Connect with us

Πολιτισμός

«Βίρα τις άγκυρες» των Παπαθανασίου – Ρέππα στο Θέατρο Ε.Μ.Σ

«Βίρα-τις-άγκυρες»-των-Παπαθανασίου-–-Ρέππα-στο-Θέατρο-ΕΜ.Σ

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Με αφορμή τη συμπλήρωση 130 χρόνων επιθεώρησης το ΚΘΒΕ παρουσιάζει στο Θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, σε σκηνοθεσία του Καλλιτεχνικού Διευθυντή Αστέριου Πελτέκη, μια νέα οπτική της παράστασης, που φιλοδοξεί να ψυχαγωγήσει, να σατιρίσει, κυρίως δε, να ταξιδέψει το κοινό.

Η επιθεώρηση προέκυψε από την ιστορική διαδρομή της θεατρικής τέχνης, εκκινώντας από τον Αριστοφάνη και καταλήγοντας στον φυσικό του χώρο, στον τόπο που γεννήθηκε το θέατρο, ως ένα νέο θεατρικό είδος στις αρχές του 20ου αιώνα, μετά από μια δαιδαλώδη διαδρομή με πολλές ανατροπές, με δάνεια και αντιδάνεια από διάφορες χώρες και πολιτισμούς. 

 Το έργο

Πρόκειται για μια αναδρομή στο θεατρικό είδος της Επιθεώρησης, όπως αποτυπώνεται μέσα από την οξυδερκή ματιά του γνωστού συγγραφικού διδύμου και το οποίο ανέβηκε πρώτη φορά το 1997 από το Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία του Σταμάτη Φασουλή, με σκοπό να αποδοθεί ένας φόρος τιμής στην παρεξηγημένη αυτή θεατρική μορφή. Αποτέλεσε μεγάλη επιτυχία αναβιώνοντας ένα αυθεντικά ελληνικό (και κυρίως αθηναϊκό) θεατρικό είδος, που έμοιαζε να βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση.

Εκκινώντας από το 1894 και την πρώτη καταγεγραμμένη ελληνική επιθεώρηση «Λίγο απ’ όλα», οι Παπαθανασίου και Ρέππας μάς ταξιδεύουν στον χρόνο και μάς μεταφέρουν στον λαμπερό κόσμο της Επιθεώρησης, παρουσιάζοντας τον αγώνα επιβίωσης που έδιναν οι ηθοποιοί και οι συντελεστές της, με φόντο σημαντικά ιστορικά γεγονότα της εποχής.

Έχοντας αντλήσει υλικό από αυτοβιογραφίες μεγάλων πρωταγωνιστριών της εποχής, όπως η Σπεράντζα Βρανά, η Άννα Καλουτά, η Μαρίκα Νέζερ, η Ζωζώ Σαπουντζάκη και, συνδυάζοντάς το με αφηγήσεις ή φήμες που κυκλοφορούσαν στο θεατρικό χώρο, οι δύο συγγραφείς συνθέτουν τα βασικά πρόσωπα του έργου με βάση τα «υπαρκτά υλικά».

Το αποτέλεσμα βρίθει από νοσταλγική ατμόσφαιρα αλλά και από ιδιότυπο χιούμορ, παρουσιάζοντας μια μυθοπλασία εμπνευσμένη από την ιστορία του τόπου που συνδυάζει μουσική, χορό και τραγούδι, σε ένα εξαιρετικό εγχείρημα που αγαπήθηκε από το κοινό από την πρώτη του παρουσίαση.

Η παράσταση

Ευτυχώς, δεν είναι ένα μνημόσυνο ή μια άνευρη κατάθεση τιμής και μνήμης στην παρηκμασμένη και υπεραιωνόβια επιθεώρηση, η παράσταση που σκηνοθέτησε με μεράκι, προσοχή στη λεπτομέρεια, ύστερα από ενδελεχή μελέτη του κειμένου σε όλες τις φανερές και υπαινισσόμενες παραμέτρους του, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Κ.Θ.Β.Ε. Αστέριος Πελτέκης, επειδή, πέρα από το καλό ή το κακό, αυτή η πολυπρόσωπη δουλειά λειτουργεί και ως «εκδίκηση» της γηραιάς κυρίας του ελαφρού θέατρου.

1894.

Παρασκήνια θέατρου. Μια ηθοποιός με κοστούμια εποχής φωνάζει χαμηλόφωνα «Μαρίκα…Μαρίκαα». Έρχεται ένα παιδί.

-Τι θέλετε, κ. Κοτοπούλη;

-Πού είναι η Μαρίκα;

-Έξω, με τη Χρυσούλα.

-Φώναξέ τες. Αρχίζει η αποθέωσις…

Και πράγματι, αρχίζει η αποθέωση με την επιθεώρηση «Λίγο από όλα» από τον θίασο της Ελένης Κοτοπούλη.

 Από τη μία πλευρά η επιθεώρηση έχει εξαφανιστεί, από την άλλη, διογκώνεται η νοσταλγία των παλιών για κείνο το πολυθέαμα που πέρασε και ήταν γοητευτικό, φανταχτερό και ανθρώπινο. Κι έτσι, η στάση μας διαμορφώνεται τρυφερή και γενναιόδωρη απέναντι στη θεατρική τέχνη του επίκαιρου και του εφήμερου.

Η υπόθεση του εγχειρήματος, με την υπογραφή του Αστέριου Πελτέκη, είναι μια σύνθεση από πραγματικά στιγμιότυπα ζωής των ηθοποιών, στην εποχή της άνθησης του είδους, με φόντο την ελληνική ιστορία. Τη βλέπουμε – στην πληθώρα εξαιρετικών σκηνών του έργου – να διαπερνά έναν αιώνα, μέσα από σπαράγματα των ανθρώπων της αθηναϊκής επιθεώρησης.

Με κινηματογραφικό τρόπο και με σημαντικό αρωγό το ευφάνταστο βίντεο, αναδύεται η μαγεία του εφήμερου. Όλο αυτό το μουσικό υπερθέαμα είναι κέντημα χρόνου, πάνω σε καμβά από τραγούδια σημαντικών συνθετών της εποχής και σκετσάκια– νούμερα των συγγραφέων. Τότε, που τα λεγόμενα «σουξέ» γεννιούνταν στο παλκοσένικο από τις επιθεωρήσεις.

 Το έργο που έγραψαν οι Θανάσης Παπαθανασίου και Μιχάλης Ρέππας, ο πρώτος -δίδυμος- κρίκος ( αν και ουσιώδης, στο μέτρο που ο λόγος είναι το πιο ακριβές και σταθερό σύστημα), μιας αλυσίδας παραγωγής, σφυρηλατεί και εμπλουτίζει το κείμενο, όπως και η σκηνοθεσία και, βεβαίως, η υποκριτική, η μουσική, οι χορογραφίες, τα σκηνικά, τα κοστούμια. Ολόκληρη η σκηνική αναπαράσταση, δηλαδή, και η πρόσληψή της από το κοινό δεν είναι επιθεώρηση. Είναι μια μουσική κωμωδία για την επιθεώρηση. Μια τοιχογραφία της εποχής, όπου άκμαζε το είδος.

 Γρήγοροι ρυθμοί, αξιοθαύμαστες αλλαγές πολυπρόσωπων σκηνών, έξοχος συντονισμός δυνάμεων στο παλκοσένικο, μαεστρία στη διαδοχή γεγονότων της ιστορίας μας, σπουδαίες φωνές, μελετημένες ερμηνείες, ομορφιά στα κάδρα και εικόνες ποιητικές, ιδίως στη σκηνή της προσφυγιάς με όλον τον θίασο στην προβλήτα, τυλιγμένο σ’ έναν ανατριχιαστικό αμανέ- μοιρολόι. Από τις καλύτερες στιγμές της παράστασης, όπως κι εκείνη του μπουλουκιού που περιόδευε την ελληνική επαρχία εν μέσω εξελίξεων στην κατοχική και μετακατοχική περίοδο, με τη Γκόλφω του Περεσιάδη και την υπέροχη μουσική του Λουκιανού Κηλαϊδόνη.

 Όλες είναι καλές σ’ αυτή την πολυπρόσωπη και πολυσύνθετη δουλειά, επιτρέψτε μου να ξεχωρίσω εκείνη με την παρλάτα του «μεθυσμένου» Κώστα Σαντά, τις χορογραφίες του Δημήτρη Παπάζογλου, τα πλούσια, πανέμορφα κοστούμια εποχής της του Νίκου Χαρλαύτη, αλλά και να επαινέσω έναν –έναν ξεχωριστά και άλλους μαζί τους ηθοποιούς του Κ.Θ.Β.Ε.

Η παράσταση τρέχει σαν να βυθιζόμαστε σ’ ένα δαιδαλώδες μυθιστόρημα. Η θεατρίνα Ροζαλία (επιτυχής η ανάθεση ρολού στην πανέμορφη Κλειώ – Δανάη Οθωναίου) θα γεννήσει μια νόθο κόρη και θα την κλείσει εσωτερική στις καλόγριες. Το κορίτσι μεγαλώνοντας θα το σκάσει και θα γίνει ηθοποιός σε μπουλούκια. Από τον έναν θίασο στον άλλον και από αγκαλιά σε αγκαλιά θα γιγαντώσει το όνομα της σε προθήκες θεάτρου. Μέχρι που κι αυτή θα χάσει τη λάμψη της πρωταγωνίστριας, τους άντρες, τις γούνες, τους ρόλους.

 Δίπλα στις δυο γυναίκες – μάνα και κόρη- εκτός από τα πρόσωπα με τα οποία συνδέονται, συγκρούονται, αγαπιούνται, μισιούνται, υπάρχει ένα ξεχωριστό πλάσμα, σταθερό και ευαίσθητο. Ο Ζανό, ένας ηθοποιός που φέρνει στον νου, εν πολλοίς, τον θρυλικό Ζαζά. Η δική του ιστορία, ο σαρκασμός, το χιούμορ, η τρυφερότητά του διατρέχουν το έργο που, εκτός από τραγούδια και νούμερα της επιθεώρησης, περνάει και γεφυρώνει την ελληνική ιστορία. Μικρασιατική καταστροφή, εμφύλιος, Μεταξάς, απελευθέρωση, Καραμανλής, χρόνια αντιπαροχής, Χούντα, Μεταπολίτευση.

 Μέσα από τους διαφόρους θιάσους, τις αγωνίες των θεατρίνων, τις νοοτροπίες των επιχειρηματιών και την πορεία ενός κόσμου θεάματος, η ιστορία μας γίνεται φόντο στην παράσταση. Κυλάει έως το 1977 που εμφανίζεται το ΠΑΣΟΚ, οπότε τελειώνει το έργο μ’ ένα απόσπασμα από την επιθεώρηση του Ελεύθερου Θεάτρου στο Άλσος Παγκρατίου «Συνέβη στην Κατίνα».

 Η παράσταση του Κ.Θ.Β.Ε. είναι άκρως θεαματική και αρκούντως απολαυστική. Πολύχρωμα, υπέροχα τα κοστούμια του Νίκου Χαρλαύτη, στιγματίζουν κάθε χρονική περίοδο που ζωντανεύει στα μάτια μας, μετρημένα αλλά λειτουργικά τα χειροκίνητα περιστροφικά σκηνικά του Μανώλη Παντελιδάκη, εντυπωσιακοί οι φωτισμοί του Στέλιου Τζολόπουλου, όπως και οι χορογραφίες του Δημήτρη Παπάζογλου, όπως προείπα.

Η ζωντανή ορχήστρα αναβιώνει όλη τη σύνθεση της αθηναϊκής επιθεώρησης, η μουσική, ο χορός και τα τραγούδια δωρίζουν κέφι και ζωντάνια στη σκηνή και στην πλατεία. Πομπός, ένας εξαιρετικός πολυπληθής θίασος, με προεξάρχοντα τον μοναδικό Παντελή Καναράκη στον ρόλο του Ζανό.

Επίλογος

 Από τον πολύχρωμο και πολύβουο κόσμο της, η Επιθεώρηση πήρε διδάγματα και υλικό ανυπολόγιστης αξίας. Κινήθηκε από την πρώτη στιγμή με μεγάλη ευελιξία, ανάμεσα στο καθαρό θέατρο και στην παραθεατρική ψυχαγωγία, χωρίς να πολυσκοτίζεται αν κρατά τα προσχήματα του καλλιτεχνικού καθωσπρεπισμού. Η καταδεκτικότητά της αυτή της στοίχισε, τελικά, τη φιλία των διανοούμενων που δεν της συγχώρησαν ποτέ τις αναξιοπρεπείς παρέες της. Της εξασφάλισαν όμως, και σαν κέρδος, μια εκφραστική πληρότητα που, παρόμοιά της, δεν μπορεί να καυχηθεί πως διαθέτει κανένα άλλο σκηνικό είδος στη χώρα.

Με την Επιθεώρηση η ελληνική κοινωνία απέκτησε για πρώτη φορά μια ιδιαίτερη μορφή θεάτρου που καθρέφτιζε τον κόσμο, όχι σαν μια στατική και αιωνίως αμετάβλητη τάξη πραγμάτων, αλλά σαν ένα ιστορικό γίγνεσθαι που διαρκώς εξελίσσεται, ανανεώνεται και εκσυγχρονίζεται, σαν μια ατέλειωτη κίνηση προς το μέλλον. Δεν θα ήταν άστοχο να μιλήσει κανείς, για μια «ιδεολογία της επικαιρότητας».

Οι συγγραφείς του «Βίρα τις Άγκυρες» αποτίνουν τιμή στην Επιθεώρηση μ’ αυτό το έργο, γνωρίζοντας ότι οι ίδιες οι απαιτήσεις της ήταν τέτοιες, που είχαν αλλάξει άρδην τις συνθήκες δουλειάς κατά τη συγγραφή. Ήταν, επομένως, απολύτως φυσικό ότι πολλοί από αυτούς δεν μπόρεσαν να ικανοποιήσουν αυτές τις νέες απαιτήσεις και η Επιθεώρηση παράκμασε.

 Το Κ.Θ.Β.Ε κάνει ακριβώς το ίδιο. Τιμά την Επιθεώρηση και τον κόσμο της και, παράλληλα, τον γνωρίζει, με τον καλύτερο τρόπο, στους νέους θεατές.

Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Αστέριος Πελτέκης, Σκηνικά: Μανόλης Παντελιδάκης, Κοστούμια: Νίκος Χαρλαύτης, Ενορχηστρώσεις και ηχητική επεξεργασία μουσικού υλικού: Γιώργος Ανδρέου, Χορογραφία: Δημήτρης Παπάζογλου, Φωτισμοί: Στέλιος Τζολόπουλος, Μουσική διδασκαλία: Παναγιώτης Μπάρλας, VideoArt: Βαλλεντίνα Κόπτη, Βοηθός σκηνοθέτη: Εύη Σαρμή, Β’ Βοηθός σκηνοθέτη: Λίλη Αδρασκέλα, Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Δανάη Πανά, Συνεργάτης ενορχηστρωτή: Στέργιος Γαργάλας, Βοηθοί χορογράφου: Στέλλα ΕμίνογλουΑναστασία Κελέση, Οργάνωση παραγωγής: Χριστόφορος Μαριάδης, Φωτογραφίες: Mike Rafail | That long black cloud

Διανομή

Λίλη Αδρασκέλα (Κοπέλα, Ηθοποιός Β’, Νοσοκόμα Β’, Μαθήτρια Α’, Ηθοποιός Δ’), Μαίρη Ανδρέου (Λιάνα, Δημητρώ, Μπέλα, Θεατρίνα Α, Ηθοποιός Α), Νικολέττα Βλαβιανού (Παυλίνα Δαμάσκου, Σμαρώ Μπιζάνη), Λευτέρης Δημηρόπουλος (Γιάννης Ρούμπος, Αρμάνδος Α’, Δεξιός, Ταρζάν), Δημήτρης Διακοσάββας (Μάκης Αλεβίζος, Δημήτριος Κοτοπούλης, Σταθμάρχης, Γαστόν Α’, Ηθοποιός, Καφετζής, Ηθοποιός Α’), Άννα Ευθυμίου (Μαίρη Ντόλη, Ελένη Κοτοπούλη, Μαρίκα Κοτοπούλη, Καίτη, Νοσοκόμα Α’, Θεατρίνα Β’), Ζωή Ευθυμίου (Ροζαλία μικρή, Νικόλ, Μαθήτρια Β, Κυρία Δ’, Ηθοποιός Δ’, Κοπέλα), Παντελής Καναράκης (Ζανό), Νίκος Καπέλιος (Βύρων Κονταράτος, Μικιός Λάμπρος, Χορογράφος, Σκηνοθέτης), Αγγελική Κιντώνη (Νίκη Μπέμπη), Θάνος Κοντογιώργης (Μαντάς), Άννα Κυριακίδου (Σωσώ Κανδύλη, Κυρία Βούλα), Χριστίνα Κωνσταντινίδου (Ρόζα, Μαθήτρια Γ’, Κοπέλα, Κυρία Α, Ηθοποιός Γ’), Τατιάνα Μελίδου (Τζένη), Δημήτρης Μορφακίδης (Κώστας, Τεχνικός, Αρμάνδος Β’, Λογοκριτής, Αριστερός, Εαμίτης), Χριστίνα Μπακαστάθη (Κυρία Λάμπρου, Θεατρίνα Γ’, Ηθοποιός Β’, Κατερίνα), Κλειώ Δανάη Οθωναίου (Ροζαλία), Κώστας Σαντάς (Αντώνης Σταυρόπουλος, Ηθοποιός Κοσμογονίας), Σπύρος Σαραφιανός (Κώστας Πυργιώτης, Στέφανος Κανδύλης), Εύη Σαρμή (Πιπίτσα, Ηθοποιός Α’, Θάλεια, Νοσοκόμα), Δημήτρης Σιακάρας (Σπύρος Δαμάσκος, Σκηνοθέτης), Θεοφανώ Τζαλαβρά (Καίτη Βίβα, Ηθοποιός Α’, Κυρία Γ’), Ορέστης Τζιόβας (Λάμπρος Ρινάλδης, Γιώργος Σαράντος), Θάνος Φερετζέλης (Λογιστής, Γαστόν Β’, Αστυνόμος, Λογοκριτής, Καφετζής), Ανδριάνα Χαλκίδη (Φωφώ Ρινάλδη, Κυρία Β’)

Χορεύουν οι: Στέλλα ΕμίνογλουΑναστασία Κελέση

Μουσικοί επί σκηνής: Βασίλης Γκαγκαβούζης (κοντραμπάσο), Μαριάνθη Θεμελή (τρομπέτα), Παναγιώτης Μπάρλας / Γρηγόρης Χανόπουλος (πιάνο), Αλέκος Παπαδόπουλος / Ευαγγελία Αμπρικίδου (ντραμς), Παύλος Παφρανίδης / Αλέξης Ρότσκος (μπουζούκι), Ζωγράφος Σταυρίδης (ακορντεόν)

Συμμετέχουν οι σπουδαστές της Δραματικής Σχολής του ΚΘΒΕ: Πασχάλης Τερζής και Κωνσταντίνος Πόποβιτς

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Πολιτισμός

«Οι  Ληστές» του Φρήντριχ Σίλλερ στο «Βασιλικό Θέατρο» από το Κ.Θ.Β.Ε.

«Οι -Ληστές»-του-Φρήντριχ-Σίλλερ-στο-«Βασιλικό-Θέατρο»-από-το-ΚΘΒΕ.

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Ο Σίλλερ ολοκληρώνει τους «Ληστές», το φθινόπωρο του 1780 σε ηλικία 20 ετών. Στην Ελλάδα έχει καθιερωθεί πια η κατά λέξη απόδοση του γερμανικού dieRauber=ληστές, τίτλος που αμφισβητείται, επειδή δεν αποδίδει το νόημα και την ουσία του έργου.

Οι ήρωες  του Σίλλερ είναι τόσο “ληστές”,  όσο ήτανε “κλέφτες” οι Έλληνες ΚΛΕΦΤΕΣ του 1821. Πιο κοντά στο πνεύμα και στο νόημα του έργου θα ήταν η απόδοση στην ελληνική με τον χαρακτηρισμό “οι εξεγερμένοι”, “οι αναρχικοί”, “οι αντάρτες” και όχι “οι ληστές”. Πρόκειται για κείνους που στις λατινογενείς γλώσσες ονομάζονται λιμπερτίνοι, ενώ στα ελληνικά το νόημα αποδόθηκε με τη λέξη  «ελευθερόφρονες».

Όπως μας πληροφορεί ο φίλος του  συγγραφέα, ο Βίλχελμ Πέτερσεν, ο Σίλλερ δεν έγραψε μία κι έξω το έργο. Πριν το ολοκληρώσει σ’ ένα ενιαίο σύνολο, ύστερα  από δεκάδες αλλαγές του κειμένου, δούλευε διάφορες σκηνές και μονολόγους, τους οποίους απήγγελε στους φίλους του είτε στη Σχολή είτε κατά τους περιπάτους τους στα γύρω δάση. Στα τέλη του 1780 έχει ολοκληρώσει το έργο κι είναι πλέον έτοιμο για έκδοση.

Όμως, κανένας εκδότης  δεν έχει προθυμία να το εκδώσει. Τότε,  δανείζεται 150 χρυσά νομίσματα και το εκδίδει ο ίδιος ανώνυμα, τον Ιούνιο του 1781, σε 800 αντίτυπα. Στέλνει εφτά από αυτά στον εκδότη Σβαν, στο Μανχάιμ, ο οποίος αρνείται να το επανεκδώσει, γιατί, όπως εξηγεί:  «το έργο περιέχει σκηνές, τις οποίες εγώ θεωρώ ανάρμοστο να τις πουλάω σ’ ένα έντιμο και ευπρεπές κοινό».

Συνέστησε, όμως,  στον Διευθυντή του Θεάτρου του Μανχάιμ, στον Ντάλμπεργκ, να το ανεβάσει στο θέατρο και ενημέρωσε τον Σίλλερ γι’ αυτό το ενδεχόμενο, τονίζοντάς του  ότι: «πρέπει, πριν από το ανέβασμα, να το καθαρίσεις από τις βρομιές του». Ο Σίλλερ δέχεται να αμβλύνει τις οξύτητες του κειμένου και από τον Αύγουστο ως τον Οκτώβρη του 1781 διαγράφει, διορθώνει, λειαίνει το έργο και, πλέον, δίνεται η πρεμιέρα στο θέατρο του Μανχάιμ, στις 13 Ιανουαρίου του 1782.

 Υπόθεση

Στο έργο του Φρήντριχ Σίλλερ «Οι Ληστές», ο λόγος και η κίνηση έχουν στοιχεία έπους. Πρόσωπα και βιώματά τους θυμίζουν δομή και πλούτο μυθιστορήματος. Το θεατρικό  έργο φέρνει στον νου μας το  «Γκετς φον Μπέρλιχινγκεν»

του Γκαίτε, τον μακρινότερο “Ριχάρδο τον Γ΄” του Σαίξπηρ και από τους νεότερους τον “Νταντόν” και τον “Βόυτσεκ” του Μπύχνερ.

Η δράση διαδραματίζεται στη Γερμανία τον 18ο αιώνα, μεγάλο μέρος της στο κάστρο του κόμη Μαξιμίλιαν φον Μουρ, στη Φραγκονία, και διαρκεί περίπου δύο χρόνια.

Ο πανάσχημος και ανήθικος Φραντς, εξανίσταται κατά του φεουδαρχικού συστήματος, το οποίο δίνει τίτλους και περιουσία στον πρωτότοκο γιο  Καρλ,  και χρησιμοποιεί τα πάντα.Ψέμα, δωροδοκία, κολακεία, υποκρισία, τρομοκρατία, βία, κυριολεκτικά κάθε μέσο, για να εξοβελίσει τον Καρλ από τα πατρικά αισθήματα και να υποκατασταθεί ο ίδιος στα ωφελήματα του πρωτότοκου.

 Ο ρομαντικός και ελευθερόφρων Καρλ πιστεύει ότι θα εξαλείψει την υποκρισία, τη διαφθορά και την αδικία της κοινωνίας της εποχής του, οργανώνοντας μιαομάδα επαναστατημένων συνομηλίκων του.  Η συμμορία εκτελεί επώνυμους και πλούσιους αξιωματούχους,  ιερωμένους, και εξευτελίζει θεσμούς και εξουσίες.

«Οι ληστές», παίχτηκαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα από το Εθνικό Θέατρο, κατά την περίοδο του 1867 – 1870, και το 1983 στην παρούσα μετάφραση, της οποίας όμως τις μπαλάντες και μεγάλα τμήματα είχαν αφαιρέσει ο δραματουργός Βέρνερ Χάινιτς και ο σκηνοθέτης Ούβε Χάους, λόγω μεγάλης διάρκειας, όπως είπαν.

 Το ανέβασμα του έργου και πάλι  στο Εθνικό Θέατρο το 1983, επί προεδρίας Κώστα Νίτσου, προκάλεσε συζητήσεις και κριτικές, που παρουσιάστηκαν σε 65 δημοσιεύσεις στις εφημερίδες και στα περιοδικά της χώρας.

Η υπόθεση, όπως είδαμε,  περιστρέφεται γύρω από τη σύγκρουση δύο αριστοκρατών αδελφών, του χαρισματικού και επαναστάτη Καρλ και του μικρότερου αδερφού του, που συνωμοτεί για να αφαιρέσει τον τίτλο και την κληρονομιά του Καρλ. Το κεντρικό μοτίβο είναι η σύγκρουση μεταξύ λογικής και συναισθήματος και το ουσιαστικό  θέμα  είναι η σχέση μεταξύ νόμου και ελευθερίας.

 Ανάγνωση

Το περιεχόμενο αυτής της τραγωδίας είναι η επαναστατική χειρονομία ενός νεαρού συγγραφέα – ήταν το πρώτο έργο του Φρίντριχ Σίλλερ – ενάντια στην κοινωνία και τις αδικίες της εποχής του, επηρεασμένος από το ρομαντικό κίνημα που είχε ήδη εξαπλωθεί στη Γερμανία. Έτσι, στο έργο συνυπάρχουν όλα τα χαρακτηριστικά της σχολής, που ενθουσίασε τόσο πολύ  τους συγχρόνους του: υπερβολικό πάθος, βαθύς ιδεαλισμός, υπερβολικά συναισθήματα, απίθανες καταστάσεις, επιθυμία του ρομαντικού ήρωα για ελευθερία, μελαγχολία, έρωτας, μοναξιά και θάνατος. Η καλλιτεχνική του αρτιότητα, ως θεατρικό έργο, του έχει δώσει μια αναμφισβήτητη λογοτεχνική αξία.

Ο Σίλλερ εγείρει πολλά ανησυχητικά για την εποχή ζητήματα. Αμφισβητεί τις διαχωριστικές γραμμές μεταξύ της προσωπικής ελευθερίας και του νόμου και διερευνά την ψυχολογία της εξουσίας, τη φύση του ηρωισμού και τις ουσιαστικές διαφορές μεταξύ καλού και κακού. Επικρίνει έντονα τόσο την υποκρισία της κυρίαρχης τάξης και της θρησκείας, όσο και τις οικονομικές ανισότητες της γερμανικής κοινωνίας. Διεξάγει, επίσης, μια περίπλοκη έρευνα για τη φύση του κακού.

Ο συγγραφέας εμπνεύστηκε την υπόθεση μεταξύ άλλων από το έργο Σχετικά με την «Ιστορία της Ανθρώπινης Καρδιάς» (1775) του Κρίστιαν Σούμπαρτ. Χρησιμοποίησε ως πρότυπο τη ζωή ενός διαβόητου Γερμανού ληστή, του Νικόλ Λιστ. Μέχρι το πρώτο τέταρτο του 19ου αιώνα, οι συμμορίες ληστών δεν ήταν ασυνήθιστες στη Γερμανία.

Αφήγηση φλογερή, αντιπροσωπευτική του αισθητικού κινήματος «Θύελλα και Ορμή», οι «Ληστές» μετουσιώνουν σε τέχνη τις ιδέες ενάντια στην καταπιεστική εξουσία και τον αυταρχισμό. Ένα «επαναστατικό παραμύθι», που αντανακλά το ξέσπασμα της οργής για την κοινωνική αδικία και ανισότητα, θίγοντας ζητήματα διαχρονικά, όπως η σύγκρουση της λογικής με το συναίσθημα, η ασυμμετρία ισχύος μέσα στην κοινωνία, η σχέση του νόμου με την ελευθερία. Χαρακτηρίστηκε σκάνδαλο την εποχή που γράφτηκε, στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα.

 Η παράσταση

Ο Ακύλας Καραζήσης χρησιμοποιεί τη δοκιμασμένη μετάφραση (2014) του πολυβραβευμένου, καταξιωμένου  Γιώργου Δεπάστα   και τοποθετεί τη δράση σε μια άχρονη συνθήκη, θα έλεγα έναν διαχρονικό χώρο, όπου λυμαίνονται τον τόπο ληστές- τρομοκράτες, με επικεφαλής τον Σπήγκελμπεργκ που μοιράζεται σε δυο καλούς ηθοποιούς, τον Χρίστο Νταρακτσή και τη Φωτεινή Τιμοθέου.  Εύρημα, ας πούμε,  και η προσθήκη μιας γυναίκας στην παρέα των ληστών (Χαρά Γιώτα).

Η παράσταση του Κ.Θ.Β.Ε. μοιάζει με  προϊόν της οργής, αυτή που ένας νέος νιώθει στα σωθικά του για την κοινωνική αδικία, νιώθει μια  φλόγα  που τον καίει και τον ωθεί να καταγγείλει το κακό, να «διορθώσει» τον κόσμο και να αποκαταστήσει τη δικαιοσύνη. Εκείνο, όμως, στο οποίο καταλήγει είναι το τραγικό αδιέξοδο της επαναστατικής δράσης. Ο ήρωας που γίνεται ο «Ληστής», ο Καρλ (ο Γιώργος Κολοβός αποδίδει σωστά το αδιέξοδο αυτό),  που βγαίνει στην παρανομία για να διεκδικήσει το δίκαιο του απλού καταπιεζόμενου ανθρώπου, που «έχει περάσει τον Ρουβίκωνα» κι έχει διαπράξει ύβρη, ώστε  γι’ αυτόν, δεν υπάρχει επιστροφή στην ομαλότητα.

Ο άλλος που μένει πίσω, ο Φραντς (ο Γιάννης Τσεμπερλίδης, υπερβολικός  μέσα στην ιδιοτέλεια και την τιμωρία του), ο παραγκωνισμένος αδελφός που εκμεταλλεύεται την απουσία του  Καρλ, για να οικειοποιηθεί τα του οίκου,  μετατρέπεται σε ένα είδος Κάιν για τον αδελφό του,  βγάζει εκτός μάχης τον πατέρα ( ερμηνεύει η σημαντική ηθοποιός Έφη Σταμούλη τον ρόλο,  ως σκηνοθετική άποψη) για να αποκαταστήσει την αδικία που έχει υποστεί, θα πληρώσει επίσης το τίμημα.

Ο πατέρας  είναι ο εμβληματικότερος χαρακτήρας του έργου, ο οποίος ακροβατεί στο όριο, όπου το γελοίο αγγίζει την τραγωδία. Και η Έφη Σταμούλη τον αποδίδει εξαιρετικά. Ιδίως,  στη σκηνή του ονείρου συγκινεί με την υποκριτική της δεινότητα.

Το μήλο της έριδος που χωρίζει τον Φραντς από τον αδελφό του δεν είναι μόνο η περιουσία, αλλά και η Αμάλια (Ρεβέκκα Τσιλιγκαρίδου), ευκίνητη, αεικίνητη, ευέλικτη, τραγικά πιστή και, ίσως, σκοπίμως φάλτσα, παράφωνη στο τραγούδι της, υπαινικτικά ένας  μελωδικός θυμός. Ο «Ληστής», τον οποίο ακολουθεί μια παρέα αμοραλιστική, στυγνή και αυθάδης, έτοιμη και για πράγματα, τα οποία ο ίδιος δεν θα ήθελε, μπορεί να είναι ο άσωτος του Ευαγγελίου, μπορεί να είναι κι ένας «ζηλωτής» ή ακόμα και ένας «Χριστός», τηρουμένων των αναλογιών.

Η παράσταση κινείται σε δύο χρονικά επίπεδα του τότε και του τώρα. Τον χρόνο του έργου, τον χρόνο του τότε και τον χρόνο του σήμερα, τον χρόνο δηλαδή των ηθοποιών και των θεατών. Το Θέατρο είναι, έτσι κι αλλιώς, ένας σύνθετος και (ακόμη) γοητευτικός αναχρονισμός.

Το σχέδιο του σκηνοθέτη Ακύλλα Καραζήση είναι να αντιμετωπίσει την ποιητική γλώσσα μέσα από μπρεχτικά γκέστους,  δηλαδή  ο  ρεαλισμός του  να  είναι περιγραφικός. Παράδειγμα, η διαμάχη Φράντς και Αμάλιας,  είναι ένα αβυσσαλέο κοντράρισμα, μια αδιάλλακτη πεισματική αναμέτρηση πέρα από  κάθε συμβατικότητα, στημένη σα σελίδα κόμικς και παραγεμισμένη με εξωτερικευμένο ψευδοπάθος. Οι σκηνικές συμπεριφορές των δύο αυτών προσώπων, όπως τις δίδαξε ο σκηνοθέτης, δεν πιστοποιούν ούτε εσωτερικές αντιφάσεις  ούτε μια παραλληλία με τη νοοτροπία των ευγενών. Είναι άκρως βερμπαλιστικές και εξουθενωτικές και για  τους καλούς ηθοποιούς και για το κουρασμένο κοινό.

 Επίσης, η μοιρασιά του αρχιληστή σε δυο στόματα αρσενικού και θηλυκού, δε διεκδικεί οργανική και πολύπλευρη θέση στο δράμα, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των δυο καλών ηθοποιών.

 Ο μόχθος που  καταβάλλεται από  όλους  τους ερμηνευτές  για τους  «Ληστές» , έτσι όπως τους θέλησε η σκηνοθεσία, αξίζει να υπογραμμιστεί και σε γενικές γραμμές να επαινεθεί.

 Η υποκριτική δουλειά του  Γιώργου Κολοβού και του  Γιάννη Τσεμπερλίδη στους ρόλους των Κάρλ και Φραντς φον Μουρ αντίστοιχα, βοηθά τα μέγιστα την παράσταση. Είναι ο ένας πόλος, η μία άκρη του νήματος που ξετυλίγει  μέσα στη σιλλερική δίνη, κατακλυσμό οργής και υπεραφθονία αισθημάτων.

Δεύτερος πόλος είναι η συμμορία των ληστών (Χαρά Γιώτα, Κωστής Καπελλίδης, Φαμπρίτσιο Μούτσο, Γιάννης Σύριος) που, σαν ομαδική κίνηση και σκιτσαρισμένες φυσιογνωμίες,  καταφέρνει να προκαλέσει θερμά ρεύματα και εντάσεις.

  Ο Γιώργος Κολοβός παίζει έναν Καρλ εξαγριωμένο,  που  η κακότητα, η προδοσία, η αδικία του αδερφού και ο αδυσώπητος μηχανισμός της εξουσίας,τον ωθούν   στην  απελπισία και την αλαζονεία ν’ ανοίξει μόνος με το σπαθί του τον δρόμο της δικαιοσύνης. Ακραίος, εγωπαθής, μανιασμένος, έχοντας την πεποίθηση του ελεύθερου νου, που πιστεύει σε αξίες, αλλά και φτάνει στην αγριότητα, όταν αντιλαμβάνεται ότι ο ακέραιος, αμόλυντος προορισμός,  λάθεψε.

 Μια αρνητική όψη του ιδίου νομίσματος, είναι ο δολοπλόκος, υποκριτής, στυγνός φονιάς, ο Φράντς του ταλαντούχου  Γιάννη Τσεμπερλίδη. Μια αράχνη μπερδεμένη στον ιστό των μηχανορραφιών της.

 Η μετάφραση του καθηγητού Γιώργου Δεπάστα δικαιώνει το πρωτότυπο.

 Στα αδιάφορα της παράστασης τα σκηνικά της Μαρίας Πανουργιά, μια αλέα από χριστουγεννιάτικα δένδρα κι ένας γκρίζος φουτουριστικός, άχαρος όγκος, ως κάστρο, τα παρδαλά, περίεργα, ακαθόριστα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη, οι  σκοτεινοί φωτισμοί  της  Μαριέττας  Παυλάκη.  Ενδιαφέρουσα η μουσική σύνθεση της Λόλας Τότσιου.

 Αν  ζούσε στις μέρες μας ο Σίλλερ, το πιθανότερο θα ήταν να βάλει τον Καρλ και τη συμμορία του να ρίχνει  βόμβες Μολότοφ , να ληστεύει Τράπεζες και να προβαίνει σε απαγωγές. Επειδή αυτή η «επαναστατημένη» νεολαία κάνει ανταρσία και όχι επανάσταση.

Ο σκηνοθέτης Ακύλλας Καραζήσης δήλωσε πρόσφατα  πώς είδε αυτό  το έργο :  «Είναι μια οικογενειακή τραγωδία από τη μια, που είναι πολύ κλασσικό θέμα, όπως είναι οι Ατρείδες, ο Θηβαϊκός κύκλος ή ο Οιδίποδας και από την άλλη υπάρχουν οι ληστές, η εξέγερση. Ο άσωτος υιός, ο οποίος από ελευθεριακός φοιτητής, που στη δική μας τη γενιά θυμίζουν πολλά πράγματα, γίνεται ληστής, κοινωνικός ληστής, κάτι σαν τον Ρομπέν των Δασών ή όπως ήταν κάποιοι κλέφτες το 1821. Έτσι δημιουργείται και ένα κοινωνικό αίτημα, ένα ζήτημα εξέγερσης, επανάστασης, αμφισβήτησης.

Ακόμη και για την κακία υπάρχει κάτι μακιαβελικό, με την έννοια την αναγεννησιακή. Είναι η ανατομία της καλής πράξης που, όταν την ανατέμνεις, βλέπεις ότι συμπεριλαμβάνει μια κατανόηση και έναν ορθολογισμό. Αναρωτιέσαι για τη συγγένεια: Γιατί είναι ιερή η συγγένεια; Γιατί είναι ιερή η σχέση πατέρα γιού;

 Υπάρχει, δηλαδή, μια αμφισβήτηση της ηθικής και συγχρόνως το αίτημα της καταπολέμησης της αδικίας από τη μεριά των ληστών. Όλα αυτά μπερδεμένα με πολλά προσωπικά ζητήματα, με πολλές σάλτσες και πράγματα που υπήρχαν εκείνη την εποχή. Είναι ένα έργο τεράστιο, το οποίο το έχω κόψει πάρα πολύ για να παίζεται στη σημερινή εποχή σε δύο ώρες».

 Επίλογος

Ο Ρώσος συγγραφέας Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι παρακολούθησε την παράσταση αυτού του έργου στη Μόσχα, όταν ήταν μόλις δέκα ετών. Το έργο είχε ισχυρό αντίκτυπο πάνω του: «Όταν ήμουν γύρω στα  δέκα, είδα μια παράσταση των «Ληστών» του Σίλλερ στη Μόσχα, με τον Μοτσάλοφ, και μπορώ να σας πω ότι η τεράστια εντύπωση που μου έκανε τότε άσκησε  γόνιμη επιρροή στο πνευματικό μου σύμπαν».

 Το αναφέρει στους «Αδελφούς Καραμάζοφ», όπου Ο Φιοντόρ Καραμάζοφ συγκρίνει τον εαυτό του με τον κόμη φον Μουρ, ενώ τον μεγαλύτερο γιο του, Ντμίτρι, με τον Φραντς Μουρ και τον Ιβάν Καραμάζοφ με τον Καρλ Μουρ.

Το έργο αναφέρεται,επίσης, στο πρώτο κεφάλαιο της «Πρώτης αγάπης του Ιβάν Τουργκένιεφ» και εν συντομία στο κεφάλαιο 28 της «Τζέιν Έιρ» της Σαρλότ Μπροντέ.

Συντελεστές:

Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας

Σκηνοθεσία: Ακύλλας Καραζήσης

Σκηνικά: Μαρία Πανουργιά

Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη

Μουσική σύνθεση: Λόλα Τότσιου

Επιμέλεια Ομαδικής Κίνησης: Ηλέκτρα Καρτάνου

Φωτισμοί: Μαριέττα Παυλάκη

Βοηθός Σκηνοθέτη: Μάρα Τσικάρα

Βοηθός Σκηνογράφου & Ενδυματολόγου: Σόνια Καϊτατζή

Βοηθός Σκηνογράφου: Σοφία Θεοδωράκη,

Παίζουν οι ηθοποιοί:

Ληστές (Σβάιτσερ, Ρόλλερ, Σούφτερλε, Γκριμ): Χαρά Γιώτα, Κωστής Καπελλίδης, Φαμπρίτσιο Μούτσο, Γιάννης Σύριος

Σπήγκελμπεργκ: Χρίστος Νταρακτσής, Φωτεινή Τιμοθέου

Μαξιμίλιαν φον Μορ: Έφη Σταμούλη

Φραντς φον Μορ: Γιάννης Τσεμπερλίδης

Καρλ φον Μορ: Γιώργος Κολοβός

Αμάλια: Ρεβέκκα Τσιλιγκαρίδου

Χέρμαν: Μάρα Τσικάρα

Μπαλαντέρ (Περιπλανώμενη): Ηλέκτρα Καρτάνου

Το παιδί (Μαργαρίτα): Λωξάνδρα Λούκας

Μουσικοί επί σκηνής: Αλίκη Μάρδα (βιολοντσέλο), Κατερίνα Ταντανόζη (τρομπέτα)

Το τραγούδι της Αμάλια είναι αποτέλεσμα αυτοσχεδιασμού πάνω σε ένα κέλτικο σκοπό.

ΠΑΥΛΟΣ  ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Sold out μέχρι και τον Μάιο όλες οι παραστάσεις του ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας

sold-out-μέχρι-και-τον-Μάιο-όλες-οι-παραστάσεις-του-ΔΗΠΕΘΕ-Καβάλας

Sold out μέχρι και τον Μάιο είναι όλες οι παραστάσεις που θα παρουσιαστούν από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας, σύμφωνα με όσα δήλωσε στην τοπική ΕΡΑ, ο πρόεδρός του, Αρχέλαος Γρανάς. 

«Είναι όλα έργα προσεγμένα, τα οποία έχει παρακολουθήσει η καλλιτεχνική διευθύντρια του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας στην Αθήνα. Είναι όλα sold out, είναι έργα ποιοτικά. Αυτά επέλεξε η κ. Οικονόμου και συνεννοήθηκε μέχρι και τον Μάιο να έρθουν στην Καβάλα», ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Γρανάς.

Σε εξέλιξη οι διαδικασίες για το φετινό Cosmopolis, αλλά και για το φεστιβάλ Φιλίππων

«Από εκεί και πέρα ετοιμάζεται και το φετινό Cosmopolis. Περιμένουμε να ψηφιστεί ο προϋπολογισμός μέχρι το τέλος του μήνα, ώστε να μπορέσουμε να αποφασίσουμε τι ακριβώς θα κάνουμε μαζί με τον εξωτερικό συνεργάτη του φεστιβάλ. Βέβαια είναι στο πρόγραμμα και το φεστιβάλ Φιλίππων, το οποίο αναμένεται να καλύψει όλες τις εκδηλώσεις μέχρι το τέλος Αυγούστου. Είναι ένα πλήρες πρόγραμμα και από εκεί και πέρα αφού ολοκληρώσουμε τις διαδικασίες αυτές μέχρι τον Μάρτιο θα ξεκινήσουμε τον σχεδιασμό για το χειμερινό πρόγραμμα. Έχουμε κάποιες συναντήσεις για να μπορέσουμε να εμπλουτίσουμε τον προϋπολογισμό μας, ώστε όλα όσα έχουμε στον σχεδιασμό μας να υλοποιηθούν. Νομίζω ότι η προσφορά του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. προς το κοινό της Καβάλας θα είναι μεγάλη και υπέροχη. Το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. δεν καταργήθηκε όπως άλλα Νομικά Πρόσωπα, επειδή δεν ανήκει αποκλειστικά στον Δήμο, αφού συμμετέχει και το υπουργείο Πολιτισμού και η Περιφέρεια, δεν μπορούσε να απορροφηθεί από τον Δήμο Καβάλας, οπότε συνεχίζει ως έχει», τόνισε σχετικά στις δηλώσεις του ο Αρχέλαος Γρανάς. 

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Προσδοκώ» του Γιώργου Βέλτσου στο Θέατρο Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών

«Προσδοκώ»-του-Γιώργου-Βέλτσου-στο-Θέατρο-Εταιρείας-Μακεδονικών-Σπουδών

Με 3 Με 3 κωμικές παρεμβάσεις της Ευγενίας Βάγια

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Δεν ακολουθεί ο συγγραφέας καμία σειριακή χρονικότητα και καμιά χωρικότητα τοπική. Αντίθετα τις προ – κατηγοριακές καταστάσεις των παθών, τις περνάει στη γλώσσα για να τις συντάξει, να τις εμπαίξει, να τις προσδιορίσει εκ νέου, όσο γίνεται, ρηματοποιώντας τις εντάσεις των σωμάτων των ηθοποιών και το βιμπράτο της μουσικής, που θα αναλάβουν τη «σκηνοθεσία».

Θα ζητήσουν, όμως, και από τον θεατή την απάλειψη του λογικού ειρμού, ζητώντας του να υποχωρήσει για λίγο σ’ ένα εμβρυακό στάδιο που θα τον κάνει να «υποφέρει» τις φοβερές συσπάσεις της μήτρας του Λόγου. Εκεί, ο συγγραφέας θα μπορούσε, επιτέλους, να αποσυρθεί αλλά όχι και η παράσταση. Το Θέατρο, πληκτροφόρο όργανο, θα μεταφέρει από το βιβλίο του Δασκάλου: «Το καλώς συγκερασμένο κλειδοκύμβαλο», τη μουσική.

Το έργο

Το «Προσδοκώ» δραματοποιεί την ιδέα του θανάτου. Αυτό ο Γιώργος Βέλτσος το διαχειρίζεται προβάλλοντας τις αδυναμίες του και τις δυνάμεις του. Η δύναμή του είναι ο λόγος, η μετάβαση από τον Όμηρο στον Απόστολο Παύλο και από το Σύμβολο Της Πίστεως στη σύγχρονη πρόσληψη της έννοιας του θανάτου. Το όνειρό του είναι μια πεισιθάνατη αφήγηση.

Το θέμα του επικήδειου μίμου πιάνεται από μία παράδοση της ρωμαϊκής κουλτούρας. Οι Ρωμαίοι Πατρίκιοι και οι μεγάλοι αριστοκράτες της Ρώμης ανάλογα με την περιουσία και την οικονομική τους επιφάνεια αγόραζαν ή νοίκιαζαν μίμους, δηλαδή θεατρίνους της εποχής. 

Οι μίμοι προπορεύονταν της νεκρικής πομπής αφηγούμενοι στους θλιμμένους ή όχι συγγενείς και φίλους, αλλά και στιγμιότυπα της ζωής του αποθανόντος. Στην παράσταση υποτίθεται ότι οδεύουν προς ένα νεκροταφείο που ο συγγραφέας ορίζει ως το Α’ νεκροταφείο Αθηνών. 

Με τη χαρακτηριστική μαρμάρινη πρόσοψη του Κωνσταντινίδη που θεωρείται ένα από τα κειμήλια της αρχιτεκτονικής και το περιδιάβασμα ανάμεσα στους τάφους, το κείμενο μιλάει για πρόσωπα που υπάρχουν, που δεν υπάρχουν ή που είναι στη φαντασία του συγγραφέα, για τους ανθρώπους αυτούς οι οποίοι συνομιλούν με τη μοίρα τους και με αυτό που έχουν μπροστά τους.

Η παράσταση

Πρόκειται για την ιστορία δύο μίμων, οι οποίοι κατά τη ρωμαϊκή εποχή αναλάμβαναν την πορεία νεκρών προς το νεκροταφείο, με αναπαράσταση κάποιων γεγονότων της ζωής αυτών των λειψάνων. Αυτό είναι ένα ιστορικό γεγονός, όχι πολύ γνωστό, αλλά η μεταφορική σημασία του γεγονότος , κατά τον συγγραφέα, επέτρεψε στη σκηνοθέτιδα Σοφία Καρακάντζα να δημιουργήσει μια θεατρική ιεροτελεστία, που συναρπάζει τον θεατή ποικιλόμορφα. Πιθανώς να συγκινείται ένας αριθμός αυτών, μπορεί να νιώσει ένας άλλος, αρνητικά συναισθήματα, αλλά αυτή η παλέτα χρωμάτων σε μια αίθουσα είναι το θέατρο που γεννά πίνακες τέχνης τόσο στο κοινό, όσο στη σκηνή. Μη ξεχνάμε ότι η ανάγνωση μιας εικόνας από ομάδα θεατών, δεν συνεπάγεται αυτονόητο συμπέρασμα. Ο καθείς εισπράττει αυτό που του επιτρέπει η υποδομή του.

Το «Προσδοκώ» φέρνει στη θεατρική σκηνή τους πεθαμένους πρωταγωνιστές της Μεταπολίτευσης, ως είδωλα εν ζωή και εν τάφω. Τους ζωντανούς μας, σήμερα, στο «κενοτάφιο» της Βουλής ή της Ακαδημίας, σε μια χορευτική μετάβαση από γενεά σε γενεά, (αι γενεαί πάσαι), όλοι μαζί επ’ άπειρον πιασμένοι χέρι – χέρι. Η μίμηση –δαιμονική μορφή του θεάτρου– θα εκφέρει εκείνο το «δεύρο έξω» του Ιησού στον Λάζαρο. Αρκεί ο θεατής να μην είναι «τεταρταίος». Δηλαδή να μη μυρίζει. Να έχει απαλλαγεί από τις οσμές του λεγόμενου «ψυχαγωγικού» θεάτρου.

Τα πρόσωπα του έργου είναι ένας γέρος και ένας νέος επικήδειος μίμος, που θα «αναπαραστήσουν» τις σημαντικότερες στιγμές από τη ζωή έξι πρωταγωνιστών της Μεταπολίτευσης, αναμοχλεύοντας, τρόπον τινά, τη Δίκη των έξι: Του Κωνσταντίνου Καραμανλή, του Ανδρέα Παπανδρέου, του Αρχιεπίσκοπου Χριστόδουλου, της Μελίνας Μερκούρη, του Μάνου Χατζιδάκι και του Γιάννη Ρίτσου, οι οποίοι σε άλλο χωροχρόνο είναι ο Μητσοτάκης, ο Άδωνις, ο πατήρ-Αντώνιος, ο Αντώνης Ρέμος και η Βάνα Μπάρμπα. Όλοι αυτοί, σε μεταγενέστερο χωροχρόνο, θα είσαστε εσείς και, μάλιστα, στη σκαλέτα της εκπομπής της Ελένης Μενεγάκη.

«Πρόκειται για ένα πολυκείμενο με πολλαπλές και περίπλοκες επιστρώσεις νοημάτων», σχολίασε η σκηνοθέτρια Σοφία Καρακάντζα, η οποία, παίρνοντάς το στα χέρια της, αναζήτησε τους τρόπους για να το μεταφέρει στο κοινό, ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για να συνδεθούν μαζί του οι θεατές της παράστασης.

«Η δική μου αίσθηση όταν το πρωτοδιάβασα, ήταν αυτή της βαθιάς συγκίνησης και βαθιάς θλίψης. Αυτό που αισθανόμαστε συνεχώς τα τελευταία χρόνια με την απώλεια όλων των πραγμάτων που ξέραμε, όπως είναι το θέατρο, η ιστορία, η Ελλάδα, αυτό που πιστέψαμε, αυτά που ήταν οι οδηγοί της ζωής μας, τα πιστεύω μας, οι πολιτικές μας παντιέρες. Μία χώρα που συνεχώς φαίνεται να θρηνεί, να είναι σε μία απώλεια».

Έτσι λοιπόν, σύμφωνα με τη σκηνοθέτιδα, «δημιουργήθηκε μία συνθήκη όπου από τη μία μεριά είναι το νόημα και η συγκίνηση και από την άλλη είναι η ιστορία του κειμένου, το ίδιο το κείμενο, που έχει να μας πει τους τρόπους με τους οποίους μπορούμε να σταθούμε απέναντί του».

«Είναι ένα κείμενο που δεν αναπαρίσταται, αλλά το αφηγούμαστε με έναν τρόπο. Όπως ο Γιώργος Βέλτσος μιλάει για τους επικήδειους μίμους, οι οποίοι νομίζω ότι είναι πιο κοντά στους ραψωδούς της αρχαίας Ελλάδας, που περπατούσαν, μιλούσαν κι μ’ ένα όργανο συνοδεύαν την αφήγησή τους, έτσι κι εμείς μέσα από μία δραματουργία η οποία αναπτύσσεται με τον τρόπο που γράφει ο Δημήτρης Καμαρωτός τη μουσική κειμένου, φτιάχνουμε το υπόβαθρο ώστε να αρχίσουν αυτοί οι συνειρμοί να ελευθερώνονται και να μπορούν να φτάσουν σε τόπους όπου το νόημα και η συγκίνηση επαναπροσδιορίζονται», εξηγεί η κ. Καρακάντζα.

Ο φιλόσοφος, νομικός, κοινωνιολόγος, επικοινωνιολόγος, θεατρικός συγγραφέας, κριτικός, καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου και ποιητής Γιώργος Βέλτσος, αποτελεί ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα πρόσωπα της ελληνικής δημόσιας σκηνής. Διαθέτει φανατικούς φίλους και εξίσου φανατικούς εχθρούς.

 Η σκηνοθέτρια Σοφία Καρακάντζα μελέτησε σε βάθος το έργο του πολυσχιδούς συγγραφέα και, προφανώς, ξέρει τι θα πει «περιπέτειες της διαλεκτικής» και ξέρει να μπαινοβγαίνει στο αχανές ορυχείο του χρόνου για να φέρει από κει τα πολύτιμα πετρώματα που προσφέρει.

Στήνει μια παράσταση αφηγηματικού θεάτρου, την εμπλουτίζει με χιούμορ και σωματικό θέατρο, την πριμοδοτεί με ευρήματα, όπως η συνθήκη νύχτα σε νεκροταφείο, το ημίφως από τη μαστοριά του Στέλιου Τζολόπουλου και από το φεγγάρι (αγαπημένο φετίχ του συγγραφέα η ευμεγέθης μπάλα), το πένθιμο πρελούδιο – εισαγωγή από τον Δημήτρη Καμαρωτό, που στη συνέχεια η πρωτότυπη, κύρια μουσική επένδυση είναι άλλοτε της γιορτής και άλλοτε κλασσικό κομμάτι που συνοδεύει την κίνηση που δίδαξε η Μέλπω Βασιλικού και, βεβαίως, τον ηχογραφημένο Βέλτσο που αυτοπροσδιορίζεται ως ζωντανός- νεκρός, χαρίζοντάς μας έναν σαφή υπαινιγμό για μια νηπενθής Ελλάδα, που θάβει μεν τα παιδιά της, αλλά που ποτέ δεν πεθαίνει, γιατί δε θέλει να πεθάνει. Θα είναι ζωντανή εις το διηνεκές.

 Τα σκηνικά της Ράνιας Εμμανουηλίδου λιτά και στο ύφος της σκοτεινής συνθήκης. Ταφικά χορταριασμένα κομμάτια, μνημεία και ένα «καρουζέλ» φορτωμένο πακέτα – σύμβολα ζήσης, που το γυρίζουν σε όλες τις διαστάσεις της αίθουσας οι οκτώ Μίμοι –ηθοποιοί.

Ασφαλώς, δε ξεχωρίζει μια μονάδα, επειδή λειτουργεί ισάξια το σύνολο και στην αφήγηση και στην κίνηση, ακόμα και στο διαδραστικό –τρόπον τινά- τελευταίο μέρος, όπου οι ηθοποιοί μιλούν κατά πρόσωπο με θεατές, προσφέροντάς τους το «δια ταύτα» της παράστασης: ένα παιχνίδι ανταγωνισμού και επικράτησης ανάμεσα σε νεκρούς και ζωντανούς.

 Το έργο ανεβαίνει από το Κ.Θ.Β.Ε. στο Φουαγιέ του θεάτρου της Ε.Μ.Σ. σε πρώτη πανελλήνια παρουσίαση.

 Επίλογος

Επικήδειος Μίμος Α: «Ξέρεις τι εύκολα μπορώ να μιλήσω για τους άλλους; Όλη μέρα τους έχω απέναντι και τους παρατηρώ. Περπατούν, μιλούν, μας παρακολουθούν… Με το κεφάλι ίδιο, άδειο φαινομενικά, το πρόσωπο ανέκφραστο χωρίς συσπάσεις. Ό,τι κι αν κάνουν μοιάζει φυσικό, εντελώς νορμάλ, ανάλαφρο. Αν σκέφτονται κάτι, αυτό είναι αθόρυβο. Η σκέψη τους ζυγίζει ελάχιστα, μερικά δράμια, αστεία πράγματα! Αν μπορούσα να δοκιμάσω κι εγώ… δεν ξέρω αν γίνομαι κατανοητός. Να έμπαινα από μέσα τους, κατάλαβες; Όπως μπαίνεις στο αυτοκίνητο να το οδηγήσεις. Με πιάνεις; Να έβλεπα πώς το κινούν έτσι… χοπχοπ ανάλαφρα, πώς περπατούν, πώς στρίβουν, πώς μιλούν, χαχαχάχιχιχί… Με πόση άνεση ε; Σαν χορευτές ώρες ώρες! Αχ να ένιωθα έστω λίγη από την σωματική ευτυχία τους. Μια φορά έστω. Τι ευτυχία να ζεις σε πλανήτη που έχει τη μισή ακριβώς βαρύτητα απ’ τον δικό μου. Με πιάνεις; Με τη μισή βαρύτητα… Μια φορά, να δανειζόμουν το σώμα τους, για λίγο, για μια βόλτα…»

Το «Προσδοκώ» του Γιώργου Βέλτσου σε πρώτη πανελλήνια από το Κ.Θ.Β.Ε.

* Κατάλληλο για θεατές άνω των 12 ετών.

Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Σοφία Καρακάντζα, Σκηνικά – Κοστούμια: Ράνια Εμμανουηλίδου, Μουσική κειμένου – Πρωτότυπη μουσική: Δημήτρης Καμαρωτός, Χορογραφία – Κίνηση: Μέλπω Βασιλικού, Φωτισμοί: Στέλιος Τζολόπουλος, Βοηθός σκηνοθέτις: Ευανθία Σωφρονίδου, Β’ βοηθός σκηνοθέτη: Μαρκέλλα Καραπιπέρη, Οργάνωση Παραγωγής: Ειρήνη Χατζηκυριακίδου, Φωτογραφίες: MikeRafail (ThatLongBlackCloud)

* Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου (στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης): Λουίζα Μαρία Χαραλάμπους

Παίζουν οι ηθοποιοί (με αλφαβητική σειρά):
Χορός Μίμων
Ελένη ΘυμιοπούλουΜαρία ΚαραμήτρηΑίγλη ΚατσίκηΕύη ΚουταλιανούΘεοδώρα ΛούκαςΔημήτρης ΝαζίρηςΓιάννης ΤομάζοςΓιάννης Χαρίσης

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα