Connect with us

Πολιτισμός

Ευριπίδη «Φοίνισσες» από το Εθνικό θέατρο στο 64ο  Φεστιβάλ Φιλίππων

Ευριπίδη-«Φοίνισσες»-από-το-Εθνικό-θέατρο-στο-64ο -Φεστιβάλ-Φιλίππων

Πρόλογος

Το έργο ανέβηκε ανάμεσα στο 411 και 406 π.Χ.

Τον Χορό συγκροτούν γυναίκες από τη Φοινίκη. Η Φοινίκη συμβολίζει το παρελθόν αλλά και τη νεανική ψυχραιμία ή ανεμελιά, όπως ακριβώς οι Δελφοί παραπέμπουν στην επιθυμητή θρησκευτική γαλήνη. Αντίθετα, η Θήβα καθρεφτίζει όχι μόνο το αφηγηματικό παρόν, αλλά και την απελπισία, τον τρόμο, την απόγνωση των νεαρών κοριτσιών που «οσμίζονται» τον εμφύλιο πόλεμο να πλησιάζει.

Ο Ευριπίδης δεν είναι ο πρώτος που καταπιάνεται με τον μύθο της εκστρατείας των «Επτά» εναντίον της Θήβας. Ποιο, όμως, είναι εκείνο το στοιχείο που κάνει τις Φοίνισσες να ξεχωρίζουν από τις προγενέστερες δραματοποιήσεις του ιδίου μύθου; Είναι, σαφώς, ο τρόπος με τον οποίο ο Ευριπίδης διαχειρίζεται την πλοκή. Πλάθει καινούρια δραματική αφήγηση με πρώτη ύλη το παραδεδομένο μυθολογικό υλικό. Είναι, επίσης, η πολλαπλότητα των επεισοδίων, η έντονη και ζωηρότατη σκηνική δράση και, κυρίως, οι συνεχείς διαψεύσεις των προσδοκιών των θεατών στο έργο αυτό. Ανατρέποντας συνεχώς τις παραδεδομένες εκδοχές του μύθου και ειδικά την αισχύλεια, ο Ευριπίδης δημιουργεί μία δράση γεμάτη προκλήσεις, εκπλήξεις και σασπένς, που εντυπωσιάζει χάρη στον όγκο και την ευρύτητά της.

Οι Φοίνισσες δεν αφηγούνται απλώς , όπως οι «Επτά», την πορεία του Ετεοκλή προς τη μοιραία και λυτρωτική για την πόλη, πτώση. Οι Φοίνισσες είναι, θα πω, η τραγική ιστορία τριών γερόντων γονέων: του Οιδίποδα, της Ιοκάστης και του Κρέοντα, που βλέπουν τα παιδιά τους να σκοτώνονται και, ανήμποροι να αντιδράσουν, παρασύρονται στον όλεθρο. Είναι , επίσης, η τραγική ιστορία δύο γιων και αδελφών: ενός κυνικού αριβίστα, του Ετεοκλή, που δεν ορρωδεί προ ουδενός, προκειμένου να παραμείνει στην εξουσία και ενός αποφασισμένου εκδικητή, του Πολυνείκη, που, ενώ διατηρεί σαφώς το δίκιο με το μέρος του, χάνει το ηθικό του πλεονέκτημα, αφού αποφασίζει να εισβάλει στην πατρική του γη.

Υπόθεση

Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή του έργου ο Πολυνείκης, διωγμένος και αδικημένος από τον αδερφό του καταφεύγει στο Άργος, όπου παντρεύεται την κόρη του βασιλιά Αδράστου και εκστρατεύει με στρατό εναντίον της Θήβας. Η μητέρα του (Ιοκάστη) μάταια προσπαθεί να τους συμφιλιώσει. Ο Τειρεσίας προβλέπει ότι η νίκη θα είναι με τους Θηβαίους, εφόσον γίνει ο Μενοικέας (γιος του Κρέοντα) σφάγιο στον Άρη.

Το δράμα προλογίζει η Ιοκάστη που συστήνεται και μας εισάγει στον μύθο. Τελειώνοντας παρακαλεί τον Δία να βοηθήσει αυτήν και τα παιδιά της. Στο δεύτερο μέρος του προλόγου, η Αντιγόνη ανεβαίνει στα τείχη περιμένοντας την άφιξη του αδερφού της Πολυνείκη , που είναι καλεσμένος από τη μητέρα του για να μοιράσουν δίκαια και ειρηνικά την εξουσία. Εκεί τη βρίσκει και συνομιλεί μαζί της η παραμάνα της. Ακολουθεί η πάροδος του Χορού που απαρτίζεται από σκλάβες Φοίνισσες , προφανώς αριστοκρατικής καταγωγής που στάλθηκαν ως ανάθημα της πόλης τους στον θεό Απόλλωνα, για να τον υπηρετήσουν στον δελφικό του ναό.

Ο Πολυνείκης εμφανίζεται και συνομιλεί με τη μητέρα του. Έρχεται και ο Ετεοκλής και επιδίδονται σε έναν λεκτικό αγώνα . Τα δυο αδέρφια εμφανίζονται με εντελώς αντίθετο χαρακτήρα από εκείνον που τους προσάπτει η παράδοση.

Οι διαπραγματεύσεις αποτυγχάνουν. Ο Πολυνείκης φεύγει για να επιτεθεί. Ο Ετεοκλής, με προτροπή του Κρέοντα, μένει να υπερασπιστεί τη Θήβα. Ο Τειρεσίας δίνει φοβερό χρησμό. Ο Κρέοντας αρνείται να θυσιάσει τον γιο του. Για να τον σώσει τον στέλνει στους Δελφούς. Εκείνος προσποιείται πως θα πάει και προχωρά σε αυτοθυσία.

Ένας αγγελιαφόρος αναφέρει ότι η επίθεση των «Επτά» απέτυχε και ότι τα δυο αδέρφια ετοιμάζονται για την τελική αναμέτρηση.

Δεύτερος άγγελος πληροφορεί το παλάτι ότι τα αδέρφια αλληλοσκοτώθηκαν , ενώ η μητέρα τους, Ιοκάστη, αυτοκτόνησε πάνω στα πτώματα των παιδιών της. Λέγει ακόμη , ότι τελευταία επιθυμία του Πολυνείκη ήταν να ταφεί στη γενέτειρά του.

Ο Κρέων, νέος άρχοντας, διατάσσει την εξορία του Οιδίποδα και απαγορεύει την ταφή τού Πολυνείκη . Η Αντιγόνη απορρίπτει αυτήν την εντολή και υπόσχεται να θάψει τον αδερφό της. Διαλύει τον αρραβώνα της με τον Αίμονα, γιο του Κρέοντα, και δηλώνει την πρόθεσή της ν’ ακολουθήσει τον πατέρα της στα δεινά του.

Ανάγνωση

Το έργο είναι ιδιαιτέρως πλούσιο, τόσο σε χαρακτήρες όσο και σε γεγονότα. Το σχέδιό του αποτελεί έξοχο παράδειγμα «ανοικτής» δομής. Συγκεκριμένα, στηρίζεται στον πολλαπλασιασμό των χαρακτήρων και των επεισοδίων. Η πλοκή δεν εκτυλίσσεται γραμμικά ή παρουσιάζοντας τα δραματικά γεγονότα σε ευθεία εξέλιξη, αλλά βασίζεται σε αυτοτελείς σκηνές – επεισόδια. Δεν υπάρχει ένας κεντρικός χαρακτήρας που να κυριαρχεί στη δράση από την αρχή ως το τέλος, αλλά σειρά προσώπων διαδραματίζουν σημαντικό και κρίσιμο ρόλο σε διαφορετικά σημεία του έργου. Υπάρχουν γεγονότα στα οποία προσδίδεται βαρύτητα, όμως η ακριβής σχέση τους με την κύρια δράση εξαρτάται από την ερμηνεία.

Και ο δραματικός χρόνος, επίσης, δεν είναι γραμμικός. Αντιθέτως, το παρελθόν διακόπτει συνεχώς και επηρεάζει το παρόν, ώστε να γίνεται κατανοητό πως τα γεγονότα συνδέονται μεταξύ τους, αλλά και επαναλαμβάνονται. Η αιτιατή σύνδεση δεν ακυρώνεται, τουναντίον, εμπλουτίζεται από παραλληλισμούς και αντιθέσεις, που οδηγούν τους θεατές σε στοχασμούς.

Ο Ευριπίδης χρησιμοποιεί υποδειγματικά τον μυθικό καμβά της προγενέστερης γνωστής ιστορίας της Θήβας, προκειμένου να οικειοποιηθεί στοιχεία, τα οποία στη συνέχεια παραλλάζει. Ο ποιητής δίνει την εντύπωση του ταλαντούχου τεχνίτη, ο οποίος διατηρεί τη βάση ενός προηγούμενου οικοδομήματος για να φτιάξει, τελικά, κάτι εντελώς καινούργιο.

Η παράσταση

Ο σκηνοθέτης επιχειρεί να φέρει το κοινό σε επαφή μ’ ένα έργο, όπου ο ποιητής Ευριπίδης αφηγείται μια ανατρεπτική εκδοχή του μύθου των Λαβδακιδών. Εκτυλίσσεται τη μέρα που ο Πολυνείκης έχει κυκλώσει με στρατό τη Θήβα, διεκδικώντας από τον αδελφό του Ετεοκλή να τηρήσει τη συμφωνία τους, με όρο να βασιλεύουν εκ περιτροπής στην πόλη.

Ο Γιάννης Μόσχος είχε δηλώσει αρκετά νωρίς : «το πολύ ενδιαφέρον είναι ότι ο Ευριπίδης βάζει στον μύθο έναν Χορό-παρατηρητή, που μπορεί να δει από απόσταση και να ανακαλέσει όλο το ιστορικό παρελθόν της Θήβας. Είναι αφηγήτριες όλου του κύκλου των Λαβδακιδών, αλλά πηγαίνουν πολύ πίσω, κι αυτή η ιστορική ανασκόπηση αναφέρεται σε πολλά ονόματα και μυθολογικά στοιχεία που σήμερα, ακόμα κι εγώ που διάβασα και ξαναδιάβασα το έργο, με τη βοήθεια του μεταφραστή και της δραματολόγου μου, δυσκολεύτηκα να καταλάβω ποιος είναι ποιος και τι ακριβώς συμβαίνει.

Ο σύγχρονος θεατής δε θα μπορέσει να επικοινωνήσει μ’ αυτό το κομμάτι. Δεν μπορεί να δει την παράσταση με το «λυσάρι». Άρα, το θέμα μου είναι με ποιον τρόπο θα παρακολουθήσει ο θεατής το έργο, θα μπει στην ιστορία, δε θα μπερδευτεί με τα δεκάδες ονόματα. ‘Έτσι, προχώρησα σε μια δραματουργική παρέμβαση στα χορικά απλοποιώντας τα, κρατώντας τον θεματικό πυρήνα, ώστε να καταλάβει το κοινό αυτό που εκτυλίσσεται μπρος στα μάτια του και πώς συνδέεται το χορικό με το πριν και το μετά των επεισοδίων».

Η κατά Γιάννη Μόσχου παράσταση συμπυκνώνει τον πνευματικό μόχθο και την αγωνία μιας ομάδας καλλιτεχνών στην υπηρεσία του αρχαίου δράματος και συγκεφαλαιώνει σε μια σύγχρονη σκηνική διατύπωση, την κατακτημένη γνώση μιας έρευνας στη δουλειά του Ευριπίδη, αλλά και του Αισχύλου. Είναι καλά δομημένη και ενσωματώνει υφολογική διαύγεια, πλαστική καθαρότητα, ακριβή αίσθηση της κλίμακας των μεγεθών του αρχαίου ποιητικού λόγου και μια κατάθεση επαγγελματικής ευθύνης που καταδύεται στην ταπεινότητα και μετουσιώνεται σε πνευματική άσκηση. Οπωσδήποτε, η παράσταση εμπεριέχει την κιβωτό της γνώσης του Νικηφόρου Παπανδρέου, που υπογράφει την μετάφραση.

Τα σκηνοθετικά ευρήματα εντυπωσιακά, από την έναρξη ακόμη. Ο πρόλογος του έργου δεν αποδόθηκε από την Ιοκάστη, όπως ορίζει ο Ευριπίδης, αλλά πολυφωνικά από τον δεκαμελή γυναικείο Χορό των Φοινισσών. Ευφυής ιδέα του Γιάννη Μόσχου, που στην παρθενική του σκηνοθεσία αρχαίου δράματος ευτύχησε στη σύλληψη και στην εκτέλεση, καθώς μας χάρισε μία εισαγωγή ιδιαίτερα δυναμική και κινητοποίησε το ενδιαφέρον μας. Γρήγορα η ιδέα ενισχύθηκε από την ευφάνταστη σύσταση των κεντρικών ηρώων της τραγωδίας, μέσω των πολύχρωμων βιντεοπροβολών (video design: Αποστόλης Κουτσιανικούλης), πάνω στο άχρωμο λιτό σκηνικό. Δυο κάθετες επιφάνειες που σχημάτιζαν ορθή γωνία, έγιναν το παλάτι που σχεδίασε η Τίνα Τζόκα. Το εύρημα του βίντεο ο σκηνοθέτης το συνέχισε ως το τέλος της παράστασης είτε άρεσε είτε κούρασε η επανάληψη.

Ο Χορός: Νεφέλη Μαϊστράλη, Ζωή Μυλωνά, Ελπίδα Νικολάου, Σταύρια Νικολάου, Κατερίνα Παπανδρέου, Κατερίνα Πατσιάνη, Ελίνα Ρίζου, Μαριάμ Ρουχάτζε, Θάλεια Σταματέλου, Στυλιανή Ψαρουδάκη, ήταν ο απόλυτος πρωταγωνιστής της βραδιάς και δικαίως απέσπασε και το θερμότερο χειροκρότημα, επειδή αυτός ανέδειξε όλες τις κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις, αλλά και τα πάθη των ηρώων του μύθου. Σαν σμήνος από ωδικά πτηνά στριφογύριζε κυκλικά κάτω από τη σκιά της Σφίγγας (Σεσίλ Μικρούτσιοκου) και γλυκόλαλα τραγουδούσε τα παρελθόντα, τα παρόντα και τα μελλούμενα παρασύροντας αρκετά συχνά στον ρυθμό του και τους ήρωες του έργου.

Προσανατολισμένοι από την μετάφραση και τη σκηνοθετική ανάγνωση στη ρεαλιστική αλήθεια του ευριπίδειου λόγου, οι ηθοποιοί τον υπηρέτησαν στο μέτρο της υποκριτικής παιδείας, εμπειρίας και ιδιοσυστασίας τους.

Η Ιοκάστη της Μαρίας Κατσιαδάκη αποστασιοποιήθηκε από τα εγκλήματα του παρελθόντος. Ερμήνευσε μια μορφή αθώα και τραγική μέσα στην οπτιμιστική της αφέλεια και τη μητρική της αγάπη.

Ο Αλέξανδρος Μυλωνάς λόγω ασθένειας αντικαταστάθηκε από τον εξαιρετικό ηθοποιό Λαέρτη Μαλκότση, ο οποίος υποδύθηκε δυναμικά τον ταλαιπωρημένο Τειρεσία. Αυτός υπέδειξε την ανάγκη για την ανθρωποθυσία του Μενοικέα (Βασίλη Ντάρμα) προκαλώντας την έντονη αντίδραση του Κρέοντα.

Ο Κρέων , σε μια σημαντική σκηνή της παράστασης, ήταν ο τραγικός πατέρας που έλαβε από τον Τειρεσία την είδηση ότι ο γιος του πρέπει να θυσιαστεί, προκειμένου να σωθεί η πόλη. Η αντίδρασή του υπογράμμισε το αντίθετο της μεγαλοψυχίας και του πατριωτισμού που επέδειξε ο Μενοικέας. Ο συμπαθής Χρήστος Χατζηπαναγιώτης προσπάθησε φιλότιμα να υποστηρίξει τον ρόλο του Κρέοντα, που δεν ήταν σκληρός άρχοντας ούτε διέθετε μεγαλείο ψυχής. Αμφιλεγόμενο το αποτέλεσμα.

Η ερμηνεία της Λουκίας Μιχαλοπούλου είχε μέτρο, είχε παλμό, είχε τραγικότητα, είχε σωστή χρήση εκφραστικών μέσων. Η αξιόλογη ηθοποιός μάς έδωσε μια εξαιρετική Αντιγόνη.

Ευσυνείδητες και οι υπόλοιπες ερμηνείες ρόλων από τους επαγγελματίες ηθοποιούς της παράστασης.

Τα κοστούμια της Ιωάννης Τσάμη, εμφατικά αντίθετα. Θαρρείς, έβγαιναν σε ντεφιλέ υψηλής ραπτικής τα βασιλικά μέλη, με εξαίρεση τον παραβεβλημένο ενδυματολογικά Κρέοντα. Ο Τειρεσίας , σε παρελθούσες παραστάσεις εμφανιζόταν με κουρέλια ή με αναπηρικό καρότσι ή με πατερίτσες ή με συνοδό, όμως εδώ ο σκηνοθέτης και η ενδυματολόγος τον έντυσαν με κομψότατο σημερινό κοστούμι. Προσωπικά το χάρηκα πολύ, διότι και μου έδωσε τη σύγχρονη άποψη και δε συνάντησα πουθενά ότι ο μάντης ήταν απαραίτητα πένητας.

Ο Χορός των γυναικών εμφανίστηκε με αέρινα φορέματα κι έτσι ευνοήθηκε εικαστικά η χορογραφία της Amalia Bennet, η οποία ήταν ένας όμορφος συνδυασμός από σύγχρονο χορό και από κινήσεις κλασσικής παράστασης αρχαίου δράματος.

Στο πνεύμα της σκηνοθετικής προσέγγισης και το λιτό χορωδιακό μοτίβο που δίδαξε η Μελίνα Παιονίδου. Ο δε Θοδωρής Οικονόμου, έγραψε άλλοτε chill out music, άλλοτε κινηματογραφική μουσική κι άλλοτε μουσικό χαλί σε αγωνιώδη αφήγηση.

Στο «δια ταύτα» του έργου φάνηκε ότι οι Φοίνισσες προέβαλαν και συνεχίζουν να προβάλλουν έναν κόσμο που κυβερνιέται από αχαλίνωτη εξουσιολαγνεία. Η μόνη φωτεινή εξαίρεση είναι ο Μενοικέας, του οποίου, όμως, η θυσία, δόθηκε σαν ένας μακρινός απόηχος μιας παρελθούσης ηθικής.

Επίλογος

Το 1904 ήταν η πρώτη παρουσίαση του έργου σε νεοελληνική σκηνή, από τον Θωμά Οικονόμου και το τότε Βασιλικό Θέατρο. Ο Αλέξης Μινωτής στο Εθνικό Θέατρο, καταπιάστηκε με το ίδιο έργο στο διάστημα 1960-1988, ενώ το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος το επέλεξε δύο φορές: το 1971 σε σκηνοθεσία Θάνου Κωτσόπουλου και το 1999 σε σκηνοθεσία Νίκου Χουρμουζιάδη, όπως μας κατατοπίζει ο σκηνοθέτης της παράστασης στο εισαγωγικό του σημείωμα στο πρόγραμμα του Εθνικού.

Εν κατακλείδι, επρόκειτο για μια σύγχρονη μεν, προσωπική δε ανάγνωση των «Φοινισσών» του Ευριπίδη από τον Γιάννη Μόσχο και τους συνεργάτες του, σ’ αυτήν την φρέσκια παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου.

Ταυτότητα της παράστασης

Μετάφραση: Νικηφόρος Παπανδρέου

Σκηνοθεσία-Δραματουργική προσαρμογή: Γιάννης Μόσχος

Χορογραφία: Amalia Bennett

Μουσική: Θοδωρής Οικονόμου

Σκηνικά: Τίνα Τζόκα

Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη

Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Video Design: Αποστόλης Κουτσιανικούλης

Συνεργάτις χορογράφου: Αντιγόνη Γύρα

Επιστημονική σύμβουλος: Ελένη Παπάζογλου

Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου

Βοηθός σκηνοθέτη: Εύη Νάκου

Β’ βοηθός σκηνοθέτη: Έλενα Αντωνοπούλου,

Βοηθός σκηνογράφου: Εύα Παπαδουράκη

Σχεδιασμός, κομμώσεων – Περούκες: Χρόνης Τζήμος

Σχεδιασμός μακιγιάζ: Olga Faleichyk

Δραματολόγος παράστασης: Βιβή Σπαθούλα

Διανομή (αλφαβητικά):

Αγγελιαφόρος: Γιώργος Γλάστρας

Ιοκάστη: Μαρία Κατσιαδάκη

Σφίγγα: Σεσίλ Μικρούτσικου

Αντιγόνη: Λουκία Μιχαλοπούλου

Παιδαγωγός: Κώστας Μπερικόπουλος

Τειρεσίας: Λαέρτης Μαλκόζης

Μενοικέας: Βασίλης Ντάρμας

Ετεοκλής: Αργύρης Ξάφης

Οιδίπους: Δημήτρης Παπανικολάου

Πολυνείκης: Θάνος Τοκάκης

Κρέων: Χρήστος Χατζηπαναγιώτης

Χορός (αλφαβητικά):

Νεφέλη Μαϊστράλη, Ζωή Μυλωνά, Ελπίδα Νικολάου, Σταύρια Νικολάου, Κατερίνα Παπανδρέου, Κατερίνα Πατσιάνη, Ελίνα Ρίζου, Μαριάμ Ρουχάτζε, Θάλεια Σταματέλου, Στυλιανή Ψαρουδάκη

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

Αισχύλου «Πέρσες» στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη

Αισχύλου-«Πέρσες»-στο-69ο-Φεστιβάλ-Φιλίππων-σε-σκηνοθεσία-Χρήστου-Θεοδωρίδη

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Με αφηγηματικό σημείο εκκίνησης την είδηση της καταστροφικής ήττας στη Σαλαμίνα, κεντρικός άξονας της ιστορίας είναι ο θρήνος –αδιαπραγμάτευτος, διαρκής, επαναλαμβανόμενος– για όσους χάθηκαν, για το ευτυχισμένο παρελθόν που απωλέσθηκε.

Στην πρώτη του κάθοδο στο αργολικό θέατρο, αυτός ο νεαρός σκηνοθέτης από τη Θεσσαλονίκη αναμετριέται με την αισχύλεια τραγωδία. Γραμμένη το 472 π.Χ., αποτελεί το αρχαιότερο σωζόμενο πλήρες έργο της αρχαίας ελληνικής δραματουργίας και, ταυτόχρονα, την παλαιότερη μεταγραφή γεγονότων της Ιστορίας σε θέατρο.

Ο σκηνοθέτης Χρήστος Θεοδωρίδης εργάζεται πάνω στο αντιπολεμικό έργο των Περσών, συνεχίζοντας έτσι τη νοητή πορεία που έχει σχηματίσει τα τελευταία χρόνια με έργα πολιτικά φορτισμένα και ιδιαίτερα επίκαιρα (Σ’ εσάς που με ακούτε / Λούλα Αναγνωστάκη, Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου / Εντουάρ Λουί, Συνέδριο για το Ιράν / Ιβάν Βιριπάγεφ, κ.ά.).

Οι Πέρσες του Αισχύλου δεν είναι απλώς το αρχαιότερο σωζόμενο θεατρικό έργο της ανθρωπότητας. Είναι μία απόδειξη ότι η Ιστορία δεν κινείται από τους θριάμβους αλλά από τις καταρρεύσεις. Οι νικητές αφηγούνται τον εαυτό τους ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας λογικής πορείας. Οι ηττημένοι, αντίθετα, αποκαλύπτουν την πραγματική φύση της ανθρώπινης κατάστασης: την αβεβαιότητα, την ευθραυστότητα και την αδυναμία μας να προβλέψουμε τις συνέπειες της ίδιας μας της ισχύος.

Αυτός είναι και ο λόγος που το έργο μοιάζει τόσο οικείο σήμερα. Από τα στενά της Σαλαμίνας μέχρι τα Στενά του Ορμούζ, η γεωγραφία εξακολουθεί να επιβάλλει τα όρια στις αυτοκρατορίες. Η αρχαία Περσία έγινε το σύγχρονο Ιράν, οι θαλάσσιοι δίαυλοι παραμένουν οι αρτηρίες του παγκόσμιου εμπορίου και οι ηγεμονικές δυνάμεις συνεχίζουν να πιστεύουν ότι η κλίμακα και η ισχύς τις προστατεύουν από την έκπληξη.

Ο Αισχύλος όμως δεν προειδοποιεί μόνο τους Πέρσες. Προειδοποιεί κυρίως τους Αθηναίους, τη δική του πόλη -για κάποιους οι ΗΠΑ είναι η Αθήνα της εποχής μας, η οποία εκείνη ακριβώς την περίοδο μετατρεπόταν από ελεύθερη πόλη σε ηγεμονική δύναμη του ελληνικού κόσμου. Είναι μια υπενθύμιση ότι κάθε αυτοκρατορία θεωρεί τον εαυτό της εξαίρεση μέχρι τη στιγμή που ανακαλύπτει πως δεν είναι.

Είναι οι «Πέρσες» αντιπολεμικό έργο; Όχι με τη σύγχρονη, πασιφιστική έννοια του όρου, αλλά ναι ως προς την ανάδειξη της κοινής ανθρώπινης οδύνης.

Για να καταλάβουμε το έργο, πρέπει να δούμε τις δύο όψεις του. Την πατριωτική -θεολογική διάστασή του, αρχικά. Ο Αισχύλος γράφει για ένα κοινό Αθηναίων, που λίγα χρόνια πριν είδε την πόλη του να καίγεται από τους Πέρσες. Το έργο λειτουργεί και ως ένας ύμνος στον θρίαμβο της αθηναϊκής δημοκρατίας έναντι του ανατολικού δεσποτισμού.

Η ήττα των Περσών παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα της Ύβρεως του Ξέρξη, ο οποίος ξεπέρασε τα ανθρώπινα όρια, γεφυρώνοντας τον Ελλήσποντο και προκάλεσε τη Νέμεση, τη θεϊκή τιμωρία.

Η δεύτερη όψη είναι η συγκλονιστική ενσυναίσθηση. Εδώ κρύβεται η ιδιοφυΐα του Αισχύλου. Αντί να στήσει ένα νικητήριο γλέντι, τοποθετεί τη δράση στα Σούσα, στο παλάτι του εχθρού. Το κοινό δε βλέπει τους Έλληνες να πανηγυρίζουν, αλλά τον θρήνο της βασιλομήτορος Άτοσσας, του Χορού των γερόντων (στην εκδοχή τού Θεοδωρίδη ο Χορός αποτελείται από νέους ανθρώπους) και του ηττημένου Ξέρξη.

Ο Αισχύλος δε δαιμονοποιεί τον εχθρό. Του δίνει φωνή, αξιοπρέπεια και δικαίωμα στον πόνο. Με αυτή την έννοια, το έργο ξεπερνά τα όρια της προπαγάνδας και γίνεται βαθιά ανθρωπιστικό, καθώς δείχνει ότι οι συνέπειες του πολέμου και της αλαζονείας είναι καθολικές και ισοπεδωτικές.

Στο ανέβασμα της συγκεκριμένης τραγωδίας σχεδόν πάντα προκύπτει ένα μεγάλο εμπόδιο στον εκάστοτε σκηνοθέτη. Να αποκρυπτογραφήσει το τραγικό στοιχείο πίσω από το ανδραγάθημα, να αναδείξει την τραγικότητα μέσα από τον ηρωισμό. Επειδή, εδώ δεν είναι ούτε η πλοκή ούτε η δομή της τραγωδίας αναμενόμενη και απλή, και, ως εκ τούτου, η τραγική κορύφωση και κάθαρση επέρχεται από άλλους δρόμους.

Ο τραγικός ήρωας, ο Ξέρξης (Αναστάσης Ροϊλός), στο μεγαλύτερο μέρος της μόνο μνημονεύεται, δε δρα. Εμφανίζεται στο τέλος και για πολύ λίγο τσακισμένος και εξευτελισμένος, έχοντας χάσει την αίγλη και την παντοδυναμία του, τρανό τρόπαιο της Θείας Δίκης. Τον κυρίαρχο λόγο τον έχει ο Χορός, που είναι και ο μέγας πρωταγωνιστής.

Οι σύγχρονες σκηνοθετικές προσεγγίσεις των Περσών, συχνά, διχάζουν το κοινό και την κριτική. Η «ανεκτικότητα» μιας παράστασης εξαρτάται από το πώς ισορροπεί ανάμεσα στον σεβασμό του ποιητικού λόγου και την ανάγκη για πολιτικό σχολιασμό.

Επειδή το έργο μιλά για μια υπερδύναμη που καταρρέει λόγω αλαζονείας, πολλοί σύγχρονοι σκηνοθέτες το χρησιμοποιούν για να σχολιάσουν τη σύγχρονη γεωπολιτική κατάσταση στον κόσμο μας.

 Όταν η μεταφορά αναδεικνύει την οικουμενικότητα του κειμένου, όταν τα κοστούμια ή τα σκηνικά βοηθούν τον θεατή να συνδέσει το τότε με το τώρα, χωρίς όμως να αλλοιώνεται το νόημα των λέξεων, τότε μιλάμε για μια πετυχημένη σκηνοθεσία.

 Όταν η παράσταση μετατρέπεται σε μια φτηνή, διδακτική πολιτική μπροσούρα, αν ο Ξέρξης παρουσιαστεί απλώς σαν μια καρικατούρα σύγχρονου δικτάτορα ή δυτικού ηγέτη, χάνεται το τραγικό του μέγεθος και η θεολογική διάσταση της Ύβρεως, τότε είναι σαφής η διολίσθηση στα κλισέ. Εδώ, ο Ξέρξης παρουσιάστηκε άχρωμος, άοσμος, επίπεδος. Έτσι τον θέλησε ο σκηνοθέτης.

Το δεύτερο μισό των Περσών είναι ένας παρατεταμένος, μουσικός θρήνος (κομμός).

Στο αρχαίο θέατρο, αυτό λειτουργούσε μέσω της ρυθμικής απαγγελίας και της μουσικής.

Στις σύγχρονες μεταφορές, αν ο σκηνοθέτης δε βρει έναν ισχυρό κώδικα (μέσω της κίνησης, της σύγχρονης μουσικής ή της χορογραφίας), ο συνεχής θρήνος μπορεί να κουράσει τον σύγχρονο θεατή ή, ακόμα χειρότερα, να φανεί μελοδραματικός και γραφικός.

Κλείνοντας, οι Πέρσες αντέχουν σε κάθε σύγχρονη μεταφορά —ακόμα και την πιο ακραία οπτικά— αρκεί ο σκηνοθέτης να εμπιστεύεται τη δύναμη του λόγου του Αισχύλου και να μην προσπαθεί να γίνει πιο «έξυπνος» από το ίδιο το κείμενο.

Δυστυχώς, ο νεαρός σκηνοθέτης στην προσπάθειά του να πρωτοτυπήσει, να ξεχωρίσει, να διαφοροποιηθεί από την πεπατημένη, που όμως την απαιτεί ο Αισχύλος, κατήργησε τους γέροντες Πέρσες κι αράδιασε στην ορχήστρα μια χαρά νέους ανθρώπους που, λογικά, δεν έχουν εμπειρίες και γνώσεις, κι αν αυτό το προσπερνάμε σαν μοντερνισμό και άποψη που αναφέρω παρακάτω, διολίσθησε σε μέγα ατόπημα να αναθέσει τον ρόλο της Άτοσσας στην όμορφη, ταλαντούχα, πλην ακατάλληλη για αυτόν, Μαρία Ναυπλιώτου, δείχνοντας ασέβεια στο κείμενο.

 Όλοι ξέρουμε πως αυτή η γυναίκα έχει, για την εποχή της μάλιστα, μεγάλη ηλικία. Η «γριά μητέρα» αναφέρεται σε όλες τις ξενόγλωσσες αναλύσεις του έργου, διότι δεν ήταν

μόνο μητέρα των δύο αγοριών, που είχε αποκτήσει από τον Δαρείο, αλλά και ο Δαρείος ήταν ο τρίτος σύζυγός της. Κόρη του Κόρου, η Άτοσσα είχε παντρευτεί τον αδελφό του τον Καμβύση, κατόπιν τον μάγο Σμερδή και μετά τον Δαρείο.

Την εποχή του έργου ο Ξέρξης είχε σαρανταρίσει, και μόνο η ανάγκη του συγγραφέα να τον παρουσιάσει εύκολα παρασυρόμενο από τις κοροϊδίες των φίλων του και, γενικά, «οξύ», με την αψάδα των νιάτων, υποχρεώθηκε – ας πούμε – να αγνοήσει την ιστορία, όπως άλλωστε την αγνόησε σε πλείστα όσα σημεία, όπως τα ονόματα των νεκρών αρχηγών του περσικού στρατού (που δε συμφωνούν καθόλου μ’ αυτά που μας αναφέρει ο Ηρόδοτος, ο οποίος είχε προβεί σε τεράστιες έρευνες παίρνοντας «συνεντεύξεις» από τους ελάχιστους επιζώντες), αλλά και τη σχεδόν αγιοσύνη του Δαρείου, που κι αυτός είχε «ζεύξει» (το Βόσπορο) κι αυτός ονειρευόταν συνεχώς να εκδικηθεί τους Αθηναίους.

Όλα αυτά είναι γνωστά. Από κει και πέρα, όμως, η όμορφη και καλή ηθοποιός Μαρία Ναυπλιώτου, τι σχέση έχει σ’ αυτή την παράσταση με τη μητέρα και σύζυγο θεού που ήταν η Άτοσσα, η οποία για τους υπηκόους της ήταν είδωλο απροσπέλαστο, καταστόλιστο με τόσο βαριά κεντημένα χρυσά ρούχα, πυργωτά στέμματα κ.λπ., όπως άρμοζε σε μια Βασίλισσα τέτοιου μεγέθους;

Άποψη του σκηνοθέτη, θα πείτε. Ναι, μα ο Αισχύλος δεν είναι απλός παραμυθατζής. Είναι ο μεγαλύτερος ποιητής σε μια χώρα τεράστιων ποιητών, το έργο του, ειδικά αυτό, ως στίχος είναι ό,τι πιο «μοντέρνα» ποιητικό έχει γραφτεί ποτέ, αλλά συγχρόνως, είναι μια «τελετή».

Μια τελετή γραμμένη από έναν ανώτερο άνθρωπο, τον Αισχύλο, που η ευγένειά του έναντι του εχθρού είναι το θαύμα του διεθνούς θεάτρου.

Αποκλίνοντας από τη μυθική αφήγηση που κατά κανόνα κυριαρχεί στην τραγωδία, ο Αισχύλος, συνθέτει το μοναδικό έργο του είδους «θέατρο-ντοκουμέντο» που απαντάται στο σώμα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας.

Αυτόπτης μάρτυρας και στρατιώτης των Αθηναίων στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας (480 π.Χ.), ο ίδιος δημιουργεί μια πρωτοφανή μορφή παραστατικού «ρεπορτάζ» πολέμου μόλις οχτώ χρόνια μετά. Η Ιστορία ανεβαίνει πρώτη φορά στη σκηνή.

Σε αυτό το καλλιτεχνικό εγχείρημα συναντάμε στο επίκεντρο τον άνθρωπο και την απώλεια. Τα ονόματα ανθρώπων, για τα οποία με τόση εμμονή ρωτάει ο Χορός τον αγγελιοφόρο, δεν είναι μόνο περσικά, αλλά είναι ονόματα ανθρώπων που χάθηκαν και χάνονται κάθε λεπτό στο σήμερα. Είκοσι δύο ηθοποιοί, που παραμένουν διαρκώς επί σκηνής, συνθέτουν έναν Χορό-πρωταγωνιστή, που με μόνα εργαλεία τον λόγο, την κίνηση και τη μουσική, εκφράζει το συλλογικό τραύμα μιας μουδιασμένης κοινωνίας.

Άνδρες και γυναίκες, με σακίδια στην πλάτη, φούστες και κοντά ή μακριά παντελόνια δεν είναι οι γέροντες – σύμφωνα με τη σκηνοθετική γραμμή – οι συνομήλικοι του νεκρού βασιλιά Δαρείου που είχαν μείνει στα μετόπισθεν, στα Σούσα, αναμένοντας νέα από την εκστρατεία στην Ελλάδα του νεαρού Ξέρξη. Είναι υπήκοοι μιας χώρας αφυδατωμένης από νιάτα (οξύμωρο στον νεανικό Χορό) και ελπίδα, ξερής, όπως το χώμα γύρω από τη θυμέλη. Σιωπηλοί στην αρχή και με το βλέμμα τους στραμμένο εμμονικά προς τη Δύση, εκεί όπου βρίσκεται η Ελλάδα, άρχισαν να εκφράζουν την αγωνία για την τύχη των δικών τους και συνάμα αναπολούσαν τις όμορφες μέρες που είχαν ζήσει.

Αντί για την πολυπόθητη είδηση, από τη Δύση φτάνει η Άτοσσα. Με το άστοχο για βασίλισσα κοστούμι της Τίνας Τζόκα, στέκεται μπροστά στο μικρόφωνο και, εν είδει διαγγέλματος, μοιράζεται με όσους την ακούνε υποταγμένοι με το κεφάλι χαμηλά, τα δυσοίωνα όνειρά της, ενώ η ορχήστρα στο αρχαίο θέατρο διαιρείται από μια κατακόκκινη φωτεινή γραμμή, μαρτυρώντας όχι μόνο το αίμα των νεκρών που αποκαλύπτονται αργότερα, αλλά και τον καίριο, σχεδόν ομιλούντα ρόλο, που έχει ο φωτισμός στην παράσταση (Ιωάννα Αθανασίου, Τάσος Παλαιορούτας), αναδεικνύοντας συναισθήματα κι αντιδράσεις, υποκαθιστώντας- κατά κάποιον τρόπο – τα απόντα σκηνικά.

Από την πρώτη κιόλας εικόνα γίνεται σαφές ότι η παράσταση θα αφηγηθεί την ιστορία, κυρίως, μέσα από τη δύναμη των εικόνων. Τα μέλη του Χορού- όχι γέροντες, αλλά νέοι άνθρωποι και το δεχτήκαμε – εισέρχονται αργά κι ένα-ένα στην ορχήστρα, ντυμένα σύγχρονα – θα πω σαν δικαιολογία – ότι είναι μια ευθεία αναφορά στον πόλεμο που δε σταμάτησε να σκοτώνει ανθρώπους είτε στο πλήθος πέριξ του Περσικού Κόλπου είτε στην Ουκρανία είτε στη Γάζα ή τον Λίβανο.

Γύρω από κάθε σώμα σχηματίζονται σκιές που συμβολίζουν όλο το φορτίο που φέρει κάθε άνθρωπος: την οικογένεια, τους προγόνους, τη μνήμη, τις ρίζες του. Κανείς δε βαδίζει μόνος, ακόμη και όταν η σκιά γίνεται μία. Αυτό δείχνει, θαρρώ, πως πίσω από κάθε σώμα υπάρχει η προσωπική του ιστορία.

Τα μέλη του Χορού στρέφονται προς τη Δύση, προς την κατεύθυνση από όπου αναμένεται να φτάσει η είδηση από τη Σαλαμίνα. Έχουν την πλάτη στραμμένη στο κοινό. Για αρκετή ώρα δε συμβαίνει τίποτα. Κι όμως, αυτή η ακινησία είναι από τις πιο δυνατές στιγμές της παράστασης. Η αναμονή γίνεται πρωταγωνιστής. Μια σιωπή γεμάτη αγωνία, προσμονή και ελπίδα. Όλοι περιμένουν ότι ο πανίσχυρος περσικός στόλος θα έχει επικρατήσει. Το κοινό γνωρίζει ήδη την αλήθεια, όμως οι ήρωες όχι. Έτσι δημιουργείται μια δραματική ένταση που κορυφώνεται, χωρίς να χρειάζονται λόγια.

Ο Χρήστος Θεοδωρίδης προσεγγίζει το έργο με τη δική του ματιά, ως μια αντιπολεμική κραυγή, συνεχίζοντας τη σκηνοθετική του πορεία πάνω σε πολιτικά φορτισμένα και καίρια σύγχρονα ζητήματα.

Είκοσι ένας άνθρωποι περιμένουν τα νέα μιας συντελεσμένης καταστροφής. Όταν ο αγγελιοφόρος ( Σταύρος Σβήγκος) επιστρέφει από το μέτωπο, ο λόγος του δίνει μορφή στον φόβο. Η απώλεια είναι απόλυτη. Το σώμα και η σκέψη παραλύουν. Καμία πράξη δεν μοιάζει δυνατή. Μόνο ο θρήνος απομένει.

«Αχ, αχ, μιλάς για των δικών μας τα σώματα…»

Η δραματουργική επεξεργασία των: Ιζαμπέλας Κωνσταντινίδου, Παύλου Σούλη, Χρήστου Θεοδωρίδη, η εύληπτη μετάφραση του Παναγιώτη Μουλλά, η μουσική του Jeph Vanger, οι φωτισμοί των: Ιωάννας Αθανασίου – Τάσου Παλαιορούτα και τα κοστούμια της Τίνας Τζόκα, συμβάλουν στη δημιουργία μιας παράστασης με μπερδεμένη καλλιτεχνική ταυτότητα, όπου εικόνα, λόγος και ήχος λειτουργούν μεν, αλλά όχι καθηλωτικά.

Ο Χορός στην ορχήστρα, ακολουθώντας τη χορογραφία της Ξένιας Θεμελή, επιδίδεται σ’ έναν θρήνο συλλογικό, επίμονο, αδιαπραγμάτευτο, για τους νεκρούς, για το παρελθόν που χάθηκε, για το μέλλον που βυθίστηκε μαζί τους.

«Τώρα πάει του βασιλιά μας η εξουσία…»

Στο επίκεντρο της παράστασης βρίσκεται ο άνθρωπος απέναντι στην απώλεια.

Η «τραγωδία των ηττημένων» ανοίγει έναν διαχρονικό διάλογο: οι ηττημένοι δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν, αλλά σε κάθε εποχή, σε κάθε πλευρά. Τα ονόματα που αναζητά ο Χορός είναι τα ονόματα όλων όσοι χάθηκαν και συνεχίζουν να χάνονται στους πολέμους του κόσμου!

«Τόσοι άνθρωποι, να ξέρεις, ποτέ δεν χάθηκαν σε μία και μόνο μέρα…»

Ένα καταλυτικό συναίσθημα αγωνίας, ένα προμήνυμα κατακλυσμιαίας καταστροφής διαβρώνει σταδιακά τη δραματική στατικότητα των «Περσών». Η αγωνία αυτή αναβλύζει από τα λόγια του Χορού – συμβούλων, κορυφώνεται με το προφητικό όνειρο της βασιλομήτορα Άτοσσας, μετατρέπεται σε τρόμο με την άφιξη του Αγγελιοφόρου που

διηγείται την πανωλεθρία των περσικών στρατευμάτων στη Σαλαμίνα, μετουσιώνεται σε απόγνωση όταν το φάντασμα του βασιλιά Δαρείου ( Δημήτρης Καταλειφός) αποκαλύπτει την πραγματική διάσταση και αιτία της συμφοράς και καταλήγει σε θρήνο με την εμφάνιση του ντυμένου με απομεινάρια δόξας του, Ξέρξη, η υπέρμετρη εγωπάθεια του οποίου προκάλεσε μοιραία, τη θεία δίκη.

Ωστόσο, η παράσταση έχει ασύμμετρους ρυθμούς, αταίριαστους στο σύνολο των κινήσεων, με πολλές αμήχανες στιγμές, ιδίως άκαρπες παύσεις και μια δυστοκία στη διανομή, εμφανής ολωσδιόλου. Η βασίλισσα Άτοσσα δίχως ηγεμονική μεγαλοπρέπεια. Ο Δαρείος του Δημήτρη Καταλειφού, σχεδόν ήρωας άλλου έργου, ίσως του Σοφοκλή με τέτοιες δόσεις ρεαλισμού και ο Χορός, σαν σε άλλη τραγωδία.

Η σύγχυση με όλα τα παραπάνω, δεν αναδύεται τελικά ως δραματική διάσταση και ψυχολογική κατάσταση των ηρώων, αλλά ως βασικό γνώρισμα της σκηνοθετικής προσέγγισης.

Είναι φανερό ότι υπήρχαν σοβαρές προθέσεις και ιδέες με πειραματική διάθεση

πίσω από το εγχείρημα, έμειναν όμως ακατέργαστες, ανολοκλήρωτες και αχαλιναγώγητες συνθέτοντας ένα αποτέλεσμα πολύ κατώτερο των προσδοκιών των μυημένων στο αρχαίο δράμα, θεατών.

Ευτυχές είναι το γεγονός – σπάνιο φαινόμενο – ότι δεν ξεχώρισα κανένα ηθοποιό, καμία ερμηνεία άξια να μνημονευθεί ξεχωριστά, επειδή όλοι ακολούθησαν πειθήνια τη σκηνοθετική γραμμή, όμως χειροκροτήθηκαν το ίδιο ζεστά από το κοινό.

Συντελεστές:

Μετάφραση: Παναγιώτης Μουλλάς 

Σκηνοθεσία: Χρήστος Θεοδωρίδης 

Δραματουργική επεξεργασία: Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου, Παύλος Σούλης, Χρήστος Θεοδωρίδης 

Φωτισμοί: Ιωάννα Αθανασίου – Τάσος Παλαιορούτας 

Μουσική: Jeph Vanger

Ενδυματολόγος: Τίνα Τζόκα

Χορογραφία – Κίνηση: Ξένια Θεμελή 

Επιστημονικός σύμβουλος: Παύλος Σούλης

Βοηθός σκηνοθέτη: Ιάσονας Ασημακόπουλος

Βοηθός χορογράφου: Ελίνα Παντελεμίδου

Social Media – Διαφήμιση: Renegade Media

Graphic Design – Photography: Mike Rafail

Επικοινωνία – προβολή: Μαρκέλλα Καζαμία

Σχεδιασμός αφίσας: Θοδωρής Λαλάγγας

Οργάνωση παραγωγής: Λαμπρίνα Καραγιαννίδου

 Παραγωγή: Marossoulis Productions

Συμπαραγωγή: Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου

Διανομή:

Άτοσσα: Ναυπλιώτου Μαρία

Δαρείος: Καταλειφός Δημήτρης

Ξέρξης: Ροϊλός Αναστάσης

Αγγελιοφόρος: Σβήγκος Σταύρος

Χορός (αλφαβητικά):

Αλεξανδρόπουλος Πάρης

Δεληθανάση Αγγελική

Δερμεντζίδης Κρητικός Γιώργος

Εξακοΐδης Γιώργος 

Θεμελή Ξένια

Κισσανδράκης Γιώργος

Κωνσταντινίδης Γιώργος

Μακρής Ντένης

Μανδρινός Δημήτρης

Μανωλάς Νίκος

Παντερμαλή Αγγελική

Πίττα Τατιάνα- Άννα

Σακελλαριάδη Πέννυ

Σωτηροπούλου Σαββίνα

Τρυφουλτσάνης Βασίλης

Τσαλίκης Βασίλης

Φύτρος Σαμψών

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Βάκχες» με τους The Tiger Lillies στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

«Βάκχες»-με-τους-the-tiger-lillies-στο-Αρχαίο-Θέατρο-Φιλίππων

Βάκχες, έρχονται στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων την Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου, σε σκηνοθεσία του διακεκριμένου δημιουργού Γιάβορ Γκάρντεφ,  με την ειδική συμμετοχή  του διεθνούς φήμης βρετανικού  συγκροτήματος, The Tiger Lillies, οι οποίοι όχι μόνον  υπογράφουν τη μουσική αλλά και ερμηνεύουν ζωντανά επί σκηνής,  συμμετέχοντας ταυτόχρονα στη δράση  του έργου.

Η παράσταση είναι μια σημαντική συμπαραγωγή του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου με το Εθνικό Θέατρο Βουλγαρίας «Ιβάν Βάζοφ» και με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ), με τη σκηνοθετική υπογραφή του  Γιάβορ Γκάρντεφ και τη συμμετοχή ενός μεικτού θιάσου Ελλήνων και Βούλγαρων ηθοποιών μεταξύ των οποίων ο διιεθνούς ακτινοβολίας γερμανοβούλγαρος ηθοποιός Σάμουελ Φίντζι  και η δική μας Λουκία Μιχαλοπούλου.

Στις Βάκχες του Γκάρντεφ τίθεται ένα καίριο ερώτημα σχετικά με την ανοχή της κοινωνίας στην αποσταθεροποίηση. Πώς μεταβολίζεται στον συλλογικό οργανισμό το συμβάν –διανοητικά, ψυχικά, πολιτικά– πριν μετατραπεί σε τραύμα; Το έργο λειτουργεί ως αναμέτρηση με τα όρια της ευταξίας, δοκιμάζοντας την αντοχή κανόνων και θεσμών. Στον Ευριπίδη, η διονυσιακή μανία δεν είναι μια αθώα γιορτή αλλά δοκιμασία της ίδιας της ιδέας του πολιτισμού, που ωθεί στα άκρα τη διατήρηση του ελέγχου, των ηθών/εθών, των νόμων και της αυτό-εικόνας μας.

Η παράσταση έκανε πρεμιέρα στην Επίδαυρο 11 και 12 Ιουλίου  και απέσπασε διθυραμβικά σχόλια από κοινό και κριτικούς.

ΒΑΚΧΕΣ

Συμπαραγωγή του ΙΒΑΝ ΒΑΖΟΒ ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ, του

ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ – ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ, του ΚΘΒΕ και της ΒΕΓΑΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ

Βάκχες του Ευριπίδη

Με την ειδική συμμετοχή των The Tiger Lillies

Μετάφραση στα Αγγλικά: Robin Robertson

Μετάφραση  στα Νέα Ελληνικά (Υπέρτιτλοι):  Θεόδωρος Στεφανόπουλος

Μετάφραση στα Βουλγαρικά (Υπέρτιτλοι): Doroteya Tabakova

Θεατρική διασκευή: Ιωάννα Ρεμεδιάκη  και Javor Gardev

Ιδέα και σκηνοθεσία: Javor Gardev

Μουσική και στίχοι Ραψωδιών: Martyn Jacques (Copyright and publishing

Misery Guts Music Ltd., 2026)

Σκηνικά: Nikola Toromanov

Κοστούμια: Ηλένια Δουλαδίρη

Χορογραφία: Uršula Teržan

Φωνητική διδασκαλία Χορού: Kalin Nikolov

Σχεδιασμός φωτισμών:Στέλλα Κάλτσου

Γραφιστικός σχεδιασμός: Teodora Simova

Δραματουργία:  Ιωάννα Ρεμεδιάκη και Pavlina Doublekova

Διδασκαλία αγγλικού λόγου: Nathan Cooper και Mark Modzelewski

Βοηθός σκηνοθέτη και χειρισμός υπερτίτλων: Lyuba Todorova

Σύμβουλος σκηνοθέτη: Valleri Robinson

Stage Manager: Bogdan Dimitrov

Δεύτερη βοηθός σκηνοθέτη: Elena Kostova

Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Διαφήμιση: Renegade Media

Γραφιστικός Σχεδιασμός: Μαύρα Γίδια – Τeodora Simova

Make up: Όλγα Φαλέι

Κομμώσεις: Θωμάς Γαλαζούλας

Επικοινωνία – Δημόσιες σχέσεις : ART WAYS Δήμητρα Παπαδοπούλου

Οργάνωση  – εκτέλεση περιοδείας : ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΕΡΓΑ

Ραψωδοί (The Tiger Lillies)

Μεσαίος — Martyn Jacques

Aιθέριος — Adrian Stout

Χθόνιος — Budi Butenop

Διανομή

Διόνυσος — Leonid Yovchev

Κάδμος — Αλέξανδρος Μυλωνάς

Τειρεσίας — Samuel Finzi

Αγαύη — Λουκία Μιχαλοπούλου

Πενθέας — Mιχαήλ Ταμπακάκης

Υπηρέτης — Ivan Nikolov

Πρώτος Αγγελιαφόρος — Ivan Yurukov

Δεύτερος Αγγελιαφόρος — Martin Dimitrov

Χορός των Βακχών —Νεφέλη Ανθοπούλου, Aλεξάνδα Γαϊδατζή, Ξένια

Γραμματικού, Ευθυμία Δανιηλίδου, Ζωή Ευθυμίου, Ελένη Θυμιοπούλου,

Αγγελική Κιντώνη, Πολυξένη Σπυροπούλου, Δανάη Σταματοπούλου, Nadya

Keranova, Kremena Slavcheva, Alexandra Svilenova

 VIDEO : https://youtu.be/U4fzuu4mOfU

Φωτογραφικό υλικό  https://drive.google.com/drive/folders/1pmZyJO8sGyRBdquSxirQ0i1sNaqt7J-Z?usp=share_link

ΔΙΑΡΚΕΙΑ : 120’

Η παράσταση θα αποδοθεί στα αγγλικά, με ελληνικούς υπέρτιτλους

Ώρα έναρξης : 9.00 μμ

Προπώληση : more.com

https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/festival/bakxes

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Γη της Επαγγελίας» στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

«Γη-της-Επαγγελίας»-στο-Αρχαίο-Θέατρο-Φιλίππων

Μετά τη μεγάλη επιτυχία που σημείωσε στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, η «Γη της Επαγγελίας», σε σκηνοθεσία Γεωργίας Μαυραγάνη, έρχεται στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων την Τετάρτη 26 Αυγούστου, στις 21:00 στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων.

Πρόκειται για μια συμπαραγωγή του Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου Κοζάνης με το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου για την ιστορική συγκυρία του κλεισίματος των λιγνιτικών εργοστασίων.

Μια συγκλονιστική αφήγηση που επιστρέφει στις ρίζες της ενεργειακής ιστορίας της Δυτικής Μακεδονίας και φέρνει στη σκηνή το ζήτημα της απολιγνητοποίησης ή αλλιώς ενεργειακής, οικονομικής και υπαρξιακής «μετάβασης» αντικατοπτρίζοντας όσα συμβαίνουν στον τόπο, τη χώρα αλλά και σε όλο τον κόσμο.

Η «Γη της Επαγγελίας» είναι μια ποιητική «αντιπαράσταση» θεάτρου ντοκουμέντο, στην οποία οι συνεντεύξεις και οι μαρτυρίες κατοίκων και εργαζομένων που έδεσαν τη ζωή τους με τον λιγνίτη και την ελληνική παραγωγή Ηλεκτρικού Ρεύματος, μετατρέπονται σε άμεσο τεκμήριο μνήμης για την ενέργεια, την απώλεια και τη μετάβαση.

Ακούμε τις σκέψεις, βλέπουμε την πραγματικότητα και τα βιώματά τους και παρακολουθούμε μια σκηνική σύνθεση που στόχο έχει να αναδείξει την ποίηση και το αίσθημα όσων μαρτυρούνται.

Σκηνοθεσία – Δραματουργία: Γεωργία Μαυραγάνη

Επιμέλεια κίνησης: Μαριάννα Καβαλλιεράτου

Σκηνικά – κοστούμια: Εύη Μιμίκου, Βενετία Νάση

Μουσική: Χάρης Νείλας

Σχεδιασμός φωτισμών: Εμορφίλη Τσιμπλίδου

Κινηματογράφηση υλικού – Επεξεργασία με ΑΙ: Στάθης Γαλαζούλας

Βοηθοί σκηνοθέτη: Μαρία Ηλιάδη, Νικολέτα Σιώμου

Βοηθός φωτίστριας: Ηρώ Μεταξά

Ηθοποιοί: Δημήτρης Γαλανάκης, Συμεών Κωστάκογλου, Γρηγόρης Ποιμενίδης, Ιωάννα Σίσκου, Ανατολή Τσακαλίδου

Άνθρωποι της κοινότητας: Νίκος Λόφτσαλης, Παναγιώτης Χλιαράς

Φωτογραφίες – Βίντεο παράστασης: Κωνσταντίνος Μανουσαρίδης και Χρήστος Συμεωνίδης

Εικονογράφηση αφίσας: Lekõ

Σχεδιασμός προγράμματος – Επικοινωνία: Παναγιώτης Τσαρτσιανίδης

Κατασκευή σκηνικού: Νίκος Λαβαντσιώτης, Γιάννης Λυγκώνης, Τάκης Συνδουκάς

Τεχνικοί σκηνής: Βαγγέλης Καραθανάσης, Νίκος Λαβαντσιώτης, Τάκης Συνδουκάς

Ηλεκτρολόγος – χειριστής φώτων: Τάσος Διδασκάλου

Ηχολήπτης: Μάνος Κόμπος

Υπεύθυνος περιοδείας: Στέλιος Σωτηρόπουλος

Γη της Επαγγελίας

Τετάρτη 26 Αυγούστου / 21:00

Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

Διάρκεια: 75 λεπτά

Τιμές εισιτηρίων: 15€ Γενική Είσοδος • 10€ Φοιτητικό, Μαθητικό, Ανέργων, ΑμεΑ, Τριτέκνων και Πολυτέκνων

Ηλεκτρονική Προπώληση: https://www.ticketservices.gr/event/dipethe-kozanis-gi-tis-epaggelias/?lang=el

Προπώληση

Καβάλα: Κέντρο Πληροφόρησης Επισκεπτών Δήμου Καβάλας (πρώην ΕΟΤ) Κεντρική Πλατεία, τηλ: 2510-620566, καθημερινά από Δευτέρα έως Σάββατο (10:00 – 14:00 και 18:00 – 21:00) και Κυριακή (10.00 – 14.00), ενώ την ημέρα της παράστασης θα γίνεται προπώληση στο ταμείο του χώρου της εκδήλωσης από τις 19:00 το απόγευμα.

Κρηνίδες: Café «Προσκήνιο», Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, τηλ. 2510516090

*Απαγορεύεται η είσοδος στο χώρο μετά την έναρξη της παράστασης.

**Για άλλη μία χρονιά, θα υπάρξει δυνατότητα μεταφοράς θεατών από λεωφορείο του ΚΤΕΛ Καβάλας από και προς το αρχαίο θέατρο Φιλίππων με την επίδειξη εισιτηρίου της εκάστοτε θεατρικής παράστασης και ειδικό αντίτιμο 4.40€.

Αναχώρηση από το ΚΤΕΛ Καβάλας στις 18.45 και επιστροφή μετά το πέρας της παράστασης.

Σημ. Οι κάτοχοι ονομαστικών προσκλήσεων του 69ου Φεστιβάλ Φιλίππων καλούνται να δηλώσουν την πρόθεσή τους να τις χρησιμοποιήσουν έως την Δευτέρα 24/8, ενώ ο έλεγχος ταυτοπροσωπίας θα γίνεται στην είσοδο του θεάτρου τη μέρα της παράστασης.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να καλείτε στα τηλέφωνα του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας 2510. 220876 (10:00-14:00).

ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα