνα Λεγάκη
Αφηγήτρια: Παναγιώτα Βιτετζάκη
 
Μουσικοί επί σκηνής:
Τραϊανός Αλμπανούδης (κοντραμπάσο), Γιώργος Ανδρέου/ Σάκης Κοντονικόλας (πιάνο), Μαριάνθη Θεμελή (τρομπέτα), Βαγγέλης Καλαμάρας (τύμπανα), Χρήστος Μακρής (φλάουτο), Παύλος Παφρανίδης (μπουζούκι), Ζωγράφος Σταυρίδης (ακορντεόν), Σπύρος Χατζηκωνσταντίνου (κιθάρα), Κωνσταντίνος Σακαρέλης/ Γιώργος Πουλιανίτης (όμποε)

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
 


Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Πολιτισμός

«Μέθοδος Gronholm» του Jordi Galceran στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

«Μέθοδος-gronholm»-του-jordi-galceran-στο «Αντιγόνη-Βαλάκου»

 ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

«Καλησπέρα και καλώς ήρθατε. Όπως σας έχουμε ήδη ενημερώσει, αυτή είναι η τελική φάση της διαδικασίας επιλογής για τη θέση του εμπορικού διευθυντή της ΔΕΚΙΑ. Είστε οι τελευταίοι υποψήφιοι. Η διαδικασία δεν είναι η συνήθης. Η πόρτα είναι ανοιχτή. Σας είπαμε ότι είστε οι τελευταίοι υποψήφιοι. Αλλά δεν είστε τέσσερις οι τελευταίοι υποψήφιοι.» *

 Οι τελευταίοι τέσσερις υποψήφιοι για τη θέση υψηλόβαθμου στελέχους σε μια πολυεθνική εταιρεία συμμετέχουν στην καθοριστική κοινή φάση της διαδικασίας επιλογής. Οι παράξενες δοκιμασίες, που επιβάλλουν οι ψυχολόγοι της εταιρείας στους υποψήφιους, σύντομα εξελίσσονται σε πραγματική μάχη, της οποίας η σκληρότητα και η έλλειψη ενδοιασμών φαίνονται να μην έχουν όριο. Ως ποιο σημείο είναι ικανοί να φτάσουν προκειμένου να εξασφαλίσουν τη θέση εργασίας που πάντα ονειρεύονταν;

Αυτό που δεν ξέρουν είναι ότι η συνέντευξη άρχισε πριν ακόμα μπουν στην αίθουσα. Οι τέσσερίς τους πρέπει να ανταγωνιστούν μέσα από μία σειρά ψυχολογικών τεστ, γνωστών ως «μέθοδος Gronholm». Στα διαλείμματα νέες οδηγίες και κανόνες εντείνουν, σκληραίνουν, δυναμιτίζουν τα παιχνίδια του μυαλού (Mind Games).

Αν το βραβευμένο έργο θυμίζει κάτι από reality τηλεπαιχνίδι, δεν είναι σύμπτωση. Κάθε νέο «mind game» ανεβάζει τον πήχη της έντασης και κάθε καινούργιο αθώο αστείο αποκαλύπτει τη σκληρή πραγματικότητα των οικονομικών εταιρειών. Είναι στην ουσία ένα θέατρο μέσα στο θέατρο, που με αστραπιαίο ρυθμό μετατρέπεται από κωμωδία σε ψυχολογικό θρίλερ και από μιούζικαλ σε δραματικό έργο δωματίου. 

Ο Καταλανός συγγραφέας εμπνεύστηκε το έργο από πραγματικά αρχεία εταιρειών που είχε βρει πεταμένα. Σ’ έναν κάδο απορριμμάτων στην Βαρκελώνη, πράγματι, βρέθηκαν έγγραφα μιας αλυσίδας σούπερ μάρκετ, στα οποία ο υπεύθυνος προσωπικού είχε αποτυπώσει σκληρά, σεξιστικά, ξενοφοβικά, συμπλεγματικά σχόλια, για τους υποψήφιους μίας θέσης στο ταμείο.

Πρόκειται για μια μαύρη κωμωδία που είναι, θα έλεγα, μια τομή ανάμεσα στο Survivor και στο «Βωβό Σερβιτόρο» του Πίντερ. Είδε για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας στη Βαρκελώνη το 2003 κι από τότε έχει ανεβεί σε 60 χώρες κι έχει μεταφραστεί σε 20 γλώσσες σε όλο τον κόσμο.

«Η μέθοδος Γκρόνχολμ» έχει αποσπάσει περισσότερα από είκοσι βραβεία. Έχει επίσης γυριστεί σε ταινία, το 2003, τη διασκευή της οποίας υπογράφει ο ίδιος ο συγγραφέας, με τίτλο «El Metodo». Η ταινία απέσπασε δύο βραβεία Goya, το ένα εκ των οποίων ήταν του καλύτερου διασκευασμένου σεναρίου.

Ο νέος σκηνοθέτης Θεοδόσης Σκαρβέλης (απόφοιτος της διακεκριμένης ρωσικής σχολής GITIS) καθοδηγεί μια δυναμική ομάδα ηθοποιών και όλοι μαζί μάς αφηγούνται την ιστορία του Φερνάντο, του Ενρίκε, της Μερσέδες και του Κάρλος – ή αλλιώς τεσσάρων από εμάς – στον αγώνα τους να βρουν μια θέση σε μια αδυσώπητη εργασιακή πραγματικότητα. Με δοκιμασίες που μας πηγαίνουν συνεχώς από την κωμωδία στο δράμα, και με διαλόγους που θυμίζουν τις δικές μας καθημερινές συζητήσεις, αναδεικνύουν μια πλευρά της πραγματικότητας που τείνει να γίνει κανόνας.

Η μέθοδος Γκρόνχολμ είναι στην ουσία η μέθοδος του μέγιστου κέρδους, η μέθοδος του καπιταλισμού, που δε θέλει αδύναμα ανθρωπάκια να υποκρίνονται τα καθάρματα, αλλά πραγματικά καθάρματα που να υποδύονται τους ανθρώπους, με κανονικά συναισθήματα και ευαισθησίες για τους υπαλλήλους και τις ιδιαιτερότητές τους: την οικογενειακή τους κατάσταση, τις σεξουαλικές τους προτιμήσεις ή τον θάνατο κάποιου δικού τους προσώπου.

 Το μινιμαλιστικό σκληρό σκηνικό της Μιχαήλας Πλιαπλιά, διαρθρώνεται κλιμακωτά σε επάλληλα επίπεδα, με έναν εντυπωσιακό τρόπο στη σκηνή του θεάτρου, ενώ τα ηχοτοπία του Νίκου Σωτηρέλη και οι φωτισμοί της Εβίνας Βασιλακοπούλου, δημιουργούν μια υποβλητική ατμόσφαιρα που ξεφεύγει από τα στενά όρια του ρεαλιστικού θεάτρου.

Ο σκηνοθέτης Θεοδόσης Σκαρβέλης, με οδηγό την ενδιαφέρουσα μετάφραση των Μαρίας Τσατσαρώνη και Γιώργου Καραμίχου, μας παραδίδει μια παράσταση σε σωστό ρυθμό και με ακριβείς σκηνικούς χρόνους, καθώς εικονοποιεί ευθύβολα τις βάναυσες διαδικασίες επιλογής ανθρώπινου δυναμικού, έτσι ώστε να φωτιστεί ο παραλογισμός αυτής της στρατηγικής. Ο λόγος πυκνός και εύστροφος υπηρετεί τις κατευθύνσεις του προβληματισμού του συγγραφέα.

Οι τέσσερις υποψήφιοί μας είναι επιφανειακά στερεοτυπικοί, αλλά εξαιρετικά παραστατικοί, ως δυνάμει στελέχη της αδηφάγας καπιταλιστικής αγοράς, από το κουαρτέτο των ερμηνευτών.

Είναι όλοι αναγνωρίσιμοι άνθρωποι της καθημερινότητάς μας: ο κυνικός, άγριος ανταγωνιστής Φερνάντο (Τρύφωνας Ζάχαρης), ο λαλίστατος μεσήλικας οικογενειάρχης Ενρίκε (Θανάσης Χαλκιάς), ένας νεαρός, ο Κάρλος, που υποβάλλεται στην ταπεινωτική διαδικασία της φυλομετάβασης (Αντώνης Αντωνιάδης) και μια γυναίκα, η Μερσέδες ( Πάολα Καλλιγά), που ξέρει να παλεύει δύο φορές πιο σκληρά στον κόσμο των ανδρών.

Τέσσερις ηθοποιοί, τέσσερις υποκρίσεις με ικανοποιητικό επίπεδο θεατρικής εντιμότητας, αλλά επιτρέψτε μου να ξεχωρίσω τον Θανάση Χαλκιά. Εξαιρετικός. Έχει μεστή θεατρικότητα, έχει υπέροχες μεταπτώσεις, διαθέτει εξαίσια ηχοχρώματα στη φωνή του, ελίσσεται θαυμάσια σωματικά και φωνητικά και, σαφώς, η εμπειρία του, έναντι των συνάδελφων του, ευθύνεται για όλα αυτά τα προσόντα.

Οι θεατές παρατηρούμε συντονισμό στον στόχο, ευελιξία και ευεργετική διαχείριση του χειμαρρώδους ρυθμού της ιστορίας. Ο καθένας, δυνατός στον ρόλο του, ανταποκρίνεται στο καταιγιστικό γαϊτανάκι των συνεχών εκπλήξεων και του αναπάντεχου. Αυτά, με τη σειρά τους, συνηγορούν στο χαοτικό ψυχισμό των προσώπων, που αδυνατούν να αντισταθούν στην επικίνδυνα ενορχηστρωμένη , από πριν, δοκιμασία.

Συναντάμε τον κάθε υποψήφιο να αξιολογεί τον ανταγωνισμό, σε κάποιο διασκεδαστικό παράπλευρο παιχνίδι. Όμως, συμβαίνουν πολλά περισσότερα από όσα φαίνονται στην επιφάνεια, γιατί η ενδιαφερόμενη επιχείρηση αποδεικνύεται μία από αυτές τις «φωτισμένες» εταιρείες, που ωθούν τους «μνηστήρες» στα άκρα, σε μια σειρά από ακροβατικά και ψυχολογικά τεστ για να ελέγξουνε τις δυνάμεις τους.

Ένα ηλεκτρονικό συρτάρι συνεχίζει να ανοίγει, το περιεχόμενό του λάμπει όπως ο χαρτοφύλακας στο “Pulp Fiction”, με φακέλους που περιέχουν δοκιμασίες – προκλήσεις, τις οποίες οι υποψήφιοι πρέπει να εκτελέσουν με επιτυχία ή να τις εκκινήσουν από την αίθουσα συνεδριάσεων. Παράδειγμα, η τετράδα υποψηφίων πρέπει να φορέσει ένα σετ από εκκεντρικά καπέλα, για ένα αστείο μεν, αγχωτικό δε, παιχνίδι ρόλων.

Θα ήταν ανεπίτρεπτο spoiler να πω περισσότερα για όσα συμβαίνουν στην εξέλιξη του έργου επί σκηνής, αλλά σας διαβεβαιώ ότι σ’ αυτό το συναρπαστικό ταξίδι, με ανατροπές που εκπλήσσουν το μυαλό, συναντάμε ένα από τα πιο δυνατά φινάλε που έχουμε δει στο σύγχρονο θέατρο.

Ωστόσο, όσο συναρπαστικό κι αν είναι το ανθρώπινο δράμα, δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τον πραγματικό στόχο, ένα εδραιωμένο σύστημα εξουσίας που λειτουργεί κρυφά για να παίζει τους μισθωτούς σαν μαριονέτες. Όπως το «God of Carnage», το «Gronholm» είναι – στη μεγάλη πορεία τού ευρωπαϊκού θεατρικού συγγραφέα – μια πολιτική αλληγορία πολύ ευκρινής, κάτω από την κωμική επιφάνεια της ιστορίας.

Συντελεστές

Συγγραφέας: Jordi Galcerán
Μετάφραση: Μαρία Τσατσαρώνη – Γιώργος Καραμίχος
Σκηνοθεσία: Θεοδόσης Σκαρβέλης
Σκηνογραφία / Κοστούμια: Μιχαήλα Πλιαπλιά
Σχεδιασμός φωτισμών: Εβίνα Βασιλακοπούλου
Σχεδιασμός ηχοτοπίου – Σύνθεση πρωτότυπης μουσικής: Νίκος Σωτηρέλης
Κατασκευαστές σκηνικού: Γιώργος Μαστοράκης, Γιάννης Σταυρίδης, Κώστας Γαρουφαλίδης
Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Κόκκας

Παίζουν οι Ηθοποιοί
Φερνάντο: Τρύφωνας Ζάχαρης
Ενρίκε: Θανάσης Χαλκιάς
Μερσέδες: Πάολα Καλλιγά
Κάρλος: Αντώνης Αντωνιάδης

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Ο καλός άνθρωπος του Σε Τσουάν» του Μπέρτολτ Μπρεχτ από το Κ.Θ.Β.Ε.

«Ο-καλός-άνθρωπος-του-Σε-Τσουάν»-του-Μπέρτολτ-Μπρεχτ-από-το-ΚΘΒΕ.

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Θα μπορούσε να είναι Αριστοφάνης δηκτικός, καταγγελτικός κι αθυρόστομος, αλλά είναι ο Μπρεχτ, ο ανοιχτός- εκ πεποιθήσεως – σε πολλές και διαφορετικές αναγνώσεις. Θα μπορούσε ν΄ αλώνιζε τη σκηνή ένας Μνησίλοχος μασκαρεμένος με πρόθεση, αλλά είναι η Σεν Τε, μια, ας πούμε δυναμική φιγούρα, ταιριασμένη στο σκαρί της Ιωάννας Δεμερτζίδου που, αν ήθελε ο σκηνοθέτης, θα είχε την ικανότητα να οργώσει αυτή η ηθοποιός τη σκηνή, να φέρνει τα πάνω –κάτω, να επιβάλλει αναγκαστικές ανατροπές, αλλά είναι αρκετά φρόνιμη και ήπια -σκηνοθετική αδεία – κι ωστόσο, επιζεί σ’ έναν κόσμο άδικο, σκληρό, ανάλγητο, διπρόσωπο.

Αυτό συμβαίνει αργά- αργά, στην παράσταση που ανέβασε στο «Βασιλικό Θέατρο» το Κ.Θ.Β.Ε.

«Πώς μπορεί να είναι κανείς καλός, όταν τα πάντα είναι τόσο ακριβά;» Ο τελευταίος καλός άνθρωπος στη Γη, σύμφωνα με την ιστορία μας, ήταν μια πόρνη στην Κίνα, στο μακρινό Σε τσουάν. Ακόμα κι αυτή, η καλόπιστη κι αφελής Σεν Τε, χρειάστηκε να επινοήσει το κακό alter ego της για να επιβιώσει.

Στη σκιά του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, μεταξύ 1938-1940, ο Μπρεχτ, ήδη εξόριστος στη Σουηδία, γράφει ένα από τα σημαντικότερα έργα του. Ο διδακτισμός υποχωρεί, η ανθρώπινη φύση με τις αντινομίες της και τα ηθικά διλήμματα προσεγγίζονται με ποιητική διάθεση, οι λύσεις δεν είναι προφανείς, ενώ –σκωπτικά μπορούμε να πούμε – ο Σωκράτης με τον Κομφούκιο «ενώνουν» το ελληνικό πνεύμα με το κινέζικο, δανείζουν το μείγμα στον Γερμανό Μαρξιστή πρωτοπόρο του «επικού θεάτρου» Μπρεχτ κι εκείνος «σερβίρει» στην ανθρωπότητα την πνευματική τροφή της αλληγορίας, μέσα από τη φιλοσοφία και τη διανόηση.

«Ο καλός άνθρωπος του Σε τσουάν» πασχίζει εδώ και χρόνια να δώσει απάντηση στο αγωνιώδες ερώτημα που τον κατατρύχει: πώς να συνταιριάσει τη φυσική του καλοσύνη με τη σκληρή πραγματικότητα, την προσωπική του ευτυχία με κείνη των άλλων, το ήθος με την ιδιοτελή ηθική τού κέρδους;

Ανέβηκε για πρώτη φορά στη Ζυρίχη της Ελβετίας το 1943. Η δραματική του φόρμα ακολουθεί τους κανόνες του «μη αριστοτελικού δράματος» και του μπρεχτικού «επικού θεάτρου». Με το εξαιρετικό εύρημα του «διχασμού», ο Μπρεχτ δραματοποιεί τη διπλή υπόσταση του κόσμου, το αιώνιο χάσμα ανάμεσα στον άνθρωπο και τις κοινωνικές δομές που δημιουργεί, ανάμεσα στην υπαρξιακή ανάγκη και την οικονομική αναγκαιότητα, ανάμεσα στις ηθικές αξίες και την αδυσώπητη πραγματικότητα.

Η παραβολική δράση τοποθετείται στην Ανατολή. Τρεις θεοί έρχονται στη γη προς αναζήτηση, έστω, ενός καλού ανθρώπου, ώστε να δικαιολογείται η συνέχεια του κόσμου. Εντοπίζουν την καλόκαρδη Σεν Τε και ξεπληρώνουν με χρήματα τη φιλοξενία της. Εκείνη, ανήμπορη να συγκρατήσει – την καταστροφική για την ίδια – πλημμυρίδα της μεγαλοψυχίας της προς τους αναξιοπαθούντες συμπολίτες της, επινοεί έναν δεύτερο εαυτό, τον «ξάδελφο» Σουί Τα. Αυτός την απαλλάσσει απ’ όσους παρασιτούν σε βάρος της κι υπερασπίζεται, όποτε χρειαστεί, τα συμφέροντά της. Τούτη η απελπιστική λύση που υιοθετεί η Σεν Τε, τη διασώζει μεν κοινωνικά, τη συντρίβει δε, ψυχικά.

Τίποτα δεν απλουστεύεται. Αντίθετα, μια ιδιοφυής ύπαρξη με αντιφατικά χαρακτηριστικά αναδύεται, για ν’ αποδείξει πως στις οργανωμένες ταξικές κοινωνίες το Καλό δεν μπορεί να έχει φύση αμιγή και πως οι λύσεις δεν έρχονται, επ’ ουδενί, εξ’ ουρανού. Όπως σε όλη τη δραματουργία του Μπρεχτ, το τέλος παραμένει ανοιχτό και η φαινομενική αφηγηματική καθαρότητα εγείρει σύνθετα ερωτήματα, που στόχο έχουν ν’ αφυπνίσουν την κριτική συνείδηση του κοινού.

Στα χρόνια που πέρασαν από την περίοδο που γράφτηκε (1930 – 1941) το έργο, τα ιστορικά γεγονότα που μεσολάβησαν πριμοδότησαν την θεατρική τέχνη με πολλές ιδέες και απόψεις, ενώ σκηνοθέτες σ΄ όλον τον κόσμο τις διαπραγματεύθηκαν ή επεξεργάστηκαν, στο πλαίσιο του μεταπολεμικού προβληματισμού, για το τι είναι και σε τι μπορεί να στοχεύει, το πολιτικό, αριστερής ιδεολογίας, θέατρο. Τα ίδια τα έργα του Μπρεχτ, ωστόσο, παραμένουν πιο ενδιαφέροντα από ποτέ, σύγχρονα μετά τον μεταμοντερνισμό, θησαυροί για σκηνικούς πειραματισμούς, για πολυεπίπεδο στοχασμό και ψυχαγωγία υψηλών αξιώσεων.

Στην παράσταση του Κ.Θ.Β.Ε. η σκηνοθεσία του κ. Δημήτρη Καραντζά φέρνει μια πρόταση στα μέτρα του «θεάτρου μαριονέτας». Θεωρεί ότι έτσι σταθμίζει αποτελεσματικά την ελκυστική μυθοπλασία με την μπρεχτική προβληματική, θέτοντας αμφότερες στην υπηρεσία ενός φιλικού θεάματος προς τον θεατή, ακόμη κι από την προσχολική ηλικία, εφόσον και το σκηνικό είναι ένας μεγάλος γκρίζος τοίχος ψυχρού δωματίου, που πέφτει και δημιουργείται ένα άνοιγμα όμοιο με αυτό του κουκλοθέατρου και υπαινίσσεται μ’ αυτόν τον , μάλλον ανέμπνευστο τρόπο, τη χειραγώγηση ανθρώπων από χειριστικούς τύπους της αρπαγής, της μπαγαμποντιάς, της μαφιόζικης στρατηγικής.

Οι ηθοποιοί κινούνται σαν μαριονέτες, τρόπον τινά, σηκώνονται από τις καρέκλες τους, λένε τα λόγια τους και ξανακάθονται. Ακόμα κι ο μπερντές που σκαρώθηκε σε μια γωνιά για τις ανάγκες της αφήγησης, θυμίζει το σπίτι του Καραγκιόζη.

Όλοι τους, ασφαλώς, εξαιρετικοί ερμηνευτές, εδώ είναι πειθαρχημένοι εργάτες της σκηνής, ακολουθούν πειθήνια τις σκηνοθετικές οδηγίες και υπηρετούν το όραμα του κ. Καραντζά.

 Επίσης, η σκηνοθεσία τονίζει το στοιχείο της αποστασιοποίησης, ακυρώνοντας επιδεικτικά τη σύμβαση κοινού – σκηνής, ως τρόπου αφήγησης που δεν ταράσσει στο παραμικρό την ησυχία της πλατείας.

 Ίσως, δεν άρεσε σε αρκετούς θεατές αυτή η διαλεκτική σχέση ηθοποιών –θεατών, αλλά οι εκτιμήσεις όλων μας είναι υποκειμενικές. Θα πω, βέβαια,ότι το συγκεκριμένο ύφος της παρούσας παράστασης είναι πειραματικό, για να παρακολουθήσει το κοινό το πώς αντιλαμβάνεται ο σύγχρονος σκηνοθέτης τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η θεατρική γλώσσα και στη χώρα μας.

Οι μουσικές επί σκηνής από όργανα που οι μουσικοί: Δάνης Κουμαρτζής (κιθάρα), Αμαλία Σάνη (τσέλο), Κατερίνα Ταβλαδωράκη (κλαρινέτο),

παίζουν με δεινότητα, είναι μεν εύρημα σκηνοθετικό, αλλά δεν αποτελεί το κέντρο του κόσμου της. Ουσιωδώς η μουσική συνεργάζεται αρμονικά με τα υπόλοιπα στοιχεία της αφήγησης και λειτουργεί υποκινητικά, για ν΄ αναδείξει, ας πούμε, τους θεατρικούς χαρακτήρες και να αιτιολογήσει τα κίνητρα των πράξεών τους στην εξέλιξη της ιστορίας. Άλλωστε, η μουσική που έγραψε ο Δημήτρης Καμαρωτός μεγεθύνει την ησυχία της πλατείας.

Πρόκειται, λοιπόν, για ένα τολμηρό φορμαλιστικό εγχείρημα που προκαλεί τον θεατή σ’ έναν παθητικό τρόπο θέασης. Συμπράττουν σ’ αυτό όλοι οι συντελεστές: Ηθοποιοί, σκηνικά, κοστούμια, πρωτότυπη μουσική και, κυρίως, σκηνοθετική άποψη που πιστεύει ότι «εξαργυρώνει» τις επιταγές του Μπρεχτικού ρεαλισμού.

Ο κ. Δημήτρης Καραντζάς, υποθέτω, ότι μελέτησε στη λεπτομέρεια το κείμενο και τη μπρεχτική ρητορική, ανακατεύτηκε με τη λογική του κουκλοθέατρου, επέβαλε αργούς ρυθμούς, συνεργάστηκε με ευφυείς ανθρώπους, ικανότατους επαγγελματίες που τον ακολούθησαν πιστά και, τελικά, παρέδωσε στο κοινό μια συμβατική θεατρική εμπειρία.

Η ταλαντούχα ηθοποιός Ιωάννα Δεμερτζίδου αγωνίζεται να αποδώσει την εύθραυστη και αδυσώπητη δυαδικότητά της, κάθε φορά που απεκδύεται την καλοσύνη και ντύνεται την κακία, όπως της δίδαξε ο σκηνοθέτης.

Ο μυώδης και λεβεντόκορμος Νίκος Μήλιας, πείθει ως αεροπόρος, ως στιβαρό αρσενικό, για το ανάλγητο και τα πολλαπλά πρόσωπα ενός αιθεροβάμονα έρωτα, που ξέρει να ξεγελά ακόμη και αυτόν που πάει να σε γελάσει. 

O πολύ καλός ηθοποιός Χρίστος Στυλιανού, αναλαμβάνει τον μαραγκό «Λιν Το» κάνοντας το λίγο, πολύ!

Ο έμπειρος Ορέστης Παλιαδέλης εντυπωσιάζει στον ρόλο του νερουλά. Η Ελένη Θυμιοπούλου είναι πράγματι απολαυστική συμφεροντολόγα, ιδίως όταν ξεσπά σ’ ένα μακρόσυρτο γέλιο που, ευτυχώς, ταρακουνά κάπως την ηρεμία της αίθουσας, μα κι όλος ο θίασος κινείται σύμφωνα με τις σκηνοθετικές οδηγίες και συνεργάζεται με τους υπόλοιπους συντελεστές, ώστε να έρθει ένα ποθητό φινάλε στην μακροσκελή παράσταση.

Ακούμε στην αρχή: «Α, πολύ ωραίος μα την αλήθεια αυτός ο κόσμος!
Παντού δυστυχία, προστυχιά και απελπισία! Ακόμα και τα τοπία κατάντησαν αποκρουστικά: Τα όμορφα δέντρα είναι κουτσουρεμένα κι έχουν γίνει τηλεγραφόξυλα, και πέρα από τα βουνά, βαριά σύννεφα καπνού και βροντές από κανόνια! Πουθενά, πουθενά ούτε ένας καλός άνθρωπος!». Στον δε επίλογο, λέει ο ηθοποιός: «Το πώς θα πάψει αυτό το κακό, ψάχτε να το βρείτε μονάχοι σας. Πήγαινε, ψάξε, αγαπημένο μου κοινό. Μια κατάλληλη λύση πρέπει να υπάρχει. Όχι στο θέατρο, ψάξε τη στη ζωή!».

Ενδιαφέρουσα η μετάφραση της Άννυς Κολτσιδοπούλου, ενώ ο μεγάλος πρωταγωνιστής είναι ο φωτισμός του Δημήτρη Κασιμάτη. Είναι «ακριβό» δώρο σ’ αυτή την «επίπεδη» παράσταση του κρατικού Βορειοελλαδίτικου φορέα.

Να σημειώσω ότι το έργο σκηνοθέτησε για το Κ.Θ.Β.Ε. ο Μίνως Βολανάκης το 1965 και ο Πέτρος Ζηβανός, το 2002. Επίσης, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος συμμετείχε στα 49α Δημήτρια με αυτό το έργο, σε σκηνοθεσία Γιάννη Μαργαρίτη. Επρόκειτο για παραγωγή που αποτέλεσε Διπλωματική Εργασία Αποφοίτων Δραματικής Σχολής  του 2014.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ:
Μετάφραση: Άννυ Κολτσιδοπούλου

 Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καραντζάς

Σκηνικά: Κωνσταντίνος Σκουρλέτης, Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη

 Μουσική: Δημήτρης Καμαρωτός

 Επιμέλεια κίνησης: Αλέξης Τσιάμογλου

Φωτισμοί: Δημήτρης Κασιμάτης

 Βοηθός σκηνοθέτις -Δραματολόγος: Κορίνα Βασιλειάδου

 Βοηθός σκηνογράφου: Μανώλης Ψωματάκης

 Βοηθός ενδυματολόγου: Σόνια Καϊτατζή

Οργάνωση παραγωγής: Μαρίνα Χατζηιωάννου

 Οδηγός σκηνής: Marleen Verschuuren,

Φωτογραφίες: Mike Rafail (ThatLong Black Cloud)
 
* βοηθός σκηνοθέτηστο πλαίσιο πρακτικής άσκησης: Ελίνα Τσιορμπατζή

Παίζουν οι ηθοποιοί (με αλφαβητική σειρά: Μελίνα ΑποστολίδουΤζωρτζίνα ΔαλιάνηΙωάννα ΔεμερτζίδουΕλένη ΘυμιοπούλουΣτέλιος Καλαϊτζής, Γιάννης ΚαραμφίληςΆγγελος ΚαρανικόλαςΝίκος ΚουσούληςΝίκος Μήλιας, Χρυσή ΜπαχτσεβάνηΒασίλης ΜπεσίρηςΔημήτρης ΝαζίρηςΜπέττυ ΝικολέσηΙωάννα ΠαγιατάκηΟρέστης ΠαλιαδέληςΓιώργος Παπαδάκος, Βασίλης Παπαδόπουλος, Ιωάννα ΠιατάΧρίστος ΣτυλιανούΣτέργιος Τζαφέρης, Μαρία Χατζηιωαννίδου
 
*Έκτακτη αντικατάσταση: Λουκία ΒασιλείουΧρήστος Τσάβος, Γιάννης Τσεμπερλίδης

Μουσικοί επί σκηνής: Δάνης Κουμαρτζής (κιθάρα), Αμαλία Σάνη (τσέλο), Κατερίνα Ταβλαδωράκη (κλαρινέτο)

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«ΠΡΟΣ ΜΕΝΟΙΚΕΑ» – μία παυσίλυπος κωμωδία  στον αγωγό τέχνης TRANSENDANCE

«ΠΡΟΣ-ΜΕΝΟΙΚΕΑ»-–-μία-παυσίλυπος-κωμωδία- στον-αγωγό-τέχνης-transendance

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Πρόκειται για τη νέα παραγωγή της Angelus Novus που τον Οκτώβριο του 2023 απέσπασε το Βραβείο Επιτελεστικού Έργου από την Ένωση Κριτικών Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών για την παραγωγή της  «Λούνα- θέατρο στο λεωφορείο».

Υπάρχει άραγε ευτυχία; Παλιό όσο και ο άνθρωπος το ερώτημα. Το θέτει εκ νέου η παράσταση «Προς Μενοικέα» που σκηνοθέτησε  ο Δαμιανός Κωνσταντινίδης. Αφορά  το διάσημο εγχειρίδιο ευδαιμονίας του Επίκουρου, το οποίο  θεωρεί την ψυχική υγεία και ηρεμία, βασική προϋπόθεση για μια ευτυχισμένη ζωή.

Στην επιστολή αυτή αντιπαραβάλλονται μαρτυρίες και συνεντεύξεις ανθρώπων που πέρασαν ψυχικές νόσους, καθώς και η προσωπική ματιά των ηθοποιών της παράστασης. Είναι η πρώτη φορά που το κείμενο ανεβαίνει στη σκηνή. 

«Η ιδέα να ανεβάσω τη συγκεκριμένη επιστολή στο θέατρο είναι παλιά και, μάλλον, περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να υλοποιηθεί. Διανύουμε μια περίοδο πολλαπλών κρίσεων, αστάθειας, σύγχυσης και ανασφάλειας, οι ψυχικές αντοχές μας δοκιμάζονται συνεχώς και ποικιλοτρόπως. Ανάλογη ήταν και η περίοδος που γράφτηκε αυτή η επιστολή και στα άγχη της εποχής της ερχόταν, κατά κάποιο τρόπο, να απαντήσει και να τα απαλύνει. Ο Επίκουρος προσπαθεί με απλά λόγια να δείξει τον δρόμο για έναν ευδαίμονα βίο, δηλαδή μια ζωή που να διέπεται από έναν καλό δαίμονα, μια καλή γνώση, ικανή να εξασφαλίζει χαρά και ψυχική υγεία», λέει στο makthes.gr ο Δαμιανός Κωνσταντινίδης.

Η δράση τοποθετείται σε ένα θεραπευτήριο για ψυχικά νοσούντες. Τα πρόσωπα του έργου έρχονται σε επαφή με την οντολογική αγωνία, καταφέρνουν όμως να απαλλαγούν από το ψυχικό άλγος και να βρουν μια διέξοδο. Για το κείμενο της παράστασης, πέρα από τη γνωστή επιστολή, αξιοποιήθηκαν κείμενα ηθοποιών της παράστασης, αλλά και αποσπάσματα από μαρτυρίες και συνεντεύξεις ανθρώπων που ταλαιπωρήθηκαν  από ψυχικές νόσους.

Συγκεκριμένα: Έλενας Ακρίτα, Φώτη Θαλασσινού, Μαργαρίτας Καραπάνου και Φωτεινής Τσαλίκογλου, Νίκου Καρούζου, Λένας Κιτσοπούλου, Αύγουστου Κορτώ,  Βένης Παπαδημητρίου, Ντάντε Αλιγκέρι, Σάμουελ Μπέκετ, Στιγκ Ντάγκερμαν, Ντόροθι Πάρκερ, Σύλβια Πλαθ, Ουίλλιαμ Στάιρον, φύλλα οδηγιών χρήσης αντικαταθλιπτικών, αντιψυχωτικών, αγχολυτικών και συναφών φαρμάκων.

Πιστεύω πως ο δημιουργός αυτής της παράστασης, Δαμιανός Κωνσταντινίδης, εμπνεύστηκε μεν από τον Επίκουρο την κεντρική  ιδέα, αλλά σίγουρα μελέτησε και σύγχρονους εκφραστές τεκμηριωμένων  τρόπων ευδαιμονίας, όπως, για παράδειγμα, ο κουβανός ψυχίατρος και συγγραφέας Χοσέ Κάρλος Σομόθα, ο οποίος  στο βιβλίο του «Η γυναίκα με το νούμερο 13» κάνει λόγο για την μεταμορφωτική δύναμη στίχων, κειμένων  και φράσεων,  διατρέχοντας έργα από την παγκόσμια λογοτεχνία, μεταξύ αυτών και του Σαίξπηρ και των Ελλήνων τραγικών, αλλά κι  ο Γάλλος ψυχίατρος Μπόρις Σιρούλνικ, στον «Ευαίσθητο εαυτό» εξηγεί το γιατί κάποιοι επέζησαν από τις «υποθηκευμένες» και τραυματικές ζωές τους και κάποιοι, όχι. Οπότε, συγκέντρωσε αποσπάσματα από έργα όσων αναφέρονται παραπάνω και μπόλιασε σε αυτά  μαρτυρίες ηθοποιών και ανωνύμων, πρώην ψυχασθενών. 

Όλα αυτά τα κείμενα, εγώ  τα θεωρώ τεκμήρια ζωής. Ιδίως,  αυτά που έχουν αυτοβιογραφικό χαρακτήρα κι αυτά που  είναι λεκτικές συμπυκνώσεις ιστορικών εμπειριών. Η ανάλυσή τους µας επιτρέπει να προσεγγίσουμε τις πρακτικές, στις οποίες δεν έχουμε πρόσβαση µε άλλον  τρόπο. Βέβαια, η ανασυγκρότηση του παρελθόντος, του ατομικού και του συλλογικού, επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, περισσότερο σταθερούς αλλά και συγκυριακούς. Ιδιαίτερα ο αυτοβιογραφικός λόγος βρίσκεται πάντοτε στο μεταίχμιο του παρελθόντος και του μέλλοντος και επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τις αναγκαιότητες του παρόντος.

Από αυτά τα τεκμήρια ζωής ανακύπτουν καίρια μεθοδολογικά ζητήματα, σχετικά µε την κοινωνική ταυτότητα και τη διαχείριση του πάσχοντος εαυτού, την περίοδο που το ασυλικό σύστημα στην Ελλάδα βρίσκεται σε διαδικασία αναδιάρθρωσης και κρίση νομιμοποίησης, ακόμα και τώρα που διάγουμε τον 21ο αιώνα.

Στην πολύ ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη παράσταση του Δαμιανού Κωνσταντινίδη, η διαδικασία ενηλικίωσης, αλλά και γήρανσης,  ερμηνεύεται αναδρομικά, ως η πλέον ελπιδοφόρα περίοδος του βίου, η οποία δίνει τη θέση της στην ταραχώδη ζωή µε την αρρώστια. Οι ψυχιατρικές διαγνώσεις και οι επαναλαμβανόμενές νοσηλείες, οδηγούν σε μια βιογραφική ρήξη, η οποία εμπεριέχει υποκειμενικά στοιχεία, την αίσθηση ασυνέχειας της πορείας του βίου, αλλά και διαστάσεις που υπερβαίνουν το άτομο και σχετίζονται µε την απόδοση μιας νέας κοινωνικής ταυτότητας.

Πέντε εξαιρετικοί ηθοποιοί, με προεξάρχουσα τη σπουδαία Ελένη Μακίσογλου,  ένα δεμένο σύνολο, μία συμπαγής ομάδα, μία σκυτάλη, αλλά πέντε ποτάμια συναισθημάτων ρέουν στη σκηνή και παρασύρουν θεατές σ’ ένα ταξίδι με βάρκα την ελπίδα. Μήπως στα συρτάρια μας δεν ταξινομούμε καθημερινά τις ελπίδες που μας προσφέρουν, κάθε που ξημερώνει,  τα λογής- λογής κουτάκια, τα φέροντα οδηγίες κατανάλωσης περιεχομένου τους, ώστε να έρθει ήσυχα  το βράδυ και να παραδοθούμε στην αγκαλιά του Μορφέα, πληρώνοντας εισιτήριο στο φαρμακείο της γειτονιάς;

Αυτή είναι η ζωή μας, έτσι λειτουργεί η καθημερινότητά μας, αλλά οι μέρες προχωράνε. Με δεκανίκια, όμως, συντελείται μια «συνεδρία» μέσα μας, όπως ακριβώς συμβαίνει στη σκηνή: της καρδιάς και του μυαλού, με ψυχικές καταθέσεις, με  λογικές αντιρρήσεις, με αντιφάσεις και  παραλογισμούς, αλλά με το ίδιο συμπέρασμα κάθε φορά.

Δισυπόστατη φύση ο άνθρωπος. Το φθαρτό με το άφθαρτο συγκατοικούν στο σκαρί του. Μέσα κι έξω του. Η φρονιμάδα- λέγεται και ανάγκη επιβίωσης-  ωθεί ην κίνηση να περιφρουρήσουμε και τα δυο. Ζήτημα προσωπικής επιλογής η προτεραιότητα.

Η  αφηγηματική, λοιπόν,  αποτύπωση του εαυτού συνδέεται ποικιλοτρόπως, αφενός µε το μετασχηματισμό του ψυχιατρικού θεσμού και, αφετέρου, µε τις κοινωνικές εξελίξεις που μορφοποιούν το σύγχρονο άτομο, ως μια εξατομικευμένη κοινωνική ύπαρξη.

 Με πυξίδα την επικούρειο ηθική, ο σκηνοθέτης ασπάζεται ως ύψιστο αγαθό την «ηδονή», με την έννοια της ευδαιμονίας που πηγάζει από την αταραξία της ψυχής,  και συνθέτει μαρτυρίες και συνεντεύξεις ανθρώπων που έδειξαν ότι «διάβηκαν τον Ρουβίκωνα» αλλά επέστρεψαν σε μια στοιχειώδη κανονικότητα, ώστε να κατανοήσουμε οι θεατές, με τον καλύτερο παραστατικό τρόπο, ότι  είναι ανάγκη να στοχαζόμαστε τα πράγματα που φέρνουν την ευτυχία, αφού όταν υπάρχει ευτυχία έχουμε «αγκαλιά» τον κόσμο όλον, ενώ όταν αυτή λείπει κάνουμε το οτιδήποτε  για να την γευτούμε, όντες νέοι αλλά και ώριμοι. Άρα, η υγεία της ψυχής είναι πρωταρχικός στόχος ανθρώπινου όντος.

Στην εξέλιξη του θέματος, συνάντησα εξαιρετικές σκηνές, ευρηματικά, έως συγκινητικά κομμάτια, ως διδακτικές σεκάνς στα κινηματογραφικής ροής μέρη. Για παράδειγμα, έξοχο το εύρημα της μοιρασιάς σε μια ομάδα κοινών στόχων, με το τσιγάρο από χέρι σε χέρι, από στόμα σε στόμα, ως μια υπογράμμιση της ανθρώπινης ανάγκης για μοίρασμα. Πόσο όμορφα ήρθε στο προσκήνιο το ρήμα «μοιράζομαι». Στις μέρες μας το θέσαμε στο περιθώριο, εξαιτίας συμφερόντων. Μοιράζομαι θα πει μετέχω στον πόνο, στην αγωνία, στη χαρά, στη λύπη του άλλου, αλλά και εξομολογούμαι τα εσώψυχά  μου σε κάποιον. Όπως συμβαίνει στις συνεδρίες των ηρώων στην αίθουσα ψυχοθεραπείας τους.

Παράλληλα, η παράσταση δίνει αφορμές για συλλογισμούς. Για παράδειγμα,  η επικούρειος  θεωρία είναι μια πολιτική θεωρία, έχει να κάνει με την αντίσταση στον κομφορμισμό, με το να βρίσκεις τρόπους να επιβιώσεις ενάντια στο κατεστημένο. Δεν είναι μόνο ένας επαγγελματικός ή  ένας  σεξουαλικός προσανατολισμός, αλλά και ένας μηχανισμός επιβίωσης, που πρέπει να βρεις μέσα στο σύστημα που δεν είναι φιλικό απέναντί σου.

Ο σκηνοθέτης, έχοντας ως συνοδοιπόρους  στην πορεία του την ομάδα ηθοποιών  που επέλεξε ή τον επέλεξαν, φέρνει στη σκηνή και αφήνει να ακουστούν ιστορίες ανθρώπων που  δεν έχουν ισορροπία μέσα τους, αλλά πάσης φύσεως στεγανά που τους  οδηγούν στη μερίδα των  ψυχασθενών.  Πρόκειται για μαρτυρίες ατόμων που υπέφεραν από την απαξιωτική συμπεριφορά  ενός κοινωνικού περιβάλλοντος , από περιστατικά  κάθε είδους βίας. Είτε λεκτικής είτε σωματικής.

Ο ένας κορμός της παράστασης αντλεί έμπνευση από την επιστολή «Προς Μενοικέα»  του Επίκουρου και ο έτερος από τα κείμενα των σημερινών ανθρώπων.  Είναι μια απόπειρα,  η πρώτη στο θέατρο για την ακρίβεια, να δημιουργηθεί μια αίσθηση (ψευδαίσθηση, έστω)  κοινότητας που δεν υπήρξε ποτέ. Εξαιρώ τη μυθοπλασία του Βασίλη Κατσικονούρη στο θεατρικό του έργο «Εντελώς αναξιοπρεπές», το οποίο είναι μεν εμπνευσμένο από  μια πραγματικότητα που υφίσταται σε όλον τον κόσμο, την ύπαρξη ψυχιατρείων, αλλά όχι από  βιωματικές ιστορίες. 

Πρόκειται για μια ηθικοπλαστική μεν παράσταση, με αιχμηρή  σάτιρα και χιούμορ, εξ ου και η αρχαιοελληνική λέξη «παυσίλυπος» στον τίτλο, αλλά και με  στημένο έναν «καθρέφτη» στη σκηνή, που τον σχηματοποιούν οι ηθοποιοί, τα λόγια, οι φωτισμοί του Σωτήρη Ρουμελιώτη, η μουσική του Γιώργου Χρυσικού, η κίνηση της Ιωάννας Μήτσικα, τα σκηνικά και τα κοστούμια του Απόστολου Αποστολίδη και, φυσικά, ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός του Δαμιανού Κωνσταντινίδη, ώστε ο θεατής  να «βλέπει» το  «είδωλό»  του ως δυνάμει  ψυχασθενή, δεδομένου ότι στην εποχή μας  οι άνθρωποι νοσούν ψυχικά – κατά κάποιο τρόπο – είτε το γνωρίζουν είτε όχι.

Ταυτότητας παράστασης

Σύνθεση κειμένου παράστασης – Σκηνοθεσία Δαμιανός Κωνσταντινίδης

Σκηνικά – Κοστούμια Απόστολος Αποστολίδης

Μουσική Γιώργος Χρυσικός

Κίνηση Ιωάννα Μήτσικα

Φωτισμοί Σωτήρης Ρουμελιώτης

Ηθοποιοί

Θάνος Διμηνάς, Ελένη Μακίσογλου, Γιάννης Μονοκρούσος, Αντιγόνη Μπάρμπα, Δανάη Τσιοπλή

Φωτογραφίες Buba Soso Gabedava

Γραφιστικά Nastyl

Stagemanager Αντωνία Γεωργιάδου

Διεύθυνση παραγωγής & Επικοινωνίας Στέλλα Τενεκετζή

Παραγωγή Angelus Novus

Οργάνωση παραγωγής Electra Social Company

Με την οικονομική υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού

ΠΑΥΛΟΣ  ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα