Connect with us

Πολιτισμός

Ευριπίδη «Φοίνισσες» από το Εθνικό θέατρο στο 64ο  Φεστιβάλ Φιλίππων

Ευριπίδη-«Φοίνισσες»-από-το-Εθνικό-θέατρο-στο-64ο -Φεστιβάλ-Φιλίππων

Πρόλογος

Το έργο ανέβηκε ανάμεσα στο 411 και 406 π.Χ.

Τον Χορό συγκροτούν γυναίκες από τη Φοινίκη. Η Φοινίκη συμβολίζει το παρελθόν αλλά και τη νεανική ψυχραιμία ή ανεμελιά, όπως ακριβώς οι Δελφοί παραπέμπουν στην επιθυμητή θρησκευτική γαλήνη. Αντίθετα, η Θήβα καθρεφτίζει όχι μόνο το αφηγηματικό παρόν, αλλά και την απελπισία, τον τρόμο, την απόγνωση των νεαρών κοριτσιών που «οσμίζονται» τον εμφύλιο πόλεμο να πλησιάζει.

Ο Ευριπίδης δεν είναι ο πρώτος που καταπιάνεται με τον μύθο της εκστρατείας των «Επτά» εναντίον της Θήβας. Ποιο, όμως, είναι εκείνο το στοιχείο που κάνει τις Φοίνισσες να ξεχωρίζουν από τις προγενέστερες δραματοποιήσεις του ιδίου μύθου; Είναι, σαφώς, ο τρόπος με τον οποίο ο Ευριπίδης διαχειρίζεται την πλοκή. Πλάθει καινούρια δραματική αφήγηση με πρώτη ύλη το παραδεδομένο μυθολογικό υλικό. Είναι, επίσης, η πολλαπλότητα των επεισοδίων, η έντονη και ζωηρότατη σκηνική δράση και, κυρίως, οι συνεχείς διαψεύσεις των προσδοκιών των θεατών στο έργο αυτό. Ανατρέποντας συνεχώς τις παραδεδομένες εκδοχές του μύθου και ειδικά την αισχύλεια, ο Ευριπίδης δημιουργεί μία δράση γεμάτη προκλήσεις, εκπλήξεις και σασπένς, που εντυπωσιάζει χάρη στον όγκο και την ευρύτητά της.

Οι Φοίνισσες δεν αφηγούνται απλώς , όπως οι «Επτά», την πορεία του Ετεοκλή προς τη μοιραία και λυτρωτική για την πόλη, πτώση. Οι Φοίνισσες είναι, θα πω, η τραγική ιστορία τριών γερόντων γονέων: του Οιδίποδα, της Ιοκάστης και του Κρέοντα, που βλέπουν τα παιδιά τους να σκοτώνονται και, ανήμποροι να αντιδράσουν, παρασύρονται στον όλεθρο. Είναι , επίσης, η τραγική ιστορία δύο γιων και αδελφών: ενός κυνικού αριβίστα, του Ετεοκλή, που δεν ορρωδεί προ ουδενός, προκειμένου να παραμείνει στην εξουσία και ενός αποφασισμένου εκδικητή, του Πολυνείκη, που, ενώ διατηρεί σαφώς το δίκιο με το μέρος του, χάνει το ηθικό του πλεονέκτημα, αφού αποφασίζει να εισβάλει στην πατρική του γη.

Υπόθεση

Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή του έργου ο Πολυνείκης, διωγμένος και αδικημένος από τον αδερφό του καταφεύγει στο Άργος, όπου παντρεύεται την κόρη του βασιλιά Αδράστου και εκστρατεύει με στρατό εναντίον της Θήβας. Η μητέρα του (Ιοκάστη) μάταια προσπαθεί να τους συμφιλιώσει. Ο Τειρεσίας προβλέπει ότι η νίκη θα είναι με τους Θηβαίους, εφόσον γίνει ο Μενοικέας (γιος του Κρέοντα) σφάγιο στον Άρη.

Το δράμα προλογίζει η Ιοκάστη που συστήνεται και μας εισάγει στον μύθο. Τελειώνοντας παρακαλεί τον Δία να βοηθήσει αυτήν και τα παιδιά της. Στο δεύτερο μέρος του προλόγου, η Αντιγόνη ανεβαίνει στα τείχη περιμένοντας την άφιξη του αδερφού της Πολυνείκη , που είναι καλεσμένος από τη μητέρα του για να μοιράσουν δίκαια και ειρηνικά την εξουσία. Εκεί τη βρίσκει και συνομιλεί μαζί της η παραμάνα της. Ακολουθεί η πάροδος του Χορού που απαρτίζεται από σκλάβες Φοίνισσες , προφανώς αριστοκρατικής καταγωγής που στάλθηκαν ως ανάθημα της πόλης τους στον θεό Απόλλωνα, για να τον υπηρετήσουν στον δελφικό του ναό.

Ο Πολυνείκης εμφανίζεται και συνομιλεί με τη μητέρα του. Έρχεται και ο Ετεοκλής και επιδίδονται σε έναν λεκτικό αγώνα . Τα δυο αδέρφια εμφανίζονται με εντελώς αντίθετο χαρακτήρα από εκείνον που τους προσάπτει η παράδοση.

Οι διαπραγματεύσεις αποτυγχάνουν. Ο Πολυνείκης φεύγει για να επιτεθεί. Ο Ετεοκλής, με προτροπή του Κρέοντα, μένει να υπερασπιστεί τη Θήβα. Ο Τειρεσίας δίνει φοβερό χρησμό. Ο Κρέοντας αρνείται να θυσιάσει τον γιο του. Για να τον σώσει τον στέλνει στους Δελφούς. Εκείνος προσποιείται πως θα πάει και προχωρά σε αυτοθυσία.

Ένας αγγελιαφόρος αναφέρει ότι η επίθεση των «Επτά» απέτυχε και ότι τα δυο αδέρφια ετοιμάζονται για την τελική αναμέτρηση.

Δεύτερος άγγελος πληροφορεί το παλάτι ότι τα αδέρφια αλληλοσκοτώθηκαν , ενώ η μητέρα τους, Ιοκάστη, αυτοκτόνησε πάνω στα πτώματα των παιδιών της. Λέγει ακόμη , ότι τελευταία επιθυμία του Πολυνείκη ήταν να ταφεί στη γενέτειρά του.

Ο Κρέων, νέος άρχοντας, διατάσσει την εξορία του Οιδίποδα και απαγορεύει την ταφή τού Πολυνείκη . Η Αντιγόνη απορρίπτει αυτήν την εντολή και υπόσχεται να θάψει τον αδερφό της. Διαλύει τον αρραβώνα της με τον Αίμονα, γιο του Κρέοντα, και δηλώνει την πρόθεσή της ν’ ακολουθήσει τον πατέρα της στα δεινά του.

Ανάγνωση

Το έργο είναι ιδιαιτέρως πλούσιο, τόσο σε χαρακτήρες όσο και σε γεγονότα. Το σχέδιό του αποτελεί έξοχο παράδειγμα «ανοικτής» δομής. Συγκεκριμένα, στηρίζεται στον πολλαπλασιασμό των χαρακτήρων και των επεισοδίων. Η πλοκή δεν εκτυλίσσεται γραμμικά ή παρουσιάζοντας τα δραματικά γεγονότα σε ευθεία εξέλιξη, αλλά βασίζεται σε αυτοτελείς σκηνές – επεισόδια. Δεν υπάρχει ένας κεντρικός χαρακτήρας που να κυριαρχεί στη δράση από την αρχή ως το τέλος, αλλά σειρά προσώπων διαδραματίζουν σημαντικό και κρίσιμο ρόλο σε διαφορετικά σημεία του έργου. Υπάρχουν γεγονότα στα οποία προσδίδεται βαρύτητα, όμως η ακριβής σχέση τους με την κύρια δράση εξαρτάται από την ερμηνεία.

Και ο δραματικός χρόνος, επίσης, δεν είναι γραμμικός. Αντιθέτως, το παρελθόν διακόπτει συνεχώς και επηρεάζει το παρόν, ώστε να γίνεται κατανοητό πως τα γεγονότα συνδέονται μεταξύ τους, αλλά και επαναλαμβάνονται. Η αιτιατή σύνδεση δεν ακυρώνεται, τουναντίον, εμπλουτίζεται από παραλληλισμούς και αντιθέσεις, που οδηγούν τους θεατές σε στοχασμούς.

Ο Ευριπίδης χρησιμοποιεί υποδειγματικά τον μυθικό καμβά της προγενέστερης γνωστής ιστορίας της Θήβας, προκειμένου να οικειοποιηθεί στοιχεία, τα οποία στη συνέχεια παραλλάζει. Ο ποιητής δίνει την εντύπωση του ταλαντούχου τεχνίτη, ο οποίος διατηρεί τη βάση ενός προηγούμενου οικοδομήματος για να φτιάξει, τελικά, κάτι εντελώς καινούργιο.

Η παράσταση

Ο σκηνοθέτης επιχειρεί να φέρει το κοινό σε επαφή μ’ ένα έργο, όπου ο ποιητής Ευριπίδης αφηγείται μια ανατρεπτική εκδοχή του μύθου των Λαβδακιδών. Εκτυλίσσεται τη μέρα που ο Πολυνείκης έχει κυκλώσει με στρατό τη Θήβα, διεκδικώντας από τον αδελφό του Ετεοκλή να τηρήσει τη συμφωνία τους, με όρο να βασιλεύουν εκ περιτροπής στην πόλη.

Ο Γιάννης Μόσχος είχε δηλώσει αρκετά νωρίς : «το πολύ ενδιαφέρον είναι ότι ο Ευριπίδης βάζει στον μύθο έναν Χορό-παρατηρητή, που μπορεί να δει από απόσταση και να ανακαλέσει όλο το ιστορικό παρελθόν της Θήβας. Είναι αφηγήτριες όλου του κύκλου των Λαβδακιδών, αλλά πηγαίνουν πολύ πίσω, κι αυτή η ιστορική ανασκόπηση αναφέρεται σε πολλά ονόματα και μυθολογικά στοιχεία που σήμερα, ακόμα κι εγώ που διάβασα και ξαναδιάβασα το έργο, με τη βοήθεια του μεταφραστή και της δραματολόγου μου, δυσκολεύτηκα να καταλάβω ποιος είναι ποιος και τι ακριβώς συμβαίνει.

Ο σύγχρονος θεατής δε θα μπορέσει να επικοινωνήσει μ’ αυτό το κομμάτι. Δεν μπορεί να δει την παράσταση με το «λυσάρι». Άρα, το θέμα μου είναι με ποιον τρόπο θα παρακολουθήσει ο θεατής το έργο, θα μπει στην ιστορία, δε θα μπερδευτεί με τα δεκάδες ονόματα. ‘Έτσι, προχώρησα σε μια δραματουργική παρέμβαση στα χορικά απλοποιώντας τα, κρατώντας τον θεματικό πυρήνα, ώστε να καταλάβει το κοινό αυτό που εκτυλίσσεται μπρος στα μάτια του και πώς συνδέεται το χορικό με το πριν και το μετά των επεισοδίων».

Η κατά Γιάννη Μόσχου παράσταση συμπυκνώνει τον πνευματικό μόχθο και την αγωνία μιας ομάδας καλλιτεχνών στην υπηρεσία του αρχαίου δράματος και συγκεφαλαιώνει σε μια σύγχρονη σκηνική διατύπωση, την κατακτημένη γνώση μιας έρευνας στη δουλειά του Ευριπίδη, αλλά και του Αισχύλου. Είναι καλά δομημένη και ενσωματώνει υφολογική διαύγεια, πλαστική καθαρότητα, ακριβή αίσθηση της κλίμακας των μεγεθών του αρχαίου ποιητικού λόγου και μια κατάθεση επαγγελματικής ευθύνης που καταδύεται στην ταπεινότητα και μετουσιώνεται σε πνευματική άσκηση. Οπωσδήποτε, η παράσταση εμπεριέχει την κιβωτό της γνώσης του Νικηφόρου Παπανδρέου, που υπογράφει την μετάφραση.

Τα σκηνοθετικά ευρήματα εντυπωσιακά, από την έναρξη ακόμη. Ο πρόλογος του έργου δεν αποδόθηκε από την Ιοκάστη, όπως ορίζει ο Ευριπίδης, αλλά πολυφωνικά από τον δεκαμελή γυναικείο Χορό των Φοινισσών. Ευφυής ιδέα του Γιάννη Μόσχου, που στην παρθενική του σκηνοθεσία αρχαίου δράματος ευτύχησε στη σύλληψη και στην εκτέλεση, καθώς μας χάρισε μία εισαγωγή ιδιαίτερα δυναμική και κινητοποίησε το ενδιαφέρον μας. Γρήγορα η ιδέα ενισχύθηκε από την ευφάνταστη σύσταση των κεντρικών ηρώων της τραγωδίας, μέσω των πολύχρωμων βιντεοπροβολών (video design: Αποστόλης Κουτσιανικούλης), πάνω στο άχρωμο λιτό σκηνικό. Δυο κάθετες επιφάνειες που σχημάτιζαν ορθή γωνία, έγιναν το παλάτι που σχεδίασε η Τίνα Τζόκα. Το εύρημα του βίντεο ο σκηνοθέτης το συνέχισε ως το τέλος της παράστασης είτε άρεσε είτε κούρασε η επανάληψη.

Ο Χορός: Νεφέλη Μαϊστράλη, Ζωή Μυλωνά, Ελπίδα Νικολάου, Σταύρια Νικολάου, Κατερίνα Παπανδρέου, Κατερίνα Πατσιάνη, Ελίνα Ρίζου, Μαριάμ Ρουχάτζε, Θάλεια Σταματέλου, Στυλιανή Ψαρουδάκη, ήταν ο απόλυτος πρωταγωνιστής της βραδιάς και δικαίως απέσπασε και το θερμότερο χειροκρότημα, επειδή αυτός ανέδειξε όλες τις κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις, αλλά και τα πάθη των ηρώων του μύθου. Σαν σμήνος από ωδικά πτηνά στριφογύριζε κυκλικά κάτω από τη σκιά της Σφίγγας (Σεσίλ Μικρούτσιοκου) και γλυκόλαλα τραγουδούσε τα παρελθόντα, τα παρόντα και τα μελλούμενα παρασύροντας αρκετά συχνά στον ρυθμό του και τους ήρωες του έργου.

Προσανατολισμένοι από την μετάφραση και τη σκηνοθετική ανάγνωση στη ρεαλιστική αλήθεια του ευριπίδειου λόγου, οι ηθοποιοί τον υπηρέτησαν στο μέτρο της υποκριτικής παιδείας, εμπειρίας και ιδιοσυστασίας τους.

Η Ιοκάστη της Μαρίας Κατσιαδάκη αποστασιοποιήθηκε από τα εγκλήματα του παρελθόντος. Ερμήνευσε μια μορφή αθώα και τραγική μέσα στην οπτιμιστική της αφέλεια και τη μητρική της αγάπη.

Ο Αλέξανδρος Μυλωνάς λόγω ασθένειας αντικαταστάθηκε από τον εξαιρετικό ηθοποιό Λαέρτη Μαλκότση, ο οποίος υποδύθηκε δυναμικά τον ταλαιπωρημένο Τειρεσία. Αυτός υπέδειξε την ανάγκη για την ανθρωποθυσία του Μενοικέα (Βασίλη Ντάρμα) προκαλώντας την έντονη αντίδραση του Κρέοντα.

Ο Κρέων , σε μια σημαντική σκηνή της παράστασης, ήταν ο τραγικός πατέρας που έλαβε από τον Τειρεσία την είδηση ότι ο γιος του πρέπει να θυσιαστεί, προκειμένου να σωθεί η πόλη. Η αντίδρασή του υπογράμμισε το αντίθετο της μεγαλοψυχίας και του πατριωτισμού που επέδειξε ο Μενοικέας. Ο συμπαθής Χρήστος Χατζηπαναγιώτης προσπάθησε φιλότιμα να υποστηρίξει τον ρόλο του Κρέοντα, που δεν ήταν σκληρός άρχοντας ούτε διέθετε μεγαλείο ψυχής. Αμφιλεγόμενο το αποτέλεσμα.

Η ερμηνεία της Λουκίας Μιχαλοπούλου είχε μέτρο, είχε παλμό, είχε τραγικότητα, είχε σωστή χρήση εκφραστικών μέσων. Η αξιόλογη ηθοποιός μάς έδωσε μια εξαιρετική Αντιγόνη.

Ευσυνείδητες και οι υπόλοιπες ερμηνείες ρόλων από τους επαγγελματίες ηθοποιούς της παράστασης.

Τα κοστούμια της Ιωάννης Τσάμη, εμφατικά αντίθετα. Θαρρείς, έβγαιναν σε ντεφιλέ υψηλής ραπτικής τα βασιλικά μέλη, με εξαίρεση τον παραβεβλημένο ενδυματολογικά Κρέοντα. Ο Τειρεσίας , σε παρελθούσες παραστάσεις εμφανιζόταν με κουρέλια ή με αναπηρικό καρότσι ή με πατερίτσες ή με συνοδό, όμως εδώ ο σκηνοθέτης και η ενδυματολόγος τον έντυσαν με κομψότατο σημερινό κοστούμι. Προσωπικά το χάρηκα πολύ, διότι και μου έδωσε τη σύγχρονη άποψη και δε συνάντησα πουθενά ότι ο μάντης ήταν απαραίτητα πένητας.

Ο Χορός των γυναικών εμφανίστηκε με αέρινα φορέματα κι έτσι ευνοήθηκε εικαστικά η χορογραφία της Amalia Bennet, η οποία ήταν ένας όμορφος συνδυασμός από σύγχρονο χορό και από κινήσεις κλασσικής παράστασης αρχαίου δράματος.

Στο πνεύμα της σκηνοθετικής προσέγγισης και το λιτό χορωδιακό μοτίβο που δίδαξε η Μελίνα Παιονίδου. Ο δε Θοδωρής Οικονόμου, έγραψε άλλοτε chill out music, άλλοτε κινηματογραφική μουσική κι άλλοτε μουσικό χαλί σε αγωνιώδη αφήγηση.

Στο «δια ταύτα» του έργου φάνηκε ότι οι Φοίνισσες προέβαλαν και συνεχίζουν να προβάλλουν έναν κόσμο που κυβερνιέται από αχαλίνωτη εξουσιολαγνεία. Η μόνη φωτεινή εξαίρεση είναι ο Μενοικέας, του οποίου, όμως, η θυσία, δόθηκε σαν ένας μακρινός απόηχος μιας παρελθούσης ηθικής.

Επίλογος

Το 1904 ήταν η πρώτη παρουσίαση του έργου σε νεοελληνική σκηνή, από τον Θωμά Οικονόμου και το τότε Βασιλικό Θέατρο. Ο Αλέξης Μινωτής στο Εθνικό Θέατρο, καταπιάστηκε με το ίδιο έργο στο διάστημα 1960-1988, ενώ το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος το επέλεξε δύο φορές: το 1971 σε σκηνοθεσία Θάνου Κωτσόπουλου και το 1999 σε σκηνοθεσία Νίκου Χουρμουζιάδη, όπως μας κατατοπίζει ο σκηνοθέτης της παράστασης στο εισαγωγικό του σημείωμα στο πρόγραμμα του Εθνικού.

Εν κατακλείδι, επρόκειτο για μια σύγχρονη μεν, προσωπική δε ανάγνωση των «Φοινισσών» του Ευριπίδη από τον Γιάννη Μόσχο και τους συνεργάτες του, σ’ αυτήν την φρέσκια παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου.

Ταυτότητα της παράστασης

Μετάφραση: Νικηφόρος Παπανδρέου

Σκηνοθεσία-Δραματουργική προσαρμογή: Γιάννης Μόσχος

Χορογραφία: Amalia Bennett

Μουσική: Θοδωρής Οικονόμου

Σκηνικά: Τίνα Τζόκα

Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη

Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Video Design: Αποστόλης Κουτσιανικούλης

Συνεργάτις χορογράφου: Αντιγόνη Γύρα

Επιστημονική σύμβουλος: Ελένη Παπάζογλου

Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου

Βοηθός σκηνοθέτη: Εύη Νάκου

Β’ βοηθός σκηνοθέτη: Έλενα Αντωνοπούλου,

Βοηθός σκηνογράφου: Εύα Παπαδουράκη

Σχεδιασμός, κομμώσεων – Περούκες: Χρόνης Τζήμος

Σχεδιασμός μακιγιάζ: Olga Faleichyk

Δραματολόγος παράστασης: Βιβή Σπαθούλα

Διανομή (αλφαβητικά):

Αγγελιαφόρος: Γιώργος Γλάστρας

Ιοκάστη: Μαρία Κατσιαδάκη

Σφίγγα: Σεσίλ Μικρούτσικου

Αντιγόνη: Λουκία Μιχαλοπούλου

Παιδαγωγός: Κώστας Μπερικόπουλος

Τειρεσίας: Λαέρτης Μαλκόζης

Μενοικέας: Βασίλης Ντάρμας

Ετεοκλής: Αργύρης Ξάφης

Οιδίπους: Δημήτρης Παπανικολάου

Πολυνείκης: Θάνος Τοκάκης

Κρέων: Χρήστος Χατζηπαναγιώτης

Χορός (αλφαβητικά):

Νεφέλη Μαϊστράλη, Ζωή Μυλωνά, Ελπίδα Νικολάου, Σταύρια Νικολάου, Κατερίνα Παπανδρέου, Κατερίνα Πατσιάνη, Ελίνα Ρίζου, Μαριάμ Ρουχάτζε, Θάλεια Σταματέλου, Στυλιανή Ψαρουδάκη

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

Μηνάς Βιντιάδης «ΤΟ ΜΙΣΟ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝ» στο «Μικρό» της Μονής Λαζαριστών σε σκηνοθεσία Γιώργου Κιουρτσίδη

Μηνάς-Βιντιάδης-«ΤΟ-ΜΙΣΟ-ΤΟΥ-ΜΗΔΕΝ»-στο-«Μικρό»-της-Μονής-Λαζαριστών-σε-σκηνοθεσία-Γιώργου-Κιουρτσίδη

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Πώς τα παιχνίδια του μυαλού μπορούν να ξεχωρίσουν τη φαντασία από την πραγματικότητα; Σε αυτό το ερώτημα καλούνται να απαντήσουν οι θεατές που παρακολουθούν το νέο θεατρικό έργο του Μηνά Βιντιάδη «Το μισό του μηδέν» που παρουσιάζεται, σε πρώτη πανελλήνια, από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος.

Στην πιο γενικευμένη έννοια της η λέξη «παράσταση» αναφέρεται στην ενέργεια, τη δράση ή τη συμπεριφορά. Ειδικότερα, η ψυχολογία της «παράστασης» αναφέρεται στη συνθήκη κατά την οποία το άτομο σκέφτεται, αισθάνεται και συμπεριφέρεται, όπως συμβαίνει στο έργο που σκηνοθετεί έξυπνα ο Γιώργος Κιουρτζίδης.

Όπως σε έναν λαβύρινθο υπάρχουν αμέτρητα αδιέξοδα και δρόμοι που μπερδεύουν, έτσι και το μυαλό μπορεί να χαθεί σε αναμνήσεις, υπερανάλυση, εσωτερικές συγκρούσεις ή ανασφάλειες. Στον συμβολισμό του λαβύρινθου, η πορεία προς το κέντρο είναι ένα ταξίδι προς την αυτογνωσία, την επαφή με το ασυνείδητο και τις βαθύτερες υπαρξιακές αγωνίες.

Στο αλληγορικό σκηνικό της Άννας- Μαρίας Αγγελίδου, κυριαρχεί ο «Λαβύρινθος» των σχέσεών μας, του νου μας, των αληθειών μας, των κινήτρων μας, των συναισθημάτων μας, της ταυτότητάς μας και ως σκηνοθετικό μοτίβο αλληλεπίδρασης κυριαρχεί η εναλλαγή, η περιστροφή και η αποδόμηση του «οικείου», η σχεδόν παντελής κι απόκοσμη απουσία οπτικής επαφής κι επικοινωνίας, συμπληρωμένη από μια εικονική διάσταση της φαντασίας και ένα είδος λόγου, που καθιστά τον θεατή προβληματισμένο, έστω κι αν είναι πραγματικός διάλογος ή φανταστικός μονόλογος!

Σε όλο το έργο κυλάει ένας κομψός κι απέριττος συγγραφικός λόγος, μελετημένος, ρεαλιστικός και συγκινητικός.

Σκηνοθετικό σημείωμα

Ένα σύγχρονο νεοελληνικό έργο, που κινείται στον χώρο του κοινωνικού-ψυχολογικού θεάτρου.

«Το μισό του μηδέν», πέρα από ευφάνταστος τίτλος έργου, λειτουργεί ως σύμβολο απουσίας, κενού, έλλειψης και μοναξιάς. Πάνω σε έναν πολυμορφικό και πολυεπίπεδο καμβά εξυφαίνονται οι διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων, αποκαλύπτοντας ανάγκες, εξαρτήσεις, μυστικά και απογοητεύσεις.

Εδώ όμως υπεισέρχεται και η ιδιαιτερότητα του έργου, καθώς όλα τα ανωτέρω καλύπτονται κάτω από την ομπρέλα της ασθένειας του ήρωα. Μια ασθένεια, η οποία προσβάλλει τους μετωπιαίους λοβούς, οδηγώντας αργά αλλά σταθερά στην έλλειψη της συνείδησης, στη λήθη στην απουσία και τέλος στο θάνατο.

Ό,τι διαδραματίζεται στο έργο, συμβαίνει μέσα στο μυαλό του ήρωα σε παγωμένο χρόνο. Σε μια ρωγμή αυτού του σταματημένου χρόνου προβάλλονται όλες οι σκέψεις του, ως διάλογοι, εικόνες, επαναλήψεις, σε έναν λαβύρινθο από: κενό, απουσία, έκλαμψη, βύθιση και συνειδητότητα.

«Το μισό του μηδέν» παραπέμπει στο ανύπαρκτο. Ωστόσο, αποκτά ένα ιδιαίτερο δραματικό βάρος, όταν συνδέεται με την ανθρώπινη εμπειρία και υπόσταση.

Ένα έργο -εργαλείο, καθώς επιτρέπει δραματουργικά μέσα από σουρεαλιστικές φόρμες, να προσπαθήσει κανείς να προσεγγίσει και να ανιχνεύσει τη χαοτική διαδικασία σκέψης του μυαλού. Κάτω από το βάρος της ασθένειας, ο χαρακτήρας δίνει μια σκληρή και εναγώνια νοητική μάχη, καθώς προσπαθεί να επεξεργαστεί και να κατανοήσει την ίδια του τη ζωή.

 Υπάρχουν πολλές ψυχολογικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις, δίνοντας έτσι στον θεατή τροφή για σκέψη και αναζήτηση.

Γιώργος Κιουρτσίδης

Ένα ξαφνικό γεγονός έρχεται να ανατρέψει τη ζωή ενός τραπεζικού υπαλλήλου, ο οποίος ζει με την οικογένειά του μια φαινομενικά συμβατική ζωή. Μια αναπάντεχη είδηση θα τον οδηγήσει στον απολογισμό των επιλογών του, των σχέσεών του και της ίδιας του της ύπαρξης. Θα βρεθεί αντιμέτωπος με τους μεγαλύτερους φόβους του, αλλά και με τις πιο τολμηρές του φαντασιώσεις. Θα αναμετρηθεί με τον εαυτό του, με πολλά και με τίποτα, αναζητώντας μέχρι το τέλος ένα ουσιαστικό νόημα.

Στο «Μισό του μηδέν», ο Μηνάς Βιντιάδης ξεκινά από μια σχεδόν κινηματογραφική συνθήκη: ένας άντρας ονειρεύεται ότι κερδίζει δέκα εκατομμύρια ευρώ σε τυχερό παιχνίδι. Το όνειρο μοιάζει τόσο αληθινό, ώστε αποφασίζει να το διηγηθεί στη γυναίκα του, στην κόρη του και στον καλύτερό του φίλο. Εκείνοι τον ακούν και, με έναν παράξενο τρόπο, συμπεριφέρονται σαν τα χρήματα να έχουν πράγματι κερδηθεί.

 Και τότε το όνειρο γίνεται πραγματικότητα.

Ή τουλάχιστον έτσι μοιάζει.

Λίγες μέρες αργότερα ο άντρας εξαφανίζεται, έχοντας μαζί του το αμύθητο ποσό. Όταν επιστρέφει, η ζωή των ανθρώπων γύρω του έχει ήδη αλλάξει. Παρεμπιπτόντως, έχει αλλάξει και η δική του ζωή. Ωστόσο, τα χρήματα, όσο μεγάλη δύναμη κι αν έχουν, δεν είναι τελικά το πιο επικίνδυνο πράγμα στην ιστορία.

Το πιο επικίνδυνο είναι η μνήμη.

Ο σκηνοθέτης, ακολουθώντας τη δομή του έργου στήνει ένα παιχνίδι, όπου η πραγματικότητα διαρκώς γλιστρά κάτω από τα πόδια των ηρώων. Οι αναμνήσεις δε λειτουργούν ως ασφαλές καταφύγιο. Δεν είναι ένα αρχείο στο οποίο επιστρέφουμε για να ανασύρουμε με ακρίβεια όσα συνέβησαν. Είναι υλικό εύπλαστο, ευάλωτο στην επιθυμία, στον φόβο, στην ενοχή και στην ανάγκη μας να αφηγηθούμε διαφορετικά τη ζωή μας.

Ο κεντρικός ήρωας (πολύ καλός ο Θοδωρής Πολυζώης) βρίσκεται αντιμέτωπος με αυτήν ακριβώς τη ρωγμή. Θεωρεί πως όσα θυμάται αποτελούν πιστά αντίγραφα του παρελθόντος. Σταδιακά όμως, ανακαλύπτει ότι κάθε ανάκληση μπορεί να είναι και μια καινούργια εκδοχή της ίδιας ιστορίας. Και κάπου εκεί το ερώτημα παύει να αφορά μόνο εκείνον.

 Αξιοσημείωτες οι ερμηνείες των συμπρωταγωνιστών του στους ρόλους του φίλου, της συζύγου και της κόρης , αυτών των ξυπόλυτων οικείων αερικών, που κυριολεκτικά στριφογυρίζουν στον λαβύρινθο του νου του.

Ο Αλέξανδρος Ζαφειριάδης, η Ελένη Τέτουλα κι η Ρέα Καραδέδου – Ισουά, μας ταξιδεύουν στην υπόθεση σουρεαλιστικά μεν, υπαρξιακά δε!

Ο στόχος της παράστασης είναι να γεννήσει ερωτήσεις, τις απαντήσεις των οποίων καλούνται να δώσουν οι θεατές. Πόσο καλά γνωρίζουμε τους ανθρώπους που αγαπάμε; Και πόσο καλά γνωρίζουμε τον εαυτό μας;

Οι ήρωες τοποθετούνται σε ένα περίπλοκο τοπίο, όπου η αλήθεια δεν είναι ποτέ απολύτως ασφαλής. Η οικογένεια, η φιλία, οι παλιές σχέσεις, οι κοινές αναμνήσεις, όλα όσα θεωρούμε δεδομένα, μπορούν ξαφνικά να αποκτήσουν μια δεύτερη ανάγνωση. Μια ανάγνωση που αλλάζει το παρελθόν, αλλά και το παρόν.

Και, ίσως, αυτό να είναι το διακύβευμα. Ότι πίσω από την ιστορία ενός ανθρώπου που κερδίζει ένα τεράστιο ποσό, κρύβεται μια ψυχανάλυση για την ανθρώπινη ανάγκη να επινοεί τη δική της αλήθεια.

Ο ίδιος ο Μηνάς Βιντιάδης περιγράφει τον ήρωά του, ως έναν άντρα που γίνεται έρμαιο του μυαλού του, που τον οδηγεί να πιστεύει πως οι αναμνήσεις του είναι πιστά αντίγραφα στιγμών του παρελθόντος, ενώ στην πραγματικότητα μεταμορφώνονται κάθε φορά που επιστρέφει σε αυτές.

Κι έτσι, πίσω από τα εκατομμύρια, το ψέμα και την εξαφάνιση, το κείμενο ανοίγει μια πολύ πιο προσωπική συζήτηση: τι κρατάμε από τη ζωή μας και τι ξαναγράφουμε χωρίς καν να το αντιλαμβανόμαστε;

Πιθανώς, η μνήμη να μην είναι ο μηχανισμός που διασώζει το παρελθόν, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το παρελθόν συνεχίζει να μας διαμορφώνει.

Και μέσα σε αυτή τη συνθήκη η απόδοση στη σκηνή αφήνει χώρο και για κάτι ακόμη: το συναίσθημα. Για όσα δεν καταγράφονται εύκολα, για όσα το μυαλό παραμορφώνει ή κρύβει, αλλά επιστρέφουν από έναν διαφορετικό δρόμο.

«Το μισό του μηδέν» είναι ένα ψυχογράφημα της φύσης μας, γραμμένο με τρυφερότητα και ευαισθησία. Τα πρόσωπα του έργου καλούνται να αντιμετωπίσουν τις απρόβλεπτες εκδοχές της ζωής είτε αυτές προκύπτουν από την τύχη είτε από την ατυχία, αποκαλύπτοντας τις πολλαπλές όψεις της ανθρώπινης υπόστασης.

Ακροβατώντας ανάμεσα στο όνειρο και τον εφιάλτη, τη φαντασία και την πραγματικότητα, ο σκηνοθέτης χειρίζεται με δεξιοτεχνία τα διαφορετικά επίπεδα τόπου και χρόνου, μέσα σε ένα σκηνικό σύμπαν, όπου η φαντασία και η πραγματικότητα διαπλέκονται, όπως η περιπλάνηση μέσα σ’ έναν λαβύρινθο, όπου η έξοδος είναι το κερδισμένο στοίχημα, εφόσον υπάρξει έξοδος.

Χρησιμοποιώντας το εύρημα του αναπάντεχου γεγονότος δοκιμάζει τα όρια των ανθρώπινων σχέσεων και διερευνά την ειλικρίνεια, την αγάπη και τη σταθερότητά τους, διεισδύοντας κάτω από την επιφάνεια των κοινωνικών συμβάσεων.

 Οι ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών πειθαρχημένες στη σκηνοθετική γραμμή, η μουσική του Γιώργου Μάρκου και οι φωτισμοί του Γιάννη Τούμπα συνεπικουρούν στη μυστηριώδη, σουρεαλιστική ατμόσφαιρα, ενώ το λευκό των κοστουμιών και του σκηνικού θυμίζει κενά μνήμης, όμως στιγματίζεται από το μαύρο κοστούμι του κεντρικού ήρωα, σαν ένα παράθυρο στην άνοια, σαν ένα βιολογικό ρολόι που οδεύει στο μηδέν και του απέμεινε το μισό του, μπορεί και το αντίστροφο, όσον αφορά στα χρώματα.

Διάρκεια παράστασης: 75′

*Κατάλληλο για θεατές άνω των 12 ετών

Συντελεστές

Συγγραφέας: Μηνάς Βιντιάδης

Σκηνοθεσία: Γιώργος Κιουρτσίδης

Σκηνικά – Κοστούμια: Άννα-Μαρία Αγγελίδου

Μουσική: Γεώργιος Μάρκος

Φωτισμοί: Γιάννης Τούμπας

Video Art: Άντα Λιάκου

Βοηθός φωτιστή: Τουλίν Οσμάν

Οργάνωση παραγωγής: Πέτρος Κοκόζης

Φωτογραφίες: Mike Rafail

*Βοηθός σκηνοθέτη στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης: Μαρία ΑλεξούδΗ

Διανομή

Αλέξανδρος Ζαφειριάδης – Βήτα

Ρέα Καραδέδου Ισουά – Κόρη

Θοδωρής Πολυζώνης – Άλφα

Ελευθερία Τέτουλα – Γυναίκα

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Ο Γλάρος» του Τσέχοφ ή «Η ικανότητα να αντέχεις» στο «Αριστοτέλειον» Θεσσαλονίκης

«Ο-Γλάρος»-του-Τσέχοφ-ή-«Η-ικανότητα-να-αντέχεις»-στο-«Αριστοτέλειον»-Θεσσαλονίκης

Τελευταία Θέματα

ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ

«Ο Γλάρος» του Τσέχοφ ή «Η ικανότητα να αντέχεις» στο «Αριστοτέλειον» Θεσσαλονίκης

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
  • «Είμαι ένας γλάρος… Όχι, δεν είναι αυτό. Είμαι μια ηθοποιός. Λοιπόν, ναι! Κι εκείνος είναι εκεί… Δεν πειράζει. Ναι, δεν πίστευε στο θέατρο, γελούσε με τα όνειρά μου, κι έτσι σιγά σιγά σταμάτησα να πιστεύω κι εγώ, έχασα το κουράγιο μου… Κι ύστερα ήρθαν τα βάσανα του έρωτα, η ζήλια, ο διαρκής φόβος για το παιδί… Έγινα μικροπρεπής, ασήμαντη, έπαιζα χωρίς ψυχή. Δεν ήξερα τι να κάνω τα χέρια μου στη σκηνή, δεν ήλεγχα τη φωνή μου. Δεν μπορείς να φανταστείς πώς είναι να νιώθεις ότι παίζεις φρικτά.Είμαι ένας γλάρος… Όχι, δεν είναι αυτό. Θυμάσαι που σκότωσες έναν γλάρο; Ένας άνθρωπος περνούσε τυχαία, τον είδε και, έτσι, επειδή δεν είχε τι άλλο να κάνει, τον κατέστρεψε… Μια ιδέα για μικρό διήγημα…» ΝΙΝΑ, από τη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου.
    Πρόκειται για μια τολμηρή και παρακινδυνευμένη σύγχρονη ανάγνωση του εμβληματικού έργου του Άντον Τσέχοφ, «Ο Γλάρος», όπως γράφει ο σκηνοθέτης Γιώργος Βάλαρης, που γεφυρώνει τον κλασικό λόγο με τη σημερινή καλλιτεχνική αναζήτηση.H παράσταση φωτίζει εκ νέου τα υπαρξιακά αδιέξοδα, τις συγκρούσεις ανάμεσα στον έρωτα και τη ματαίωση, τη σύγχρονη κοινωνική αδράνεια και την αγωνία της δημιουργίας σε έναν κόσμο που φθείρει τα όνειρα.
  • Ένα έργο μικρών καθημερινών πόνων, ανθρώπινης περηφάνιας, ματαιοδοξίας και χαμένης αξιοπρέπειας. Τα πρόσωπα του είναι απλοί άνθρωποι του καθημερινού βίου, που ζουν μίζερα στη μουντή και μελαγχολική πραγματικότητα της ρωσικής επαρχίας στα τέλη του 19ου αιώνα και αγωνίζονται να επανακτήσουν τη χαμένη τους αξιοπρέπεια. Ο βασικός καμβάς του έργου περιγράφει τον έρωτα δύο ευαίσθητων νέων και τον τρόπο που οι συνθήκες του περιβάλλοντος συντρίβουν τα όνειρα και τις φιλοδοξίες τους.Ο Τσέχοφ εμπλουτίζει τον απλό αυτό μύθο με παράλληλες συμπεριφορές, εσωτερικές συγκρούσεις και ερωτικά τρίγωνα.
    Η Αρκάντινα, διάσημη ηθοποιός, της οποίας η έντονη παρουσία κυριαρχεί τόσο στη σκηνή όσο και στις προσωπικές της σχέσεις, φτάνοντας στο εξοχικό του αδελφού της Σόριν, για το Σαββατοκύριακο, βρίσκεται μπλεγμένη σε μια καταιγίδα αντικρουόμενων επιθυμιών.Ο γιος της Κονσταντίν, αγωνίζεται να βγει από τη σκιά της, καθώς κυνηγά τις δικές του καλλιτεχνικές φιλοδοξίες.Ο εραστής της, ο διάσημος συγγραφέας Τριγκόριν, γίνεται αντικείμενο θαυμασμού και έρωτα για την επίδοξη νεαρή ηθοποιό Νίνα.Οι ζωές τους μπλέκονται σε ένα τοπίο έρωτα, φιλοδοξίας και απογοήτευσης, όπου όλοι επιθυμούν κάτι που δεν μπορούν να αποκτήσουν.
    Γραμμένος το 1895 ο «Γλάρος» εγκαινίασε μια νέα θεατρική γλώσσα, όπου το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από τα γεγονότα στις συνέπειές τους.Στον κόσμο του Τσέχοφ, οι πιο κρίσιμες πράξεις συμβαίνουν εκτός σκηνής και αυτό που παρακολουθούμε είναι το αποτύπωμά τους στις ζωές των ανθρώπων.Όλοι ονειρεύονται μια ζωή διαφορετική από αυτή που ζουν. Και όλοι αποτυγχάνουν, όχι θεαματικά, αλλά υπαρξιακά.
  • Στην παράσταση, βλέπουμε κι ακούμε μια περίπλοκη ιστορία, όπως περίπλοκη είναι και η πορεία των ανθρώπων στη ζωή.Στη σκηνή τα πρόσωπα του έργου περνούν τον χρόνο τους λέγοντας ιστορίες και σκέψεις. Μιλούν για τις ζωές τους και τα όνειρά τους.Είναι αδύναμοι άνθρωποι που οικτίρουν τις ζωές τους και ψάχνουν από κάπου να πιαστούν. Ματαιόδοξοι άνθρωποι που επιζητούν απεγνωσμένα την αναγνώριση.Άνθρωποι που βαριούνται, άνθρωποι που εξασκούνται στην αυτολύπηση, άνθρωποι που πενθούν τη ζωή τους, άνθρωποι που πασχίζουν να ερωτευθούν, να βιώσουν την ευτυχία.
    Αυτοί είναι οι ήρωες στον Γλάρο (1895), το έργο του Τσέχοφ που εγκαινίασε ένα νέο είδος δραματουργίας, όπου αντί για έναν κεντρικό ήρωα, πρωταγωνιστούν πολλοί, μια μικρή κοινωνία. 
  • Ο Τσέχοφ χαρακτήρισε το έργο του ως «κωμωδία σε τέσσερις πράξεις». Μια κωμωδία, όπου δε συμβαίνει σχεδόν τίποτα, και όμως, οι ήρωες είναι σπουδαίοι, αν και βουλιάζουν μέσα στην ανούσια καθημερινότητά τους.
    Πέρα από το θέατρο, πέρα από τη λογοτεχνία, πέρα από τον έρωτα, η παράσταση αυτή μιλάει για την κοινωνία και, ταυτόχρονα, για τη θεοδικία και για τον υπαρξισμό (από φιλοσοφική σκοπιά) ή τον μυστικισμό (από καθαρά θρησκευτική σκοπιά) : ο Θεός  και η απουσία του. Η πίστη  και η δοκιμασία της. Η εξέγερση  και η προετοιμασία της. Η ευτυχία και η ανάμνησή της. Η ποίηση και η επιβίωσή της.
  • Πώς παλεύουμε με τα κύματα του ανεξάντλητου Κόσμου; Τί αφήνει πίσω του το πέρασμά μας από τη ζωή; Υπάρχει ελπίδα για τους δυστυχισμένους;
    Όλοι οι ήρωες ερωτεύονται κι απογοητεύονται. Εκρήγνυνται, φωνάζουν και κλαίνε κι έπειτα χορεύουν όλοι μαζί, αγαπημένοι πάλι. Αστειεύονται με θάρρος κοιτάζοντας την καταστροφή και τον θάνατο. Αυτοί οι ήρωες δεν είναι ούτε θεοί, ούτε βασιλιάδες, ούτε πολεμιστές.Είναι όπως ένα μερμήγκι που κατεβαίνει τον τοίχο, χωρίς καμιά αλαζονεία πως τάχα επιτελούν έναν άθλο. Οι ήρωες αυτοί δημιουργήθηκαν από τον Τσέχοφ, 21 χρόνια πριν από μια μεγάλη Επανάσταση. Άραγε σήμερα, που ξαναεμφανίζονται, τί προμηνύουν;
  • Είτε νέοι είτε ώριμοι και έμπειροι, οι ήρωες του Γλάρου ονειρεύονται τον έρωτα: τον κυνηγούν, τον εξυμνούν, τον αποθεώνουν, ακόμα και τη ζωή τους θυσιάζουν για χάρη του. Ο Μεντβεντένκο, ο δάσκαλος, ( Πάνος Κλάδης) αγαπά τη Μάσα (Νάνσυ Μπούκλη), εκείνη όμως θέλει διακαώς τον Κονσταντίν (Δημήτρης Τσίκλης), ο οποίος λιώνει για τη Νίνα (Αναστασία Γαλερού Βλάσση) , που με τη σειρά της λαχταρά τον Τριγκόριν (Παναγιώτη Μπουγιούρη) , που είναι υποταγμένος στην Αρκάντινα (Κατερίνα Διδασκάλου), και δεν έχει τέλος αυτός ο χορός κεραυνοβολημένων εξομολογήσεων, πονεμένων αναστεναγμών και μαζοχιστικών προσκολλήσεων.
    Εν μέρει, όλη αυτή η ρομαντική υπερβολή οφείλεται στην καλλιτεχνική φύση των περισσοτέρων: ο Κονσταντίν αναζητεί τη φωνή του γράφοντας θεατρικά έργα, ενώ η Νίνα
  • αποτολμά την πρώτη της εμφάνιση ως ηθοποιού. Στον αντίποδα, ο Τριγκόριν θεωρείται καταξιωμένος συγγραφέας και η Αρκάντινα μια διάσημη κυρία του ρωσικού θεάτρου.
    Η ευερέθιστη φαντασία πολλαπλασιάζει τις ταραχές της καρδιάς. Απομονωμένοι στην εξοχή, μακριά από τους αντιπερισπασμούς της μεγαλούπολης, οι ήρωες του Γλάρου διαθέτουν αναπόφευκτα περισσότερο χρόνο για παιχνίδια, ερωτικά ή άλλα, στα οποία επιδίδονται προκειμένου να νικήσουν την πλήξη. Ελεύθεροι να αυτοσχεδιάζουν εκεί όπου τίποτα δε συμβαίνει, οι τσεχοφικοί ήρωες φιλοσοφούν, ερωτοτροπούν, με λίγα λόγια κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν με τα γυμνά χέρια και τις μελαγχολικές διαθέσεις τους, ενώ στη σκηνή βρίσκονται όλοι σε όλη της διάρκεια του έργου, έτσι όπως το εμπνεύστηκε ο σκηνοθέτης και διασκευαστής του κειμένου Γιώργος Βάλαρης.
     Η σκηνή στην παράσταση είναι σχεδόν γυμνή. Ο σκηνοθέτης υπογράφει και τη σκηνογραφία που είναι ένα χαλί, ένα τραπέζι και γύρω του καρέκλες. Ο Τσέχοφ δε χρειάζεται «σαμοβάρια» και «βαριά επίπλωση» για να λάμψει, όπως φαίνεται να «φωνάζει» το σκηνικό. Τα σύγχρονα κοστούμια πάντως, τα σχεδίασε η Ιωάννα Κουρμπέλα.
  • Ο υπότιτλος «η ικανότητα να αντέχεις» προστέθηκε από τον Γιώργο Βάλαρη που υπογράφει διασκευή και σκηνοθεσία και ο οποίος δηλώνει: «αυτό είναι το διακύβευμα για μένα στο έργο. Ποιος αντέχει την απόρριψη; Ποιος αντέχει την επιτυχία ή την αποτυχία σε κάθε τομέα, κοινωνικό ή προσωπικό; Ποιος αντέχει να δει τον εαυτό του χωρίς αυταπάτες; “Ο γλάρος” δεν είναι μόνο μια ιστορία απελπισμένου έρωτα ή καλλιτεχνικής φιλοδοξίας. Είναι μια μελέτη προσωπικής και κοινωνικής αντοχής. Και νομίζω ότι σήμερα, σε μια εποχή διαρκούς έκθεσης, εύκολης κρίσης και διαρκώς αυξανόμενης πίεσης, η αντοχή είναι ίσως η πιο σπάνια αρετή».
  • Δυστυχώς, μια παράσταση δωματίου, όπως αυτή, παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη στο αχανές «Αριστοτέλειον» και απώλεσε ένα τεράστιο ποσοστό επιτυχίας της.Θα έπρεπε, κανονικά, ο θεατής να αισθάνεται ότι βρίσκεται μέσα στον ίδιο τον μηχανισμό της σκηνής, επειδή από τα πρώτα λεπτά εγκαθιδρύεται μια συνεχής κινητικότητα: οι ηθοποιοί δεν εμφανίζονται μόνο όταν έρχεται η σειρά τους να μιλήσουν, αλλά παραμένουν παρόντες, κινούνται, στέκονται, παρατηρούν, διασχίζουν τον χώρο, σαν να μην εγκαταλείπουν ποτέ τον κόσμο του έργου.
    Αυτή η διαρκής παρουσία θα έπρεπε να δημιουργεί σταδιακά την αίσθηση ότι η σκηνή δεν ορίζεται αυστηρά, ότι η δράση δεν ξεκινά και δεν τελειώνει με σαφή όρια, αλλά αναπνέει συνεχώς μπροστά στα μάτια του κοινού, πράγμα που δεν συμβαίνει, λόγω της αρχιτεκτονικής κατασκευής της. Τι κρίμα!
  • Η χρήση της κάμερας προσπαθεί να καταργήσει την απόσταση πλατείας- παλκοσένικου, αλλά, φευ, δεν τα καταφέρνει. Λειτουργεί ως απλό τεχνικό εύρημα. Αλλά επειδή υπάρχει μια φράση στη δράση από τον Κονσταντίν: «τη ζωή δεν τη γράφεις όπως είναι ούτε όπως θα έπρεπε να είναι. Τη ζωή τη γράφεις, όπως τη φαντάζεσαι», υποθέτω ότι λειτούργησε το ένστικτο των προσεχτικών θεατών και η εσωτερική ανάγκη ταύτισης με τους ήρωες, ώστε κερδίζει το όλο εγχείρημα μία αναγνώριση, αυτή που εκδηλώνεται στο χειροκρότημα της υπόκλισης από τους πολύ καλούς ηθοποιούς με μπροστάρισα την εμβληματική Αρκάντινα της έξοχης Κατερίνας Διδασκάλου.
  •  Ο ανερχόμενος συγγραφέας (τον υποδύεται μ ε πειθώ ο Παναγιώτης Μπουγιούρης), η νεαρή ηθοποιός Αναστασία Γαλερού Βάσση- ως Νίνα, που ονειρεύεται καριέρα, η διάσημη μητέρα, οι υπόλοιποι άνθρωποι της καθημερινότητας, όλοι κινούνται γύρω από την ίδια βαθιά ανικανοποίητη επιθυμία: να είναι αλλιώς η ζωή τους.
  • Η ευπάθεια, η ανασφάλεια, η αίσθηση ότι διαρκώς βρίσκεται απέναντι σε κάτι μεγαλύτερο από τον ίδιο – κυρίως απέναντι στη μητέρα του και στην αποδοχή της – στον έρωτα της Νίνα, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό — αποδίδονται με αμεσότητα και εσωτερική ένταση από τον έξοχο Κονσταντίν -Δημήτρη Τσίκλη.
  • Η Νάνσυ Μπούκλη ως Μάσα, αποδίδει πειστικά τη μόνιμη πληγή του ανεκπλήρωτου έρωτα, μια μορφή που κουβαλά διαρκώς απογοήτευση χωρίς να την εξωτερικεύει υπερβολικά.
  • Ο Τάκης Σακελλαρίου  είναι ο Σόριν, ο οποίος λειτουργεί σαν ήρεμη παρουσία μέσα στην ένταση των υπολοίπων, σχεδόν σαν η φωνή μιας εμπειρίας που έχει ήδη αποστασιοποιηθεί από τα μεγάλα πάθη.
  • Ο Βασίλης Αφεντούλης και ο Πάνος Κλάδης συμπληρώνουν ουσιαστικά το σύνολο, κρατώντας τις απαραίτητες ισορροπίες μέσα στον κόσμο του έργου.
  • Η μουσική-ηχητική επένδυση από τον Τζεφ Βάγγερ υπογραμμίζει τον σύγχρονο χαρακτήρα της παράστασης.
  • Ο σχεδιασμός φωτισμών από τους Αλέκο Αναστασίου και Χάρη Δάλλα, ατμοσφαιρικοί και δυναμικοί, δημιουργούν σκηνές εντυπωσιακής αισθητικής. 
  • Στην εύληπτη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου, ο γλάρος συμβολίζει την αθωότητα, την ελευθερία, τα ανεκπλήρωτα όνειρα και την καταστροφή που επιφέρει ο ανθρώπινος εγωισμός.
  • Ταυτότητα παράστασης
  • Μετάφραση: Αντώνης ΓαλέοςΔραματουργική επεξεργασία-Διασκευή -σκηνοθεσία -σχεδιασμός σκηνικού: Γιώργος Βάλαρης Μουσική σύνθεση: Τζεφ ΒάγγερΚοστούμια: Ιωάννα ΚουρμπέλαΚίνηση – χορογραφία: Αλέξανδρος ΣταυρόπουλοςΣχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Αναστασίου – Χάρης ΔάλλαςΒοηθός σκηνοθέτη: Κωνσταντίνος Φρίγγας Φωτογραφίες: Διόνυσος ΣούληςPromo artwork video: Φαίη ΣούκουSocial media-Διαφήμιση: Βασίλης ΛιάκοςΟργάνωση παραγωγής: Χρυσαντίνα Κούλουμπου
  • Εκτέλεση παραγωγής: Ιουλιέτα ΚαραχάλιουΟργάνωση γραφείου Παραγωγής: Βικτώρια Λώλη, Χαρούλα ΛώληΓραφιστική επιμέλεια: Αργυρώ ΤσοτσώνηΠαραγωγή: Αrtinfo + Αττικές παραγωγές (Γιώργος Βάλαρης)
  • Διανομή Αρκάντινα: Κατερίνα Διδασκάλου Τριγκόριν: Παναγιώτης Μπουγιούρης Σόριν: Τάκης Σακελλαρίου Κονσταντίν: Δημήτρης Τσίκλης Μάσα: Νάνσυ Μπούκλη Νίνα: Αναστασία Γαλερού Βλάσση Γιατρός: Βασίλης Αφεντούλης Δάσκαλος: Πάνος
  • Διάρκεια: 90 λεπτά
  • ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

CO-HOUSING του Παύλου Τσακαλίδη: Μια διαγενεακή θεατρική σύμπραξη

co-housing-του-Παύλου-Τσακαλίδη:-Μια-διαγενεακή-θεατρική-σύμπραξη

Μια ξεχωριστή θεατρική παράσταση, καρπός της συνεργασίας ανθρώπων διαφορετικών γενεών, παρουσιάζεται στο Αμφιθέατρο «Φρίξος Παπαχρηστίδης» στην Ελευθερούπολη από μια διαγενεακή ομάδα της περιοχής, με μέλη του ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης επί σκηνής και εφήβους δημιουργούς στα παρασκήνια.

Τέσσερις ηλικιωμένες που μοιράζονται την καθημερινότητά τους σε έναν εναλλακτικό και σύγχρονο χώρο συγκατοίκησης (co-housing), αποφασίζουν να διεκδικήσουν ξανά μια θέση στο προσκήνιο της ζωής που αξίζει σε όλους μέσα από έναν θεατρικό διαγωνισμό του Δήμου τους. Ενώ αναζητούν το πέμπτο άτομο που θα συμπληρώσει την ομάδα τους, στην προσπάθειά τους να δημιουργήσουν τη δική τους παράσταση, ανακαλούν στιγμές από το παρελθόν τους και έρχονται αντιμέτωπες με τη μοναξιά, τον αποκλεισμό και τον ηλικιακό ρατσισμό. Θα καταφέρουν τελικά να ανέβουν στη σκηνή χωρίς να έρθουν αντιμέτωπες με όσα κουβαλούν;

Μια παράσταση που με όχημα το χιούμορ και την τρυφερότητα, και αξιοποιώντας παράλληλα τεχνικές του θεάτρου-ντοκουμέντου, αγγίζει ζητήματα όπως η μοναξιά, η μνήμη, η κοινωνική αορατότητα της τρίτης ηλικίας, αλλά και η ανάγκη όλων – ανεξαρτήτως ηλικίας – να ανήκουν κάπου και να ακούγονται.

ΣΚΗΝΟΘΕΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Τι συμβαίνει όταν η εμπειρία μιας ολόκληρης ζωής συναντά τη νεανική ορμή για δημιουργία; Ως έφηβος δημιουργός, η ιδέα της συνύπαρξης ηλικιωμένων performers στο προσκήνιο με έναν κήπο εφήβων δημιουργών της περιοχής στα παρασκήνια με γοήτευσε από την πρώτη στιγμή. Δύο κόσμοι, φαινομενικά τελείως διαφορετικοί, συναντηθήκαμε στον ίδιο χώρο για να μοιραστούμε συναισθήματα, σκέψεις και ιστορίες με την ελπίδα ότι θα μετατοπίσουν την οπτική μας. Παράλληλα, αξιοποιώντας εργαλεία του θεάτρου-ντοκουμέντου, επιδιώξαμε να αγγίξουμε καθολικά τη διαδρομή μιας ολόκληρης γενιάς και να ανασύρουμε τις αναμνήσεις, τις φοβίες της, το χιούμορ και τα όνειρα που η ζωή ή η κοινωνία επέλεξε να κρατήσει για καιρό στην άκρη. Και τελικά, αυτή η συνάντηση συνέβη. Συμβαίνει. Και έχει ως στόχο να αποδείξει πως η ανάγκη μας να ακουστούμε, να νοιαστούμε και να ανήκουμε κάπου δε γνωρίζει ηλικιακά σύνορα.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Κείμενο & Σκηνοθεσία: Παύλος Τσακαλίδης

Βοηθός Σκηνοθέτη & Κινησιολογία: Βενετία Χαλοφτίδου

Σκηνογραφία & Συνδιαμόρφωση φωτισμών: Δημήτρης Κεστρίτσαλης

Μουσική: Magnus Moone

Συνεργασία στον ηχητικό σχεδιασμό: Φρατζέσκο Λούβαρης, Κώστας Ρέμπας

Έρευνα/ Συλλογή υλικού: Φώτης Τεκτονίδης, με τη συνεισφορά της ομάδας

Graffiti art/ Εικαστική παρέμβαση: Μαρίνα Β. Κιλινκαρίδου, Μαρίνα Π. Κιλινκαρίδου

Κατασκευή Σκηνικού: Λάζαρος Κυριακίδης, Βασίλης Παπαευαγγέλου

Τεχνικός Φωτισμών: Σαράντης Μιντζιρίκης

Τεχνικός Ήχου: Βασίλης Μπάμπας

Οργάνωση Παραγωγής: Κατερίνα Φιλιππίδου (κοινωνική λειτουργός του «Βοήθεια στο Σπίτι»

Ελευθερούπολης)

Παίζουν: Ελισάβετ Ακριβού, Βίκυ Καζόλη, Δήμητρα Ρουσοπούλου, Πετρινή Σουπιάδου

Συμμετέχουν: Μαρία Δεληκωνσταντίνου, Κωνσταντίνος Μενεξές, Βενετία Χαλοφτίδου

*ευχαριστούμε θερμά τον Δήμο Παγγαίου και ιδιαίτερα τον Δήμαρχο Φίλιππο Αναστασιάδη για την παραχώρηση του αμφιθεάτρου, την αντιδήμαρχο Ζωή Απαζίδου, καθώς και τους Ανδρέα Καλλινικίδη και Γιώργο Καλλινικίδη για την πολύτιμη βοήθειά τους

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ & ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026 στις 20:00

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026 στις 20:00

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026 στις 11:15 (μαθητική παράσταση)

Αμφιθέατρο «Φρίξος Παπαχρηστίδης», Ελευθερούπολη

Διάρκεια: 60 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)

Γενική είσοδος 5€

Μειωμένο (ΑμεΑ, μαθητικές παραστάσεις, μέλη ΚΑΠΗ, οργανωμένες ομάδες) 3€

**μέρος των εσόδων θα διατεθεί για φιλανθρωπικό σκοπό

Προπώληση φυσικών εισιτηρίων από 28/9 και καθημερινά στο ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης τηλ. 2592023315 (10:00-13:00) και στο ζαχαροπλαστείο Ntinos Patisserie στην Καβάλα από 3-6/10 (18:00-20:00).

***η πρωινή παράσταση (Δευτέρα 12/10) είναι μαθητική και αφορά αποκλειστικά σχολεία που έχουν πραγματοποιήσει ομαδικές κρατήσεις

****η παρούσα παράσταση δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα της σύμπραξης μελών του ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης και εφήβων της πόλης σε ένα πρωτότυπο διαγενεακό θεατρικό εργαστήρι με εμψυχώτρια τη Βενετία Χαλοφτίδου και εμψυχωτές τον Δημήτρη Κεστρίτσαλη και τον Παύλο Τσακαλίδη

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα