Connect with us

Πολιτισμός

Η παράσταση – θρύλος «Το έκτο Πάτωμα»  στη  Θεσσαλονίκη

Η-παράσταση-–-θρύλος-«Το-έκτο-Πάτωμα»- στη -Θεσσαλονίκη

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Έργο του 1937, σε τρεις πράξεις και εννέα σκηνές.

Τριάντα δύο χρόνια μετά την θρυλική πλέον παρουσίασή του στο θέατρο «Περοκέ» (1991-92) ο Γιώργος Βάλαρης σκηνοθετεί και αναβιώνει  τη μουσική  παράσταση «Το έκτο πάτωμα»,  μ’ ένα επιτελείο ταλαντούχων  καλλιτεχνών.

Με άξονα την κωμωδία που χαρακτηρίζει την επιτυχημένη διασκευή της Άννας Παναγιωτοπούλου στο δημοφιλές έργο του Αλφρέντ Ζερί -που έχει μεταφραστεί και παιχτεί με τεράστια επιτυχία σχεδόν σε όλο τον κόσμο από το 1938 ως σήμερα-  ο Σταμάτης Κραουνάκης και η Λίνα Νικολακοπούλου  δημιούργησαν ίσως τα πιο γνωστά και αγαπημένα τραγούδια που ακούστηκαν ποτέ τις τελευταίες δεκαετίες σε θεατρική παράσταση, ( «Τι ώρα είναι, τι μέρα είναι και ποιά χρονιά», «Το τραγούδι της κουτσομπόλας», «Το τραγούδι της ζήλειας», «Η κουπαστή» κ α).

Υπόθεση

Η ιστορία του έργου, παρότι διαδραματίζεται στο Παρίσι της δεκαετίας του ’30, παραμένει διαχρονική και επίκαιρη. Οι ένοικοι μιας πολυκατοικίας ζούνε χτυπημένοι από την κρίση της εποχής και η καθημερινότητα των ενοίκων του «Έκτου πατώματος» ξεδιπλώνεται μέσα από τους έρωτες, τις συγκρούσεις, τους ατελείωτους καβγάδες αλλά και τα όνειρα που κάνει ο καθένας για τη ζωή του. Στους πρώτους ορόφους κατοικούν οι πλούσιοι αστοί. Ενώ στους τελευταίους ορόφους, που δεν είχαν ασανσέρ, οι πλέον οικονομικά εξαθλιωμένοι. Στο Παρίσι του έργου, λίγο πριν από τον πόλεμο, επικρατεί τεράστια οικονομική κρίση. Φτώχεια, έλλειψη φαρμάκων, πανδημία. Ζοφερή κατάσταση.

Όνειρα μικρά και μεγάλα, όνειρα που  δίνουν σε κάθε άνθρωπο τη δύναμη να αντέξει  τις δυσκολίες της καθημερινότητάς. Μόνο που μέσα στην πορεία του έργου, οι ήρωες θα συνειδητοποιήσουν ότι πάνω και πέρα από τα όνειρα -που δυστυχώς τόσο σπάνια γίνονται πραγματικότητα- υπάρχει η αγάπη, η συντροφικότητα, η αλληλεγγύη, η αίσθηση ότι παραμένουμε ενωμένοι απέναντι σε κάθε δυσκολία. Και μόνο μέσα από αυτή την αίσθηση μπορούμε να βγούμε  αληθινοί νικητές στο παιχνίδι της ζωής. 

Η παράσταση

 Μείγμα παλιάς μουσικής κωμωδίας με απόηχους του Βοντβίλ, ελληνικής φαρσοκωμωδίας, με δόσεις ηθογραφίας. Επιθεώρηση, πες, με νουμερίστικη διαμόρφωση προσώπων. Θέαμα με  «εξωτικά» εφέ στην πλοκή του μύθου. Όλα αυτά αναμεμιγμένα και με το γλωσσικό και χιουμοριστικό ήθος που μαζικά διαμορφώνει η τηλεόραση, συνθέτουν τη διασκευή του έργου «Το έκτο Πάτωμα» του Ελβετού  Αλφρέντ Ζερί από την Άννα Παναγιωτοπούλου. Από μια άλλη οπτική γωνία, θα μπορούσαμε να την πούμε και κωμωδία καταστάσεων με γρήγορο ρυθμό δράσης, αλλά και κωμωδία χαρακτήρων που περιγράφει πρόσωπα σκιαγραφώντας με ακρίβεια τα ψυχολογικά και ηθικά τους χαρακτηριστικά.

 Η διασκευή και η εναρμονισμένη μ’ αυτήν παράσταση του Γιώργου Βάλαρη, παρασάγγας απέχουν από τον τυπικά ηθογραφικό χαρακτήρα της κωμωδίας του Ζερί, η οποία ακτινοβολεί με την αφτιασίδωτη απλότητα και καθημερινότητα του μύθου και των προσώπων της. Στη τωρινή παράσταση, το μουσικό μέρος είναι θαυμάσιο, η πρόζα μένει στα  χέρια των ηθοποιών, οι οποίοι αβοήθητοι κάνουν ό,τι πρεσβεύει η μανιέρα τους ή η εμπειρία τους ή το ένστικτό τους. Δεν υπάρχει καμία χημεία μεταξύ τους, λειτουργούν σαν μονάδες στη σκηνή  και μόνο στα χορικά ομονοούν και αποδίδουν έργο συνόλου.

 Το «Έκτο Πάτωμα» είναι μια κωμωδιογραφική , ασφαλώς, της «Αυλής των Θαυμάτων» του Ιάκωβου Καμπανέλλη, σε μια πολυκατοικία λαϊκής συνοικίας στο Παρίσι.

 Κι εδώ, όπως συνέβη και στο πρώτο ανέβασμα του έργου- θρύλος πια,  βλέπουμε μια «Αυλή» συνύπαρξης, φιλίας, τριβών, ζευγαρώματος, μεταξύ των ενοίκων της. Άνθρωποι βασανισμένοι αλλά καλόψυχοι και ομόψυχοι συμπαραστάτες στην ανάγκη του συγκάτοικου, συνθέτουν το μωσαϊκό μιας καθημερινότητας με τις καλές και άσχημες πλευρές της. Χαρές και λύπες, ελπίδες και απογοητεύσεις.

 Η διασκευή (Άννα Παναγιωτοπούλου – Πλάτων Μαυρομούστακος) κράτησε  τον σκελετό του μύθου και των προσώπων, για να το ντύσει με πρόσθετες αναπαραστατικές σκηνές, τραγούδια, χορογραφίες, επιθεωρησιακά στιγμιότυπα. Όλα τα παραπάνω αγαπήθηκαν από γενιές πολλές στο πέρασμα των χρόνων κι εξακολουθούν να προκαλούν συγκίνηση και ικανοποίηση. Ίσως, οι υποκριτικές συνήθειες ορισμένων μελών του θιάσου να επέβαλαν μια προσαρμοσμένη σ’ αυτές διασκευή, αλλά εφόσον η σκηνοθεσία του Γιώργου Βάλαρη δεν είχε καμία αντίρρηση, πολύ καλά έκαμαν.

 Η παράσταση είναι δομημένη στο πρότυπο της παλιάς επιτυχίας, δε βλέπουμε κανένα καινοτόμο  στοιχείο, κανένα εύρημα, εκτός από τις  φρέσκες ερμηνείες των ηθοποιών. Μοιάζει λες και η μεγαλύτερη συμβολή του κ. Βάλαρη στο όλο πόνημα είναι η συγκέντρωση ηθοποιών στο σανίδι, η προσοχή του μην ξεστρατίσει ο θίασος  από την πεπατημένη,  παρά κάποια πρόταση πάνω στο ίδιο το έργο. Μπορεί, από μόνο του το «Έκτο πάτωμα»  να αποτελεί λαϊκό θέαμα και η επιτυχία να είναι εγγυημένη, αλλά αυτό δεν αφαιρει από τον σκηνοθέτη  τη δυνατότητα να βάλει τις προσωπικές του πινελιές κι όχι  να καταλήγει ως αυτός που χαράσσει την χωροταξία και μόνον. 

Θα πρέπει να πω ότι σε ερμηνευτικό επίπεδο είναι ευδιάκριτες δυο βασικές υποκριτικές κατευθύνσεις. Εκείνες που αναλογούν  περισσότερο στο δραματουργικό ήθος του πρωτοτύπου και στον χαρακτήρα του ρόλου:  Κώστας Μακεδόνας (Μαξ Λεσκαλιέ), Δανάη Λουκάκη (Ζαν), Μαριαλένα Ροζάκη (Εντβίζ Οσπώ), Βασίλης Αθανασόπουλος (Ζονβάλ), Σταύρος Παρχαρίδης (Γιατρός)   κι εκείνες που προσιδιάζουν στο επιθεωρησιακό ύφος: Υρώ Μανέ (Ζερμαίν Λεσκαλιέ), Αρμάν Εδουάρδος Μενετιάν (Ζοζό),  Ελένη Καστάνη (Κυρία Μαρέ), Ευαγγελία Μουμούρη (Η κυρία με τα γκρι). Όσο για τον Δημήτρη Πιατά, είναι μια κατηγορία από μόνος του, που άλλος την ασπάζεται κι άλλος την απορρίπτει ασυζητητί.

 «Όλα, θέλω να τα ξέρω όλα/ όχι επειδή είμαι κουτσομπόλα/ δεν το κάνω από κακό/ θέλω να ’χω υλικό». Κι αν οι στίχοι φέρνουν στο μυαλό αυτομάτως τη φοβερή (πρώτη) ερμηνεία της Άννας Παναγιωτοπούλου, η Υρώ Μανέ καταφέρνει μια εντελώς δική της και αυθύπαρκτη εκτέλεση.  Υποδύεται τη Ζερμέν Λεσκαλιέ, τον θρυλικό ρόλο της Άννας Παναγιωτοπούλου.

Οι  γνωστοί ρόλοι ερμηνεύονται από  παλιούς και νέους ηθοποιούς, η δε  αφήγηση  «ως πνεύμα του  έκτου πατώματος» που τη θέλει η σκηνοθεσία, θα μπορούσε και να εκλείψει εντελώς, αλλά ευτύχησε να ανατεθεί στην εξαίρετη Μίρκα Παπακωνσταντίνου, οπότε πήρε μια κάποια υπόσταση.

Η  Ευαγγελία Μουμούρη, ηθοποιός   προικισμένη με πληθώρα προσόντων -υποκριτικά, φωνητικά, σκηνική παρουσία-  ερμηνεύει την «Κυρία με τα Γκρι» με μπρίο αλλά με  παραπανίσια ακκίσματα, ενώ στο κείμενο είναι μια γυναίκα μυστηριώδης, ευγενική, φινετσάτη, ρομαντική.  Αλλά η φρέσκια «Κυρία με τα Γκρι»  είναι ο  ρόλος που ανέπτυξε η διασκευή της Άννας Παναγιωτοπούλου.

Πολύ καλή και η Δανάη Λουκάκη, ως Ζαν. Ταλαντούχο, όμορφο κι υπέροχο  πλάσμα η Δανάη, ξεχωρίζει  και δικαίως επαινείται.

Η νοικοκυρά της Ελένης Καστάνη στα μέτρα και τα σταθμά που μας έχει συνηθίσει η καλή ηθοποιός. Φιλότιμες προσπάθειες βλέπουμε  και από τους υπόλοιπους νέους ηθοποιούς που κάνουν ό,τι  μπορούν, αβοήθητοι κι αυτοί από σκηνοθετικές οδηγίες.

Αυτός που δίνει ένα ρεσιτάλ βλακείας είναι ο αχαρακτήριστος Δημήτρης Πιατάς. Με μια γκραν γκινιόλ μανιέρα,  φωνασκεί αναίτια,  σχεδόν ουρλιάζει άνευ λόγου, αλλάζει ύφος αναίτια, θαρρείς και παίζει ( λέμε τώρα)  σε πέντε έργα ταυτόχρονα. Όπως φαίνεται, ο σκηνοθέτης ούτε τον έβλεπε ούτε τον άκουγε στις πρόβες.  Τι κρίμα.

 Σημειώνω, πως η  παρουσία του  Κώστα Μακεδόνα στη σκηνή χαιρετίζεται με ενθουσιασμό από τους θεατές. Άλλωστε, ο σπουδαίος  τραγουδιστής τα καταφέρνει  και στην υποκριτική.

 Μοναδικά σκηνικά στοιχεία πιστά στο κλίμα και στην εποχή του έργου  (με τα δεδομένα της διασκευής) είναι η κατασκευή  του Μανώλη Παντελιδάκη και τα κοστούμια του Χάρη Σουλιώτη.

Η εξαιρετική συνεργασία του μαέστρου Σταμάτη Κραουνάκη και της εμβληματικής, πια, στιχουργού- ποιήτριας  Λίνας Νικολακοπούλου, γέννησαν το 1991 αυτά τα υπέροχα τραγούδια που, όσα χρόνια κι αν περάσουν, θα έχουν τη γλύκα του φρέσκου, του αναλλοίωτου, του αλέγκρο, ζωντανού, εύθυμου χαρακτήρα, ώστε να  αποκαλούνται διαχρονικά.

 Επίλογος

Το έργο ήταν μια διασκευή στο πρωτότυπο ομώνυμο έργο του Ελβετού συγγραφέα Αλφρέντ Ζερί που ανέβηκε για πρώτη φορά το 1937.

Έχει μεταφραστεί σε δεκάδες γλώσσες και έχει κάνει χιλιάδες παραστάσεις σ’ όλο τον κόσμο. Μεταφέρθηκε στην μεγάλη οθόνη το ’40 σε γαλλική παραγωγή αλλά και στην τηλεόραση στη Δυτική Γερμανία του 1954 και στην Ολλανδία του 1961.

Στην χώρα μας το πρωτοπαρουσίασε η Μαρίκα Κοτοπούλη το ’38 με αρκετές επαναλήψεις μέσα στα χρόνια με τελευταία της το ’52, όπου ήταν και η τελευταία της εμφάνιση λίγο πριν τον θάνατο της. Συμπρωταγωνιστής σε εκείνη την παράσταση ήταν ο Ντίνος Ηλιόπουλος, ο οποίος παρουσίασε το έργο ξανά την σεζόν 1964-’65 με τον τίτλο ‘Οι Κυρίες της Αυλής‘ όπου μεταφέρθηκε το 1966 στον κινηματογράφο σε σκηνοθεσία του Ντίνου Δημόπουλου με τον ίδιο τίτλο.

Συντελεστές

Συγγραφέας: Αλφρέντ Ζερί
Διασκευή: Άννα Παναγιωτοπούλου – (Πλάτων Μαυρομούστακος)
(Γιώργος Βάλαρης και ο θίασος)
Σκηνοθεσία: Γιώργος Βάλαρης
Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης
Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου
Σκηνικά: Μανόλης Παντελιδάκης
Κοστούμια: Χάρης Σουλιώτης
Σχεδιασμός φωτισμού: Λευτέρης Παυλόπουλος
Χορογραφία: Μάρκος Γιακουμόγλου
Μουσική ενορχήστρωση: Δημήτρης Ανδρεάδης
Βίντεο: Τεντ Ζωγράφος
Διεύθυνση παραγωγής: Κατερίνα Μπερδέκα
Βοηθός παραγωγής: Γιώργος Γερανάκης
Βοηθός σκηνοθέτη-παραγωγής : Κωνσταντίνος Φρίγγας
Βοηθός Β’ σκηνοθέτη: Φαίη Σούκου
Βοηθός σκηνογράφος: Ελίνα Δράκου
Φωτογράφος promo: Γιώργος Καλφαμανώλης
Φωτογράφος Παράστασης: Ελίνα Γιουνανλή
Trailer παράστασης: Φώτης Φωτόπουλος

Πρωταγωνιστούν (με σειρά εμφάνισης):

Υρώ Μανέ (Ζερμαίν Λεσκαλιέ), Κώστας Μακεδόνας (Μαξ Λεσκαλιέ), Ελένη Καστάνη (Κυρία Μαρέ), Δανάη Λουκάκη (Ζαν), Μαριαλένα Ροζάκη (Εντβίζ Οσπώ), Αρμάν Εδουάρδος Μενετιάν (Ζοζό), Βασίλης Αθανασόπουλος (Ζονβάλ), Σταύρος Παρχαρίδης (Γιατρός), Ευαγγελία Μουμούρη (Η κυρία με τα γκρι) και ο Δημήτρης Πιατάς (Οσπώ)

Η Μίρκα Παπακωνσταντίνου είναι «Το Πνεύμα του Έκτου Πατώματος»

Συμμετέχουν οι μουσικοί:

Πιάνο: Δημήτρης Κίκλης
Ακουστικό μπάσο: Αποστόλης Παρασκευαίδης
Ακορντεόν: Άρτεμις Βαβάτσικα

ΠΑΥΛΟΣ  ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Η Καππαδοκία των Ζώντων Μνημείων»: Έκθεση για τον Ελληνισμό της Ανατολίας στο ΥΜΑΘ

«Η-Καππαδοκία-των-Ζώντων-Μνημείων»:-Έκθεση-για-τον-Ελληνισμό-της-Ανατολίας-στο-ΥΜΑΘ

Σε κλίμα συγκίνησης και νοσταλγίας για τις «χαμένες πατρίδες» του Ελληνισμού στην Ανατολία πραγματοποιήθηκαν στο Υπουργείο Εσωτερικών-Μακεδονίας και Θράκης τα εγκαίνια της μεγάλης Έκθεσης «Η Καππαδοκία των Ζώντων Μνημείων».
Η Έκθεση συνδιοργανώνεται από το Υπουργείο Εσωτερικών-Μακεδονίας και Θράκης, το Κέντρο Καππαδοκικών Μελετών Η Ναζιανζός, την Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, την Εφορία Αρχαιοτήτων Καβάλας και τον Δήμο Καβάλας.

Σε χαιρετισμό του ο Υφυπουργός Εσωτερικών-Μακεδονίας και Θράκης Κωνσταντίνος Π. Γκιουλέκας τόνισε τη σημασία της διατήρησης της εθνικής μνήμης για τον Ελληνισμό της Ανατολίας.

Ο Πρόεδρος του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών Καπλάνης Ιωσηφίδης, από την πλευρά του, αναφέρθηκε στην πολύχρονη προσπάθεια του Κέντρου για την διάσωση και προβολή του Ελληνισμού της Καππαδοκίας και στο πλούσιο έργο του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών. Αξίζει να σημειωθεί ότι το Ιστορικό και Εθνολογικό Μουσείο των Ελλήνων της Καππαδοκίας στη Νέα Καρβάλη, από το οποίο προέρχονται τα εκθέματα, βραβεύθηκε το 1997 ως ένα από τα πέντε καλύτερα Μουσεία της Ευρώπης, στο είδος του, με το European Museum of the year award.

Στα εγκαίνια της Έκθεσης, που τελέστηκαν στο αίθριο του Διοικητηρίου με μια εκδήλωση γεμάτη μνήμες και αρώματα Ανατολής, παρευρέθη πλήθος φίλων και μελών του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών και εκπροσώπων των Αρχών, μεταξύ των οποίων ο Αρχιμανδρίτης π. Νεκτάριος Τριανταφυλλίδης ως εκπρόσωπος του Παναγιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Φιλοθέου, η βουλευτής Καβάλας της ΝΔ Αγγελική Δεληκάρη, ο Αντιπεριφερειάρχης Πολιτισμού και Αθλητισμού της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας Χρήστος Μήττας. Ακόμη παρευρέθηκαν ο Δήμαρχος Καρβάλης της Καππαδοκίας Ουνάλ Ντερμιτζίογλου, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Necmettin Erbacan του Ικονίου Μέτε Μιμίρογλου και μεγάλη αντιπροσωπεία του Δήμου Selcuklu του Ικονίου.
Η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με τη συμμετοχή της χορευτικής ομάδας του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών, που απέδωσε Καππαδοκικούς χορούς και τραγούδια.

Η Έκθεση «Η Καππαδοκία των Ζώντων Μνημείων» θα λειτουργεί στο ΥΜΑΘ μέχρι τις 17 Μαΐου 2026.

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Χορωδιακή Πανδαισία στο Μεγάλο Αμφιθέατρο της Πανεπιστημιούπολης 

Χορωδιακή-Πανδαισία-στο-Μεγάλο-Αμφιθέατρο-της-Πανεπιστημιούπολης 

Τελευταία Θέματα

ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ

Χορωδιακή Πανδαισία στο Μεγάλο Αμφιθέατρο της Πανεπιστημιούπολης 

Ένα μουσικό γεγονός που υπόσχεται ν’ αγγίξει καρδιές και να μείνει αξέχαστο έρχεται για δεύτερη χρονιά στην Καβάλα!
Το Σάββατο 9 Μαΐου το Μεγάλο Αμφιθέατρο της Πανεπιστημιούπολης (πρώην Τ.Ε.Ι) Καβάλας μεταμορφώνεται σε μια μεγάλη μουσική σκηνή και σας προσκαλεί σε μια Χορωδιακή Γιορτή, με τη συμμετοχή 7 εξαιρετικών χορωδιών από διάφορα μέρη της Ελλάδας και της Κύπρου.
Σε μια βραδιά όπoυ η φωνή συναντά την ψυχή, το κοινό θα απολαύσει ένα πλούσιο ελληνικό ρεπερτόριο, με αγαπημένα έντεχνα και παραδοσιακά τραγούδια, που θα ζωντανέψουν μέσα από τις αρμονικές αποχρώσεις και τις πολυφωνίες των χορωδιών. Κάθε ομάδα φέρνει μαζί της τη μουσική ταυτότητα του τόπου της, σε μια μαγική ανταλλαγή πολιτισμού και συναισθημάτων.
Μια βραδιά που ενώνει κουλτούρες και καρδιές.
Ελάτε να ζήσετε τη μαγεία της συλλογικής έκφρασης, της μελωδίας και της συγκίνησης.
Ελάτε να τραγουδήσουμε μαζί!
Είσοδος Ελεύθερη
Διοργάνωση: Χορωδιακά Φεστιβάλ «Music Life»

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Λαχταρώ» της Σάρα Κέιν από το ΚΘΒΕ

«Λαχταρώ»-της-Σάρα-Κέιν-από-το-ΚΘΒΕ

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

“Η Σάρα Κέην πέθανε τραγικά. Ήταν τόσο μεγάλος και τόσο βαθύς ο τρόμος του κόσμου. Δεν τον άντεξε. Ήταν γυμνή. Απροστάτευτη. Γυμνά είναι και τα έργα της. Τρομαγμένα. Τρομερά.”

Χάρολντ Πίντερ, 5.2.2001
(Γραμμένο ειδικά για την παράσταση του “Καθαροί, πια” από τη “Νέα Σκηνή”)

Το εμβληματικό έργο της σπουδαίας Βρετανίδας δραματουργού «Λαχταρώ» ζωντανεύει στη σκηνή του Φουαγιέ θεάτρου της Ε.Μ.Σ., με καθαρότητα, τόλμη και βαθιά ευαισθησία, αναδεικνύοντας τον υπαρξιακό πυρήνα του κειμένου.

 Τέσσερις φωνές αλληλοσυμπληρώνονται σε μια ιδιότυπη αφήγηση -μετέωρη στον χρόνο και στον χώρο σε ένα έργο που μιλάει για τις επώδυνες διαδρομές διαφυγής του μυαλού από τα τραύματα.

Γραμμένο λίγους μήνες πριν την αυτοχειρία, το «Λαχταρώ» (Crave, 1998), είναι η τολμηρή απόπειρα της ίδιας της Κέιν να βυθιστεί στα μύχια των φόβων της και να τους καταγράψει μέσα από ένα παλίμψηστο δραματουργικών μοτίβων και προσωπικές της εξομολογήσεις.

 Αυτό είναι το τέταρτο και προτελευταίο έργο μιας ψυχικά διαταραγμένης νεαρής γυναίκας που, σε ηλικία 28 ετών (το 1999), κρεμάστηκε στο μπάνιο ενός νοσοκομείου. Δύο μέρες πριν, μια συγκάτοικός της είχε αποτρέψει την προηγούμενη απόπειρα αυτοκτονίας της. Με τη σοφία τής εκ των υστέρων γνώσης, είναι εύκολο να θεωρήσουμε το «Crave» ως το παρατεταμένο σημείωμα αυτοκτονίας ενός κλινικά καταθλιπτικού και, ως εκ τούτου, αυτοκαταστροφικού μυαλού.

Κείμενο, σε αποσπασματικό ύφος εμπνευσμένο από το έργο « Η Έρημη Χώρα» του Τ.Σ. Έλιοτ, το» Crave» ορίζει τέσσερις φωνές – χαρακτήρες, που αναγνωρίζονται μόνο ως Α, Β, Γ και Μ ( Β – Ιωάννης Αθανασόπουλος, Μ – Μομώ Βλάχου, Γ – Άννα Ευθυμίου, Α – Γιάννης Παρασκευόπουλος) σε διακειμενικό διάλογο που μετέφρασε ο Αντώνης Γαλέος.

Η απόδοση του Αντώνη Γαλέου καταφέρνει να διατηρήσει τον «κοφτό», νευρώδη ρυθμό της Κέιν, μετατρέποντας την αγγλική απόγνωση σε έναν ζωντανό, ελληνικό συναισθηματικό χείμαρρο.

Κοινή μοίρα ή καταγωγή όλων τους τα λόγια της M: «Αν αυτοκτονήσεις, θ’ αναγκαστείς να επιστρέψεις και να τα ξαναπεράσεις. Όλα. Και πάλι».

Οι ήρωες του έργου αποζητούν απελπισμένα τον έρωτα, γνωρίζουν όμως καλά ότι για να αποκτήσουν την ευτυχία πρέπει να ρισκάρουν τον ολοκληρωτικό ψυχικό, ίσως και σωματικό τους, αφανισμό. Γιατί ο έρωτας είναι ταυτόχρονα η ελπίδα και η συντριβή τους. Όπλα τους είναι οι λέξεις, οι κραυγές, τα θραύσματα αναμνήσεων, η ποίηση, τα όνειρα και οι εφιάλτες τους.

 Σε αυτό, το ΚΘΒΕ τα κατάφερε άψογα, επιλέγοντας ένα άγονο σκηνικό (Αλεξάνδρα ΜπουσουλέγκαΡάνια Υφαντίδου) με τους τέσσερις ηθοποιούς να παραμένουν στο ίδιο μέρος για ολόκληρη την πράξη, φωτισμένο με χρώματα και σκιές.

Ο σχεδιασμός φωτισμών από τη Δήμητρα Αλουτζανίδου, αξιοποιεί στον – όχι βολικό – χώρο του Φουαγιέ του θέατρου της ΕΜΣ, ευτυχώς εύστοχα, ποιότητες και χαρακτηριστικά, όπως ένταση, μορφή, κίνηση, κατεύθυνση, χρώμα, δημιουργώντας μία ιδιαίτερη «παρτιτούρα», ένα «σενάριο» για την εξέλιξη της φωτιστικής ιστορίας μέσα στην παράσταση.

 Η σκηνοθεσία συμπληρώνει τέλεια την αποπροσανατολιστική φύση του κειμένου, με την έλλειψη φυσικής αλληλεπίδρασης μεταξύ των ηθοποιών, και αποτυπώνει τον απομονωτικό αντίκτυπο που έχουν εμπειρίες, όπως ο βιασμός, η αιμομιξία, ο εθισμός στα ναρκωτικά και η παιδοφιλία.

Η κύρια οπτική εστίαση παρέχεται από προβολές σε πλάνα κομμένα, ώστε να μοιάζουν με θραύσματα σπασμένου γυαλιού (το οποίο, αν και από μόνο του ένα φθαρμένο τροπάριο, λειτουργεί καλά σε αυτό το πλαίσιο), αντανακλώντας ιδέες κατακερματισμού της ταυτότητας που διατρέχουν όλο το έργο.

 Το «Λαχταρώ» σηματοδοτεί μια αλλαγή στο στυλ της Κέιν, από το τολμηρό, προκλητικό και αυθάδες, σε μια προσπάθεια για κάτι πιο ποιητικό, αλλά το αποτέλεσμα είναι ένας ιδιόμορφος συνδυασμός των δύο.

Ούτε αρκετά αφηρημένο για να προκαλέσει στοχασμό ούτε αρκετά γραφικό για να σοκάρει, παράγει φράσεις όπως «Πού πήγε η προσωπικότητά μου… Είμαι συναισθηματικός λογοκλόπος», οι οποίες (για μένα) δε μεταφέρουν την πολυπλοκότητα των ζητημάτων που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν. 

Ενώ υπήρχαν κάποιες ατάκες που άφησαν περιθώρια για σκέψη, όπως η στιγμή που αποκαλύπτεται ότι οι κακοποιητές ενός παιδιού είναι ο πατέρας και ο παππούς του, το μεγαλύτερο μέρος του έργου έπεσε σε κουρασμένα στερεότυπα.

 Ωστόσο, αρκετά χρόνια μετά την πρεμιέρα του «Crave», πολλοί συγγραφείς έχουν ασχοληθεί με αυτά τα ανατρεπτικά θέματα, που η παρουσίασή τους στο θέατρο δεν αποτελεί πλέον αιτία διαμάχης από μόνη της, και η γραφή της Κέιν είναι ανοιχτή σε σύγκριση με μεταγενέστερα κείμενα που έχουν ασχοληθεί με τα ίδια θέματα, όμως με μεγαλύτερη σαφήνεια και λεπτότητα. Απόψεις, θα πείτε. Έχετε δίκιο.

 Επαινώ, όμως, την τόλμη του ΚΘΒΕ να παρουσιάζει έργα που είναι ταυτόχρονα «άβολα», «βρώμικα» αλλά και «όμορφα» και απαραίτητα για ρεπερτόριο μιας κρατικής σκηνής.

Το έργο έχει σχεδιαστεί για να δείξει ότι η θεατρική τέχνη είναι ισοδύναμη με την αφηρημένη τέχνη. Περιλαμβάνει τέσσερις χαρακτήρες, που ονομάζονται απλώς «Α», «Β», «Γ» και «Μ». Η δομή του είναι μη γραμμική, που σημαίνει ότι όταν μιλάει ο καθένας από τους χαρακτήρες, οι ατάκες του δεν ακολουθούν απαραίτητα κάποια συγκεκριμένη χρονολογική σειρά, ούτε το κοινό είναι πάντα σίγουρο σε ποιον απευθύνονται.

Υπάρχουν σημεία στο έργο, όπου ορισμένες συζητήσεις έχουν νόημα με την παραδοσιακή έννοια, αλλά το να ακούς τις φράσεις που λέγονται – κάτι αντίστοιχο με κείμενα του Σαίξπηρ- χρειάζεται λίγος χρόνος για να καταλάβεις τι συμβαίνει, πριν επιτευχθεί ένα επίπεδο σαφήνειας, άρα και κατανόησης.

 Η Κέιν το σχεδίασε με αυτόν τον τρόπο, έτσι ώστε το κοινό να μην είναι ποτέ σίγουρο για τι ακριβώς πρόκειται. Τα «ονόματα» των χαρακτήρων έχουν νόημα για τη θεατρική συγγραφέα και ενώ θα μπορούσε να είχε αποδώσει ένα συγκεκριμένο ψευδώνυμο στα αρχικά, το αρνήθηκε, επειδή δεν ήθελε να περιορίσει το κοινό σε μια συγκεκριμένη αντίληψη.

 Ήθελε τα υπονοούμενα να αναλυθούν από τους θεατές. Επομένως, το «Crave» δεν είναι για όλους, παράδειγμα για κείνους που αναζητούν μια αφήγηση εύκολη, με πλοκές χαρακτήρων που διδάσκουν κάτι ή που να έχει μια λυτρωτική κατάληξη.

 Αντίθετα, για θετές που τους συνεπαίρνουν συναισθήματα όπως θυμός, θλίψη, χαρά κ.λπ., ως πιο πρωτόγονα, πιο ωμά, σαν αυτά που αποδίδονται περισσότερο στα ζωώδη ένστικτά μας, κόντρα στην ανθρώπινη φύση μας, τότε αυτή η παραγωγή είναι συγκλονιστική.

 Το «Λαχταρώ» είναι ένα κείμενο σκέψης, με έντονη γραφή, που πρέπει να το αποκωδικοποιήσει ο θεατής και ο καλύτερος τρόπος είναι να το αφήσει να τον κυριεύσει.

 Οι συζητήσεις για την υπόθεση ή το όποιο μήνυμα εκλύει, μπορούν να γίνουν αργότερα, μετά την αυλαία, κι όταν ωριμάσει η αναμόχλευσή της, θα έρθει και η κατανόηση. Αυτό σημαίνει ότι η αποστολή εξετελέσθη για τη Sarah Kane.

Αυτό που δεν αμφισβητείται, ωστόσο, είναι η ποιότητα της παραγωγής και της παρουσίασης του «Crave» από το ΚΘΒΕ.

Η σκηνοθεσία της Χατζηβασιλείου είναι εντυπωσιακή, η οπτική των θεατών απέναντι στις ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών, είναι σαν να κοιτάζουν τις ζωές τους μέσα από μια βιτρίνα πολυκαταστήματος, με μια λίμνη νερού ανάμεσά τους, τόσο για να αντανακλώνται αυτά τα βαθιά συναισθήματα, όσο και για να προσδίδει το νερό μια λυτρωτική ποιότητα στις συνθήκες διαβίωσής τους.

Πρόκειται για ένα εξαιρετικό σχέδιο από την Χριστίνα Χατζηβασιλείου, με ηχητικά εφέ από τον Φίλιππο Θεοχαρίδη, που ξεκινά απαλά, αλλά η ένταση μεγεθύνεται καθώς η πλοκή γίνεται πιο σκοτεινή και πιο ωμή, καταφέρνοντας να απλώσει δίχτυα, ίσως φοβικά, αλλά και ποίησης, μέσω των εικόνων.

Όπως ανέφερα, ο διάλογος παρουσιάζεται με μη γραμμικό τρόπο και αυτό απαιτεί από τους ηθοποιούς να εκτελούν τις ατάκες τους γρήγορα και με τρόπο που να κρατά το κοινό σε αγωνία, άσχετα αν σε πολλές περιπτώσεις δεν απευθύνονται προς συγκεκριμένο αποδέκτη.

Είναι έργο πολύ γρήγορο, πολύ σύντομο και δομημένο σαν νοητικός χάρτης, για να προσπαθήσουμε να το διακρίνουμε σε πραγματικό χρόνο. Αυτό που είναι σαφές, ωστόσο, είναι η ποιότητα της απαγγελίας – αφήγησης – ερμηνείας, ανεξάρτητα από τη μέθοδο.

 Ο Γιάννης Παρασκευόπουλος ως «Α», έχει μερικούς από τους μεγαλύτερους και πιο συναισθηματικά ποικίλους μονολόγους, και η μεταφορά τους γίνεται με απόλυτη ακρίβεια. Ο χαρακτήρας του είναι σαφώς προβληματισμένος και αγωνίζεται να αποδεχτεί έναν χαμένο έρωτα που φαίνεται ανεπανόρθωτος, λόγω σκοτεινών κι ανίερων πράξεών του.

Ο «Β» του Ιωάννη Αθανασόπουλου και η «Μ» της Μομώς Βλάχου, έχουν μια ανταλλαγή απόψεων που είναι άλλοτε τεταμένη κι άλλοτε ελαφρώς χιουμοριστική, αλλά και οι δύο είναι σαφώς προβληματισμένοι με τα δικά τους σοβαρά θέματα, ώστε το άγχος μεταφέρεται στις σχέσεις τους.

 Η ΄Άννα Ευθυμίου ως Γ, δίνει μια έξοχη ερμηνεία, μιλώντας για κακοποίηση στην παιδική ηλικία, διπλασιάζοντας την αγωνία της και ξεστομίζοντας αγοραίες λέξεις από οργή, ενώ οι εκφράσεις της και το ηχόχρωμα της φωνής της δημιουργούν ένα σύμπαν – συνονθύλευμα συναισθημάτων που εκρήγνυνται στη ροή του έργου, άλλοτε με οργή, άλλοτε με ωμότητα κι άλλοτε με χιούμορ, πάντα με ρεαλισμό.

Πρόκειται για τέσσερις ιδιόμορφους χαρακτήρες, που ασχολούνται με πολύ δύσκολα ζητήματα, και τέσσερις εξαιρετικούς ηθοποιούς που ερμηνεύουν με ρεαλισμό το ωμό, χωρίς αναστολές έργο της Σάρα Κέιν, όπως εκείνη ήθελε να είναι.

Μοιράζονται τον χώρο και τον χρόνο αλλά κατοικούν σε διαφορετικές σφαίρες, ελεύθεροι να πιάσουν μια λέξη από την ιστορία κάποιου άλλου και να την κάνουν δική τους. Η σχέση του «εδώ και τώρα», ή οι αναμνήσεις από περασμένα περιστατικά, συχνά βάναυσες και ενοχλητικές, πλημμυρίζουν τη συνείδηση, αφηγούνται επεισοδιακά και στη συνέχεια υποβιβάζονται στις σκιές. 

 Ουσιαστικά, οι τέσσερις χαρακτήρες κινούνται ανάμεσα στην ελπίδα και την απελπισία.

Υπάρχει, όμως, και πιο απλή γλώσσα: «Είμαι τόσο γαμημένα μόνος», λέει ο ένας, μέσα σε ένα ηχοτοπίο. «Δεν νιώθω τίποτα», λέει ένας άλλος. Αλλά τότε, ξαφνικά, κάποιος λέει «Σε ονειρεύομαι», ενώ κάποιος άλλος μιλάει για «μια απαλή χρυσή θάλασσα κάτω από έναν απαλό ροζ ουρανό» και αυτές οι ξαφνικά ελπιδοφόρες στιγμές μοιάζουν με σπίρτα που έχουν ανάψει στο σκοτάδι.

 Οι εξαιρετικοί ηθοποιοί, ως χαρακτήρες, ίσως ήθελαν να κοιτάξουν ο ένας τον άλλον και να μιλήσουν για λίγο, να διαφωνήσουν ή να βασανίσουν ο ένας τον άλλον, αλλά ούτε μία φορά δεν μπόρεσαν να αγγίξουν ο ένας τον άλλον. Αυτή η σωματική πείνα είναι ιδιαίτερα οδυνηρή, καθώς οι τέσσερίς τους πρέπει να αποδώσουν την επιθυμία και τον πόνο τους αποκλειστικά με τη δική τους κίνηση και έκφραση, ανίκανοι να βασιστούν φυσικά στους άλλους γύρω τους και αυτή την ανάγκη την αποδίδουν έξοχα όλοι τους.

Το «Λαχταρώ», του ΚΘΒΕ δεν είναι παράσταση για ένα ευρύ κοινό.

 Αν είστε από τους θεατρόφιλους που θέλουν μια όμορφα δομημένη ιστορία, που εγείρει ενσυναίσθηση και δεν απαιτεί πολλή σκέψη η εξέλιξή της στη σκηνή, αυτό το έργο δεν είναι το ιδανικό για εσάς.

 Αλλά αν σας αρέσει να σας προκαλεί μια θεατρική παράσταση που σας ζητά να δουλέψετε τη σκέψη και να αφήσετε τα λόγια και τα καλλιτεχνικά του στοιχεία να ρέουν πάνω σας, τότε το «Λαχταρώ» της Σάρα Κέιν μπορεί να είναι ακριβώς αυτό που ψάχνετε.

Βεβαίως, η γραφή στο «Crave» είναι περίπλοκη και πολυεπίπεδη. Ενώ αρχικά φαινόταν να επιβεβαιώνει τα συναισθήματα μίσους και απελπισίας που εκλύονται από την περφόρμανς, σταδιακά φαίνεται να επιβεβαιώνει την αγάπη και τη λύτρωση μέσα από δύο ισχυρά αντίθετα: τη σκληρότητα και τη συμπόνια».

Ωστόσο, οι αμφιβολίες μερίδας θεατών, δικαίως είναι ηθικές αλλά και καλλιτεχνικές. Ας δεχτούμε ότι αναρωτιέται τι επίδραση θα μπορούσε να έχει αυτή η παραγωγή σε μερικά μέλη του κοινού που είναι επιρρεπείς στην κατάθλιψη. Θα μπορούσε να προκαλέσει να μιμηθούν κάποιοι το αποτέλεσμά της ή μήπως η συνειδητοποίηση ότι δεν είναι μόνοι τους σ’ αυτό το «πηγάδι» εμποδίζει να νιώθουν τόσο απελπισμένοι;

Το «Crave» παραμένει το πιο ερμητικό, μηδενιστικό και σκοτεινό έργο της Κέιν, η οποία λαχταρά να αγαπηθεί και να αγκιστρωθεί από κάπου μέχρι και την ύστατη στιγμή. Λιτό, με μια οδυνηρή, ασάλευτη ησυχία σε σχέση με τα προηγούμενα έργα της και μια μοναξιά που γιγαντώνεται φράση τη φράση μέχρι που ο θάνατος να μοιάζει βάλσαμο». (Χριστίνα Χατζηβασιλείου, Σύγχρονη Βρετανική Δραματουργία: Το θέατρο στα μούτρα ως ανάγνωση της κοινωνικής τοπογραφίας του 1990, ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, Θεσσαλονίκη 2020, σ. 298).

*Κατάλληλο άνω των 16 ετών

Σημείωση περιεχομένου: η παράσταση αγγίζει ζητήματα ψυχικής υγείας και σεξουαλικής, σωματικής και αυτοστρεφούς βίας.

Διάρκεια παράστασης: 55 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)

Συντελεστές

Συγγραφέας – Σάρα Κέιν

Μετάφραση – Αντώνης Γαλέος

Σκηνοθεσία – Χριστίνα Χατζηβασιλείου

Δραματουργική επεξεργασία – Χριστίνα Χατζηβασιλείου

Σκηνικά – Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα, Ράνια Υφαντίδου

Κοστούμια – Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα, Ράνια Υφαντίδου

Ηχητικό περιβάλλον – Φίλιππος Θεοχαρίδης

Φωτισμοί – Δήμητρα Αλουτζανίδου

Βοηθός σκηνοθέτη – Αλεξία Παραμύθα

Οργάνωση παραγωγής – Φιλοθέη Ελευθεριάδου

Φωτογραφίες: Mike Rafail | That long black cloud

Διανομή

Β – Ιωάννης Αθανασόπουλος

Μ – Μομώ Βλάχου

Γ – Άννα Ευθυμίου

Α – Γιάννης Παρασκευόπουλος

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα