Connect with us

Πολιτισμός

«Η Τουρκομερίτισσα» του Δημήτρη Καρατζιά (βασισμένο στη ζωή της Μαρίκας Νίνου), με την πολυβραβευμένη Ελένη Ουζουνίδου

«Η-Τουρκομερίτισσα»-του-Δημήτρη-Καρατζιά-(βασισμένο-στη-ζωή-της-Μαρίκας-Νίνου),-με-την-πολυβραβευμένη-Ελένη-Ουζουνίδου

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

«Η Τουρκομερίτισσα» διακρίθηκε σε δύο Πανελλήνιους διαγωνισμούς: Στον 41ο λογοτεχνικό διαγωνισμό της Π.Ε.Λ. (2022), όπου βρέθηκε στα 8 καλύτερα θεατρικά έργα της χρονιάς, παίρνοντας έπαινο από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών. Στον 3ο Πανελλήνιο Διαγωνισμό Πεζογραφίας «ΚΕΦΑΛΟΣ» (2023), όπου και πάλι βρέθηκε στα 8 καλύτερα θεατρικά έργα της χρονιάς, παίρνοντας έπαινο από το ιστορικό Λογοτεχνικό Περιοδικό της Κεφαλονιάς.

Η Μαρίκα Νίνου και ο Τζίμης Μάρκου συναντιούνται ξανά στην θρυλική ταβέρνα «Τζίμης ο Χονδρός» και μαζί ξεδιπλώνουν την μυθιστορηματική ζωή της Τουρκομερίτισσας που έγραψε ιστορία στο ελληνικό τραγούδι.

Η σκηνή μετατρέπεται σε ταβέρνα και οι θεατές σε θαμώνες και μάρτυρες των σημαντικότερων γεγονότων και των άγνωστων πτυχών της τραγικής ζωής της τραγουδίστριάς. 

 Όλα αυτά με φόντο μια Ελλάδα που προσπαθεί να γιατρέψει τις πληγές της από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και την Μικρασιατική καταστροφή. Πριν την διαλύσει ο δεύτερος παγκόσμιος, με την κατοχή, τον λιμό, τον εθνικό διχασμό, τον εμφύλιο.

Μια Ελλάδα, όμως, που ποτέ δε σταματά να διασκεδάζει. Και να τραγουδάει. Γιατί η ζωή της Νίνου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την πορεία του λαϊκού τραγουδιού, με την νυχτερινή ζωή της Αθήνας, το ρεμπέτικο και τα τραγούδια με τα οποία διασκεδάζουμε μέχρι και σήμερα. 

Η Μαρίκα Νίνου έζησε μια σύντομη αλλά ταραχώδη ζωή. Ερωτεύτηκε πολύ, αγάπησε πολύ, πόνεσε πολύ. Ήταν μια γυναίκα ξεχωριστή, που η ζωή τη σμίλεψε. Ένα μοναδικό κράμα εκρηκτικής προσωπικότητας και τρομερής ευαισθησίας. Κι άφησε πίσω της μια κληρονομιά που αξίζει να αναγνωριστεί και να τη μάθουν οι νεότερες γενιές. 

Ένα γλυκόπικρο έργο, που αποτελεί φόρο τιμής στους πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής και ειδικότερα στην Αρμένισσα τραγουδίστρια Ευαγγελία Αταμιάν, που ξεριζώθηκε από την πατρίδα της στη Μικρά Ασία, μεγάλωσε στην προσφυγούπολη της Κοκκινιάς, ξαναβαφτίστηκε Μαρίκα Νίνου και δοξάστηκε όσο καμία άλλη στην εποχή της.

 Η παράσταση

Ήρθα στη Σαλονίκη μέρα Παρασκευή, ήρθε κι ο Φλεβάρης, φέτος καμαρωτός- καμαρωτός, μια μέρα παραπάνω για, έκλεισε η πόρτα στο θέατρο με το βασιλικό όνομα «Αμαλία» και μια γυναίκα μελαχρινή, πληθωρική, αλλοτινών εποχών γέμισε αισθητά τον χώρο -παλκοσένικο, μ’ ένα πλατύ γλυκό χαμόγελο και μάτια αστραφτερά.

Γλυκύτατη και χυμώδης. Τα μαύρα μαλλιά της, μαλλιά – σκάλα, όπως τα είχαν οι γυναίκες των δεκαετιών του 1930 και του ΄40, ίδια η θεία Ζήνα, τριτοξαδέρφη του παππού, που ήταν και του σιναφιού της κιόλας, αλλά υποδεέστερη καλλιτέχνιδα, μιας και στην ταβέρνα του συζύγου της πιο πολύ το ντέφι βαρούσε, παρά τραγουδούσε.

Ο αρχοντάνθρωπος ο Τζίμης ο Χοντρός, τραβά την κορδέλα, ανοίγει το έργο και ο ζωντανός λόγος γίνεται αυτοστιγμεί γλυκόπικρο παραμύθι, από κείνα που σ’ αρπάζουν απ’ τα μάτια και βυθίζεσαι στην ιστορία τους, την κάνεις δικιά σου, χάνεσαι στον χώρο και στον χρόνο και κρεμιέσαι από τα χείλη. Τα χείλη της. Της Ευαγγελίας, που γίνηκε Μαρίκα.

 «Είμαι η Μαρίκα Νίνου, μα μην τρομάζετε που πέρασαν 67 χρόνια από τον θάνατό μου, εγώ είμαι εδώ».

Δεν απόρησα που μία «πεθαμένη» μάς μιλούσε. Αντιθέτως, σκαρφάλωσαν στον νου μου οι πασίγνωστοι στίχοι του Μανώλη Αναγνωστάκη: «την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά, κάμε να σ’ ανταμώσω κάποτε φάσμα χαμένο του πόθου μου κι εγώ». Ε, τότε μακάρισα τον εαυτό μου και όλους όσοι καρφώθηκαν πάνω της. Έτσι γίνεται στο θέατρο, επειδή το θέατρο είναι τέχνη που επιβιώνει μέσα στους αιώνες, κι ας τη λέμε θνησιγενή τέχνη, και δεν περιορίζεται χωροχρονικά. Πριν συνέλθω από τις πρώτες μου αντιδράσεις, άρχισαν κιόλας όργανα, με προεξάρχουσες τις φωνές.

«Κάποια βραδιά μαγική, μέσα στο Μισίρι την είδα/ήταν ξωτική ομορφιά, η Γκιουλμπαχάρ η γλυκιά…»

Η φωνή της μοναδικής Ελένης Ουζουνίδου χύθηκε στην πλατεία, κοντράλτο τόνος, που γρήγορα έγινε παρόμοιος της Νίνου, εκείνος ο μελίρρυτος και καθόλου οξύς τόνος που τη χαρακτήριζε. Ο σκηνοθέτης και συγγραφέας Δημήτρης Καρατζιάς, που επωμίζεται και τον ρόλο του αφηγητή, τη δικαιώνει με τη φράση: Η Μαρίκα στο πάλκο ήταν ασυναγώνιστη. Μοναδική!»

Καθώς ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά για την πραγματική ζωή της Μαρίκας Νίνου και δεν έχουν διασωθεί συνεντεύξεις της, γεγονός που δυσκολεύει την έρευνα οποιουδήποτε μελετητή που θέλει να εντρυφήσει στη ζωή της, η παράσταση δε φιλοδοξεί να δρέψει τις δάφνες της βιογραφίας αυτού του μυθικού συμβόλου του ρεμπέτικου. Ελάχιστα τεκμήρια έχουμε για την πορεία της και ακόμα λιγότερες λεπτομέρειες για τη ζωή της.

Ωστόσο, ο Δημήτρης Καρατζιάς αναγνωρίζει στον άνθρωπο αυτόν μια πορεία ζωής, που αντανακλά επάνω της την ιστορία ολόκληρου του τόπου, από τη Μικρασιατική καταστροφή του 1922 μέχρι και τα πολεμικά χρόνια και με αυτό, ως γνώμονα, καταγράφει τα πεπρωμένα εκείνα της εποχής, που άλλαξαν την ιστορία αυτού του τόπου και δραματοποιεί γλαφυρά στιγμές από τη ζήση της τραγουδίστριας, με φόντο την ταβέρνα θρύλος «Τζίμης ο Χοντρός», τον οποίο υποδύεται ο ίδιος σε ρόλο αφηγητή.

Η ρεμπέτισσα Μαρίκα Νίνου γεννήθηκε το 1922 στο καράβι της προσφυγιάς (κατ’ άλλους το 1918 στον Καύκασο). Το πραγματικό της όνομα ήταν Ευαγγελία Νικολαΐδου. Σε ηλικία 10 ετών ήρθε στη Θεσσαλονίκη και το 1945 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου εμφανίστηκε σε διάφορα νυχτερινά κέντρα, κάνοντας ακροβατικά νούμερα, μαζί με τον άντρα και το παιδί της.

Τον Οκτώβριο του 1948, ο Στελλάκης Περπινιάδης την πήρε κοντά του για τραγουδίστρια στο κέντρο «Φλόριντα» της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, όπου και της έμαθε τα μυστικά του τραγουδιού. Η συνεργασία της με τον Βασίλη Τσιτσάνη το 1949 στο κέντρο «Τζίμης ο Χοντρός» υπήρξε καθοριστική στη ζωή και των δύο. Τα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε στο πάλκο και στη δισκογραφία με πλήθος σημαντικών λαϊκών συνθετών, όπως ο Μανώλης Χιώτης, ο Γιάννης Παπαϊωάννου, ο Γιώργος Μητσάκης, ο Απόστολος Καλδάρας κ.ά.

Η μακροβιότερη, όμως, και πιο παραγωγική συνεργασία της ήταν αυτή με τον Τσιτσάνη. Υπήρξε η μούσα, που τον ενέπνευσε όσο καμιά άλλη. Τον Οκτώβριο του 1951 πήγαν μαζί στην Κωνσταντινούπολη. Μετά το ταξίδι αυτό χώρισαν ξαφνικά και η Μαρίκα πήγε στην Αμερική, όπου τραγούδησε δίπλα στον Κώστα Καπλάνη επί δύο χρόνια.

Πριν πάει στην Αμερική είχε κάνει στην Αθήνα εγχείρηση καρκίνου, αλλά στην Αμερική παρουσίασε ραγδαία μετάσταση. Επέστρεψε αμέσως στην Ελλάδα, όπου εργάστηκε για λίγο με φοβερούς πόνους. Πέθανε, σε ηλικία μόλις 39 ετών, στις 23 Φεβρουαρίου του 1957.

Τη Μαρίκα Νίνου σ’ αυτή την παράσταση – κατάθεση ψυχής, υποδύεται συγκλονιστικά η σπουδαία Ελένη Ουζουνίδου, ηθοποιός με βραβεία ερμηνείας και με καθολική αναγνώριση από κοινό και κριτικούς.

Η Ελένη Ουζουνίδου – Μαρίκα Νίνου, πληθωρική, γήινη, σημερινή, τραγουδά με μπρίο, παίζει με αισθαντικότητα και πάθος, ζωντανεύει με αυθεντική λαϊκότητα, με χιούμορ και χωρίς υπερβολές τη μεγάλη ρεμπέτισσα, της δίνει ρεαλιστική διάσταση, εφόσον βιώνει έντονα συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα, καθώς θυμάται, χαίρεται, λυπάται, γελάει, δακρύζει, θυμώνει, ώστε ο θεατής θαρρεί ότι είναι μπροστά του η Νίνου, συνδιαλέγεται μαζί της, σιγοτραγουδά εμβληματικά τραγούδια της και γεύεται τα στιγμιότυπα, τα σημαντικά ιστορικά, τα ιδιωτικά πιπεράτα, όλα εκείνα της εποχής που ο Δημήτρης Καρατζιάς ενσωμάτωσε στο έργο, ως σπαράγματα μιας βραχείας ζωής, αλλά έμπλεης συγκλονιστικών καταστάσεων είτε προσωπικών είτε ευρύτερα εθνικών.

Από τη σκηνή η συγκίνηση και η νοσταλγία αγκαλιάζουν την πλατεία, η αίθουσα μεταλλάσσεται σε ταβέρνα του «Τζίμη του Χοντρού» και οι θεατές συγκροτούν ταχύτατα μια παρέα- θαμώνων του ρεμπετάδικου. Ο Τζίμης Μάρκου ενσαρκώνεται μελετημένα από τον Δημήτρη Καρατζιά, ο οποίος εντυπωσιάζει με τη τεχνική του στην αφήγηση, την επιβλητική φωνή του, τη σκηνική του παρουσία.

Το σκηνικό της Κικής Μαυρίδου, όπως προείπα, αναπαριστά τη λιτή αίθουσα μιας ταβέρνας της εποχής με τις παραδοσιακές καρέκλες και τα τραπεζάκια, αλλά και το μεταλλικό κύπελλο με το κρασάκι που συνόδευε τους θαμώνες στη διασκέδασή τους.

Τα κοστούμια του Μιχάλη Σδούγκου έχουν την απλότητα και τη λαϊκότητα που απαιτείται.

Η πρωτότυπη μουσική του Μάνου Αντωνιάδη αγκαλιάζει τον λόγο και τον συνοδεύει αρμονικά, ενώ οι φωτισμοί της Χριστίνας Φυλακτοπούλου εστιάζουν σωστά στην πρωταγωνίστρια της ιστορίας, αλλά και στον συνοδοιπόρο της.

Παράσταση σε δεκατρείς σκηνές, ένα συγκινητικό και πλήρες αφιέρωμα στην αξέχαστη Μαρίκα Νίνου, που μέσα σε τριανταπέντε χρόνια έζησε καταστάσεις και γεγονότα που στις μέρες μας φαντάζουν υπερβολές, επειδή οι άνθρωποι σε ειρηνικούς καιρούς γεμίζουν τη ζωή τους με συνήθειες και βολέματα και, συνήθως, με ανούσια μικροπράγματα.

Δείτε την παράσταση, όπου τη συναντήσετε, επειδή περιοδεύει στα μεγάλα αστικά κέντρα.

Συντελεστές

Συγγραφέας /Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καρατζιάς 

Πρωτότυπη μουσική: Μάνος Αντωνιάδης

Σκηνικό / Κοστούμια: Κική Μαυρίδου

Σχεδιασμός φωτισμών / Φωτογραφίες παράστασης: Χριστίνα Φυλακτοπούλου 

Τrailer παράστασης: ORKI Productions 

Αφίσα παράστασης: Γιάννης Κεντρωτάς 

Πρόγραμμα παράστασης / κείμενο: Εκδόσεις Αιγόκερως 

Βοηθός Σκηνοθέτη: Δήμητρα Κολλά 

Διεύθυνση Παραγωγής: Δήμητρα Γεωργοπούλου 

Επικοινωνία / Προώθηση παράστασης / Oργάνωση περιοδείας: Νταίζη Λεμπέση / Email daisylempesi@hotmail.gr 

Παραγωγή: VAULT Theatre Plus 

ΔIANOMH

Στο ρόλο της Μαρίκας Νίνου η Ελένη Ουζουνίδου 

και στο ρόλο του Τζίμη Μάρκου ο Δημήτρης Καρατζιάς 

ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 75‘ (χωρίς διάλειμμα)

Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΘΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕΙ ΣΤΗΝ ΚΑΒΑΛΑ ΣΤΙΣ 23 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ, ΗΜΕΡΑ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΗΣ ΜΑΡΙΚΑΣ ΝΙΝΟΥ, ΣΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Η Καππαδοκία των Ζώντων Μνημείων»: Έκθεση για τον Ελληνισμό της Ανατολίας στο ΥΜΑΘ

«Η-Καππαδοκία-των-Ζώντων-Μνημείων»:-Έκθεση-για-τον-Ελληνισμό-της-Ανατολίας-στο-ΥΜΑΘ

Σε κλίμα συγκίνησης και νοσταλγίας για τις «χαμένες πατρίδες» του Ελληνισμού στην Ανατολία πραγματοποιήθηκαν στο Υπουργείο Εσωτερικών-Μακεδονίας και Θράκης τα εγκαίνια της μεγάλης Έκθεσης «Η Καππαδοκία των Ζώντων Μνημείων».
Η Έκθεση συνδιοργανώνεται από το Υπουργείο Εσωτερικών-Μακεδονίας και Θράκης, το Κέντρο Καππαδοκικών Μελετών Η Ναζιανζός, την Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, την Εφορία Αρχαιοτήτων Καβάλας και τον Δήμο Καβάλας.

Σε χαιρετισμό του ο Υφυπουργός Εσωτερικών-Μακεδονίας και Θράκης Κωνσταντίνος Π. Γκιουλέκας τόνισε τη σημασία της διατήρησης της εθνικής μνήμης για τον Ελληνισμό της Ανατολίας.

Ο Πρόεδρος του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών Καπλάνης Ιωσηφίδης, από την πλευρά του, αναφέρθηκε στην πολύχρονη προσπάθεια του Κέντρου για την διάσωση και προβολή του Ελληνισμού της Καππαδοκίας και στο πλούσιο έργο του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών. Αξίζει να σημειωθεί ότι το Ιστορικό και Εθνολογικό Μουσείο των Ελλήνων της Καππαδοκίας στη Νέα Καρβάλη, από το οποίο προέρχονται τα εκθέματα, βραβεύθηκε το 1997 ως ένα από τα πέντε καλύτερα Μουσεία της Ευρώπης, στο είδος του, με το European Museum of the year award.

Στα εγκαίνια της Έκθεσης, που τελέστηκαν στο αίθριο του Διοικητηρίου με μια εκδήλωση γεμάτη μνήμες και αρώματα Ανατολής, παρευρέθη πλήθος φίλων και μελών του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών και εκπροσώπων των Αρχών, μεταξύ των οποίων ο Αρχιμανδρίτης π. Νεκτάριος Τριανταφυλλίδης ως εκπρόσωπος του Παναγιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Φιλοθέου, η βουλευτής Καβάλας της ΝΔ Αγγελική Δεληκάρη, ο Αντιπεριφερειάρχης Πολιτισμού και Αθλητισμού της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας Χρήστος Μήττας. Ακόμη παρευρέθηκαν ο Δήμαρχος Καρβάλης της Καππαδοκίας Ουνάλ Ντερμιτζίογλου, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Necmettin Erbacan του Ικονίου Μέτε Μιμίρογλου και μεγάλη αντιπροσωπεία του Δήμου Selcuklu του Ικονίου.
Η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με τη συμμετοχή της χορευτικής ομάδας του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών, που απέδωσε Καππαδοκικούς χορούς και τραγούδια.

Η Έκθεση «Η Καππαδοκία των Ζώντων Μνημείων» θα λειτουργεί στο ΥΜΑΘ μέχρι τις 17 Μαΐου 2026.

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Χορωδιακή Πανδαισία στο Μεγάλο Αμφιθέατρο της Πανεπιστημιούπολης 

Χορωδιακή-Πανδαισία-στο-Μεγάλο-Αμφιθέατρο-της-Πανεπιστημιούπολης 

Τελευταία Θέματα

ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ

Χορωδιακή Πανδαισία στο Μεγάλο Αμφιθέατρο της Πανεπιστημιούπολης 

Ένα μουσικό γεγονός που υπόσχεται ν’ αγγίξει καρδιές και να μείνει αξέχαστο έρχεται για δεύτερη χρονιά στην Καβάλα!
Το Σάββατο 9 Μαΐου το Μεγάλο Αμφιθέατρο της Πανεπιστημιούπολης (πρώην Τ.Ε.Ι) Καβάλας μεταμορφώνεται σε μια μεγάλη μουσική σκηνή και σας προσκαλεί σε μια Χορωδιακή Γιορτή, με τη συμμετοχή 7 εξαιρετικών χορωδιών από διάφορα μέρη της Ελλάδας και της Κύπρου.
Σε μια βραδιά όπoυ η φωνή συναντά την ψυχή, το κοινό θα απολαύσει ένα πλούσιο ελληνικό ρεπερτόριο, με αγαπημένα έντεχνα και παραδοσιακά τραγούδια, που θα ζωντανέψουν μέσα από τις αρμονικές αποχρώσεις και τις πολυφωνίες των χορωδιών. Κάθε ομάδα φέρνει μαζί της τη μουσική ταυτότητα του τόπου της, σε μια μαγική ανταλλαγή πολιτισμού και συναισθημάτων.
Μια βραδιά που ενώνει κουλτούρες και καρδιές.
Ελάτε να ζήσετε τη μαγεία της συλλογικής έκφρασης, της μελωδίας και της συγκίνησης.
Ελάτε να τραγουδήσουμε μαζί!
Είσοδος Ελεύθερη
Διοργάνωση: Χορωδιακά Φεστιβάλ «Music Life»

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Λαχταρώ» της Σάρα Κέιν από το ΚΘΒΕ

«Λαχταρώ»-της-Σάρα-Κέιν-από-το-ΚΘΒΕ

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

“Η Σάρα Κέην πέθανε τραγικά. Ήταν τόσο μεγάλος και τόσο βαθύς ο τρόμος του κόσμου. Δεν τον άντεξε. Ήταν γυμνή. Απροστάτευτη. Γυμνά είναι και τα έργα της. Τρομαγμένα. Τρομερά.”

Χάρολντ Πίντερ, 5.2.2001
(Γραμμένο ειδικά για την παράσταση του “Καθαροί, πια” από τη “Νέα Σκηνή”)

Το εμβληματικό έργο της σπουδαίας Βρετανίδας δραματουργού «Λαχταρώ» ζωντανεύει στη σκηνή του Φουαγιέ θεάτρου της Ε.Μ.Σ., με καθαρότητα, τόλμη και βαθιά ευαισθησία, αναδεικνύοντας τον υπαρξιακό πυρήνα του κειμένου.

 Τέσσερις φωνές αλληλοσυμπληρώνονται σε μια ιδιότυπη αφήγηση -μετέωρη στον χρόνο και στον χώρο σε ένα έργο που μιλάει για τις επώδυνες διαδρομές διαφυγής του μυαλού από τα τραύματα.

Γραμμένο λίγους μήνες πριν την αυτοχειρία, το «Λαχταρώ» (Crave, 1998), είναι η τολμηρή απόπειρα της ίδιας της Κέιν να βυθιστεί στα μύχια των φόβων της και να τους καταγράψει μέσα από ένα παλίμψηστο δραματουργικών μοτίβων και προσωπικές της εξομολογήσεις.

 Αυτό είναι το τέταρτο και προτελευταίο έργο μιας ψυχικά διαταραγμένης νεαρής γυναίκας που, σε ηλικία 28 ετών (το 1999), κρεμάστηκε στο μπάνιο ενός νοσοκομείου. Δύο μέρες πριν, μια συγκάτοικός της είχε αποτρέψει την προηγούμενη απόπειρα αυτοκτονίας της. Με τη σοφία τής εκ των υστέρων γνώσης, είναι εύκολο να θεωρήσουμε το «Crave» ως το παρατεταμένο σημείωμα αυτοκτονίας ενός κλινικά καταθλιπτικού και, ως εκ τούτου, αυτοκαταστροφικού μυαλού.

Κείμενο, σε αποσπασματικό ύφος εμπνευσμένο από το έργο « Η Έρημη Χώρα» του Τ.Σ. Έλιοτ, το» Crave» ορίζει τέσσερις φωνές – χαρακτήρες, που αναγνωρίζονται μόνο ως Α, Β, Γ και Μ ( Β – Ιωάννης Αθανασόπουλος, Μ – Μομώ Βλάχου, Γ – Άννα Ευθυμίου, Α – Γιάννης Παρασκευόπουλος) σε διακειμενικό διάλογο που μετέφρασε ο Αντώνης Γαλέος.

Η απόδοση του Αντώνη Γαλέου καταφέρνει να διατηρήσει τον «κοφτό», νευρώδη ρυθμό της Κέιν, μετατρέποντας την αγγλική απόγνωση σε έναν ζωντανό, ελληνικό συναισθηματικό χείμαρρο.

Κοινή μοίρα ή καταγωγή όλων τους τα λόγια της M: «Αν αυτοκτονήσεις, θ’ αναγκαστείς να επιστρέψεις και να τα ξαναπεράσεις. Όλα. Και πάλι».

Οι ήρωες του έργου αποζητούν απελπισμένα τον έρωτα, γνωρίζουν όμως καλά ότι για να αποκτήσουν την ευτυχία πρέπει να ρισκάρουν τον ολοκληρωτικό ψυχικό, ίσως και σωματικό τους, αφανισμό. Γιατί ο έρωτας είναι ταυτόχρονα η ελπίδα και η συντριβή τους. Όπλα τους είναι οι λέξεις, οι κραυγές, τα θραύσματα αναμνήσεων, η ποίηση, τα όνειρα και οι εφιάλτες τους.

 Σε αυτό, το ΚΘΒΕ τα κατάφερε άψογα, επιλέγοντας ένα άγονο σκηνικό (Αλεξάνδρα ΜπουσουλέγκαΡάνια Υφαντίδου) με τους τέσσερις ηθοποιούς να παραμένουν στο ίδιο μέρος για ολόκληρη την πράξη, φωτισμένο με χρώματα και σκιές.

Ο σχεδιασμός φωτισμών από τη Δήμητρα Αλουτζανίδου, αξιοποιεί στον – όχι βολικό – χώρο του Φουαγιέ του θέατρου της ΕΜΣ, ευτυχώς εύστοχα, ποιότητες και χαρακτηριστικά, όπως ένταση, μορφή, κίνηση, κατεύθυνση, χρώμα, δημιουργώντας μία ιδιαίτερη «παρτιτούρα», ένα «σενάριο» για την εξέλιξη της φωτιστικής ιστορίας μέσα στην παράσταση.

 Η σκηνοθεσία συμπληρώνει τέλεια την αποπροσανατολιστική φύση του κειμένου, με την έλλειψη φυσικής αλληλεπίδρασης μεταξύ των ηθοποιών, και αποτυπώνει τον απομονωτικό αντίκτυπο που έχουν εμπειρίες, όπως ο βιασμός, η αιμομιξία, ο εθισμός στα ναρκωτικά και η παιδοφιλία.

Η κύρια οπτική εστίαση παρέχεται από προβολές σε πλάνα κομμένα, ώστε να μοιάζουν με θραύσματα σπασμένου γυαλιού (το οποίο, αν και από μόνο του ένα φθαρμένο τροπάριο, λειτουργεί καλά σε αυτό το πλαίσιο), αντανακλώντας ιδέες κατακερματισμού της ταυτότητας που διατρέχουν όλο το έργο.

 Το «Λαχταρώ» σηματοδοτεί μια αλλαγή στο στυλ της Κέιν, από το τολμηρό, προκλητικό και αυθάδες, σε μια προσπάθεια για κάτι πιο ποιητικό, αλλά το αποτέλεσμα είναι ένας ιδιόμορφος συνδυασμός των δύο.

Ούτε αρκετά αφηρημένο για να προκαλέσει στοχασμό ούτε αρκετά γραφικό για να σοκάρει, παράγει φράσεις όπως «Πού πήγε η προσωπικότητά μου… Είμαι συναισθηματικός λογοκλόπος», οι οποίες (για μένα) δε μεταφέρουν την πολυπλοκότητα των ζητημάτων που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν. 

Ενώ υπήρχαν κάποιες ατάκες που άφησαν περιθώρια για σκέψη, όπως η στιγμή που αποκαλύπτεται ότι οι κακοποιητές ενός παιδιού είναι ο πατέρας και ο παππούς του, το μεγαλύτερο μέρος του έργου έπεσε σε κουρασμένα στερεότυπα.

 Ωστόσο, αρκετά χρόνια μετά την πρεμιέρα του «Crave», πολλοί συγγραφείς έχουν ασχοληθεί με αυτά τα ανατρεπτικά θέματα, που η παρουσίασή τους στο θέατρο δεν αποτελεί πλέον αιτία διαμάχης από μόνη της, και η γραφή της Κέιν είναι ανοιχτή σε σύγκριση με μεταγενέστερα κείμενα που έχουν ασχοληθεί με τα ίδια θέματα, όμως με μεγαλύτερη σαφήνεια και λεπτότητα. Απόψεις, θα πείτε. Έχετε δίκιο.

 Επαινώ, όμως, την τόλμη του ΚΘΒΕ να παρουσιάζει έργα που είναι ταυτόχρονα «άβολα», «βρώμικα» αλλά και «όμορφα» και απαραίτητα για ρεπερτόριο μιας κρατικής σκηνής.

Το έργο έχει σχεδιαστεί για να δείξει ότι η θεατρική τέχνη είναι ισοδύναμη με την αφηρημένη τέχνη. Περιλαμβάνει τέσσερις χαρακτήρες, που ονομάζονται απλώς «Α», «Β», «Γ» και «Μ». Η δομή του είναι μη γραμμική, που σημαίνει ότι όταν μιλάει ο καθένας από τους χαρακτήρες, οι ατάκες του δεν ακολουθούν απαραίτητα κάποια συγκεκριμένη χρονολογική σειρά, ούτε το κοινό είναι πάντα σίγουρο σε ποιον απευθύνονται.

Υπάρχουν σημεία στο έργο, όπου ορισμένες συζητήσεις έχουν νόημα με την παραδοσιακή έννοια, αλλά το να ακούς τις φράσεις που λέγονται – κάτι αντίστοιχο με κείμενα του Σαίξπηρ- χρειάζεται λίγος χρόνος για να καταλάβεις τι συμβαίνει, πριν επιτευχθεί ένα επίπεδο σαφήνειας, άρα και κατανόησης.

 Η Κέιν το σχεδίασε με αυτόν τον τρόπο, έτσι ώστε το κοινό να μην είναι ποτέ σίγουρο για τι ακριβώς πρόκειται. Τα «ονόματα» των χαρακτήρων έχουν νόημα για τη θεατρική συγγραφέα και ενώ θα μπορούσε να είχε αποδώσει ένα συγκεκριμένο ψευδώνυμο στα αρχικά, το αρνήθηκε, επειδή δεν ήθελε να περιορίσει το κοινό σε μια συγκεκριμένη αντίληψη.

 Ήθελε τα υπονοούμενα να αναλυθούν από τους θεατές. Επομένως, το «Crave» δεν είναι για όλους, παράδειγμα για κείνους που αναζητούν μια αφήγηση εύκολη, με πλοκές χαρακτήρων που διδάσκουν κάτι ή που να έχει μια λυτρωτική κατάληξη.

 Αντίθετα, για θετές που τους συνεπαίρνουν συναισθήματα όπως θυμός, θλίψη, χαρά κ.λπ., ως πιο πρωτόγονα, πιο ωμά, σαν αυτά που αποδίδονται περισσότερο στα ζωώδη ένστικτά μας, κόντρα στην ανθρώπινη φύση μας, τότε αυτή η παραγωγή είναι συγκλονιστική.

 Το «Λαχταρώ» είναι ένα κείμενο σκέψης, με έντονη γραφή, που πρέπει να το αποκωδικοποιήσει ο θεατής και ο καλύτερος τρόπος είναι να το αφήσει να τον κυριεύσει.

 Οι συζητήσεις για την υπόθεση ή το όποιο μήνυμα εκλύει, μπορούν να γίνουν αργότερα, μετά την αυλαία, κι όταν ωριμάσει η αναμόχλευσή της, θα έρθει και η κατανόηση. Αυτό σημαίνει ότι η αποστολή εξετελέσθη για τη Sarah Kane.

Αυτό που δεν αμφισβητείται, ωστόσο, είναι η ποιότητα της παραγωγής και της παρουσίασης του «Crave» από το ΚΘΒΕ.

Η σκηνοθεσία της Χατζηβασιλείου είναι εντυπωσιακή, η οπτική των θεατών απέναντι στις ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών, είναι σαν να κοιτάζουν τις ζωές τους μέσα από μια βιτρίνα πολυκαταστήματος, με μια λίμνη νερού ανάμεσά τους, τόσο για να αντανακλώνται αυτά τα βαθιά συναισθήματα, όσο και για να προσδίδει το νερό μια λυτρωτική ποιότητα στις συνθήκες διαβίωσής τους.

Πρόκειται για ένα εξαιρετικό σχέδιο από την Χριστίνα Χατζηβασιλείου, με ηχητικά εφέ από τον Φίλιππο Θεοχαρίδη, που ξεκινά απαλά, αλλά η ένταση μεγεθύνεται καθώς η πλοκή γίνεται πιο σκοτεινή και πιο ωμή, καταφέρνοντας να απλώσει δίχτυα, ίσως φοβικά, αλλά και ποίησης, μέσω των εικόνων.

Όπως ανέφερα, ο διάλογος παρουσιάζεται με μη γραμμικό τρόπο και αυτό απαιτεί από τους ηθοποιούς να εκτελούν τις ατάκες τους γρήγορα και με τρόπο που να κρατά το κοινό σε αγωνία, άσχετα αν σε πολλές περιπτώσεις δεν απευθύνονται προς συγκεκριμένο αποδέκτη.

Είναι έργο πολύ γρήγορο, πολύ σύντομο και δομημένο σαν νοητικός χάρτης, για να προσπαθήσουμε να το διακρίνουμε σε πραγματικό χρόνο. Αυτό που είναι σαφές, ωστόσο, είναι η ποιότητα της απαγγελίας – αφήγησης – ερμηνείας, ανεξάρτητα από τη μέθοδο.

 Ο Γιάννης Παρασκευόπουλος ως «Α», έχει μερικούς από τους μεγαλύτερους και πιο συναισθηματικά ποικίλους μονολόγους, και η μεταφορά τους γίνεται με απόλυτη ακρίβεια. Ο χαρακτήρας του είναι σαφώς προβληματισμένος και αγωνίζεται να αποδεχτεί έναν χαμένο έρωτα που φαίνεται ανεπανόρθωτος, λόγω σκοτεινών κι ανίερων πράξεών του.

Ο «Β» του Ιωάννη Αθανασόπουλου και η «Μ» της Μομώς Βλάχου, έχουν μια ανταλλαγή απόψεων που είναι άλλοτε τεταμένη κι άλλοτε ελαφρώς χιουμοριστική, αλλά και οι δύο είναι σαφώς προβληματισμένοι με τα δικά τους σοβαρά θέματα, ώστε το άγχος μεταφέρεται στις σχέσεις τους.

 Η ΄Άννα Ευθυμίου ως Γ, δίνει μια έξοχη ερμηνεία, μιλώντας για κακοποίηση στην παιδική ηλικία, διπλασιάζοντας την αγωνία της και ξεστομίζοντας αγοραίες λέξεις από οργή, ενώ οι εκφράσεις της και το ηχόχρωμα της φωνής της δημιουργούν ένα σύμπαν – συνονθύλευμα συναισθημάτων που εκρήγνυνται στη ροή του έργου, άλλοτε με οργή, άλλοτε με ωμότητα κι άλλοτε με χιούμορ, πάντα με ρεαλισμό.

Πρόκειται για τέσσερις ιδιόμορφους χαρακτήρες, που ασχολούνται με πολύ δύσκολα ζητήματα, και τέσσερις εξαιρετικούς ηθοποιούς που ερμηνεύουν με ρεαλισμό το ωμό, χωρίς αναστολές έργο της Σάρα Κέιν, όπως εκείνη ήθελε να είναι.

Μοιράζονται τον χώρο και τον χρόνο αλλά κατοικούν σε διαφορετικές σφαίρες, ελεύθεροι να πιάσουν μια λέξη από την ιστορία κάποιου άλλου και να την κάνουν δική τους. Η σχέση του «εδώ και τώρα», ή οι αναμνήσεις από περασμένα περιστατικά, συχνά βάναυσες και ενοχλητικές, πλημμυρίζουν τη συνείδηση, αφηγούνται επεισοδιακά και στη συνέχεια υποβιβάζονται στις σκιές. 

 Ουσιαστικά, οι τέσσερις χαρακτήρες κινούνται ανάμεσα στην ελπίδα και την απελπισία.

Υπάρχει, όμως, και πιο απλή γλώσσα: «Είμαι τόσο γαμημένα μόνος», λέει ο ένας, μέσα σε ένα ηχοτοπίο. «Δεν νιώθω τίποτα», λέει ένας άλλος. Αλλά τότε, ξαφνικά, κάποιος λέει «Σε ονειρεύομαι», ενώ κάποιος άλλος μιλάει για «μια απαλή χρυσή θάλασσα κάτω από έναν απαλό ροζ ουρανό» και αυτές οι ξαφνικά ελπιδοφόρες στιγμές μοιάζουν με σπίρτα που έχουν ανάψει στο σκοτάδι.

 Οι εξαιρετικοί ηθοποιοί, ως χαρακτήρες, ίσως ήθελαν να κοιτάξουν ο ένας τον άλλον και να μιλήσουν για λίγο, να διαφωνήσουν ή να βασανίσουν ο ένας τον άλλον, αλλά ούτε μία φορά δεν μπόρεσαν να αγγίξουν ο ένας τον άλλον. Αυτή η σωματική πείνα είναι ιδιαίτερα οδυνηρή, καθώς οι τέσσερίς τους πρέπει να αποδώσουν την επιθυμία και τον πόνο τους αποκλειστικά με τη δική τους κίνηση και έκφραση, ανίκανοι να βασιστούν φυσικά στους άλλους γύρω τους και αυτή την ανάγκη την αποδίδουν έξοχα όλοι τους.

Το «Λαχταρώ», του ΚΘΒΕ δεν είναι παράσταση για ένα ευρύ κοινό.

 Αν είστε από τους θεατρόφιλους που θέλουν μια όμορφα δομημένη ιστορία, που εγείρει ενσυναίσθηση και δεν απαιτεί πολλή σκέψη η εξέλιξή της στη σκηνή, αυτό το έργο δεν είναι το ιδανικό για εσάς.

 Αλλά αν σας αρέσει να σας προκαλεί μια θεατρική παράσταση που σας ζητά να δουλέψετε τη σκέψη και να αφήσετε τα λόγια και τα καλλιτεχνικά του στοιχεία να ρέουν πάνω σας, τότε το «Λαχταρώ» της Σάρα Κέιν μπορεί να είναι ακριβώς αυτό που ψάχνετε.

Βεβαίως, η γραφή στο «Crave» είναι περίπλοκη και πολυεπίπεδη. Ενώ αρχικά φαινόταν να επιβεβαιώνει τα συναισθήματα μίσους και απελπισίας που εκλύονται από την περφόρμανς, σταδιακά φαίνεται να επιβεβαιώνει την αγάπη και τη λύτρωση μέσα από δύο ισχυρά αντίθετα: τη σκληρότητα και τη συμπόνια».

Ωστόσο, οι αμφιβολίες μερίδας θεατών, δικαίως είναι ηθικές αλλά και καλλιτεχνικές. Ας δεχτούμε ότι αναρωτιέται τι επίδραση θα μπορούσε να έχει αυτή η παραγωγή σε μερικά μέλη του κοινού που είναι επιρρεπείς στην κατάθλιψη. Θα μπορούσε να προκαλέσει να μιμηθούν κάποιοι το αποτέλεσμά της ή μήπως η συνειδητοποίηση ότι δεν είναι μόνοι τους σ’ αυτό το «πηγάδι» εμποδίζει να νιώθουν τόσο απελπισμένοι;

Το «Crave» παραμένει το πιο ερμητικό, μηδενιστικό και σκοτεινό έργο της Κέιν, η οποία λαχταρά να αγαπηθεί και να αγκιστρωθεί από κάπου μέχρι και την ύστατη στιγμή. Λιτό, με μια οδυνηρή, ασάλευτη ησυχία σε σχέση με τα προηγούμενα έργα της και μια μοναξιά που γιγαντώνεται φράση τη φράση μέχρι που ο θάνατος να μοιάζει βάλσαμο». (Χριστίνα Χατζηβασιλείου, Σύγχρονη Βρετανική Δραματουργία: Το θέατρο στα μούτρα ως ανάγνωση της κοινωνικής τοπογραφίας του 1990, ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, Θεσσαλονίκη 2020, σ. 298).

*Κατάλληλο άνω των 16 ετών

Σημείωση περιεχομένου: η παράσταση αγγίζει ζητήματα ψυχικής υγείας και σεξουαλικής, σωματικής και αυτοστρεφούς βίας.

Διάρκεια παράστασης: 55 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)

Συντελεστές

Συγγραφέας – Σάρα Κέιν

Μετάφραση – Αντώνης Γαλέος

Σκηνοθεσία – Χριστίνα Χατζηβασιλείου

Δραματουργική επεξεργασία – Χριστίνα Χατζηβασιλείου

Σκηνικά – Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα, Ράνια Υφαντίδου

Κοστούμια – Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα, Ράνια Υφαντίδου

Ηχητικό περιβάλλον – Φίλιππος Θεοχαρίδης

Φωτισμοί – Δήμητρα Αλουτζανίδου

Βοηθός σκηνοθέτη – Αλεξία Παραμύθα

Οργάνωση παραγωγής – Φιλοθέη Ελευθεριάδου

Φωτογραφίες: Mike Rafail | That long black cloud

Διανομή

Β – Ιωάννης Αθανασόπουλος

Μ – Μομώ Βλάχου

Γ – Άννα Ευθυμίου

Α – Γιάννης Παρασκευόπουλος

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα